11 Δεκεμβρίου, 2009

Πίστη (σύντομο-δύσοσμο διήγημα)

Ο Γιγαντόσωμος προχωρούσε με βαριά βήματα κι από πίσω τον ακολουθούσαν όπως πάντα εκατομμύρια μικροσκοπικά ανθρωπάκια που τον είχαν σαν θεό τους. Σ' αυτόν ζητούσαν συμβουλές, από κείνον περίμεναν λύσεις στα προβλήματά τους.
Το αντάλλαγμα που εισέπραττε ο γίγας ήταν η λατρεία αυτών των ανθρωπαρίων, κάτι  που δε σήμαινε τίποτα γι αυτόν παρά μόνον ευθύνες και ένα μπουρου-μπουρου συνεχόμενο από δοξολογίες και ύμνους που είχε πια βαρεθεί να ακούει.
Ο γίγας μια μέρα δεν ήταν και πολύ καλά. Τους ξέρετε όλοι τους γίγαντες, τώρα. Μια που στην πραγματικότητα δεν ήταν και πολύ καλά, αποφάσισε να ξαπλώσει κάτω και να κάνει τον ετοιμοθάνατο, να δει τα ανθρωπάκια που τον ακολουθούσαν τι θα έκαναν χωρίς  αυτόν, γι αυτόν.
Έγειρε λοιπόν το τεράστιο κεφάλι του, βογγώντας,τη μια δεξιά κι άλλη μιά αριστερά, συνθλίβοντας όσα ανθρωπάρια ήταν εκεί κοιτώντας σαστισμένα κι αδρανή, κλαίγοντας  για τον προστάτη τους. Όσα γλίτωσαν το βαλαν στα πόδια και μαζεύτηκαν λίγο παραπέρα.
Ένα άλλο μεγάλο πλήθος μαζεύτηκε πάνω στο στήθος του γίγαντα και κάθησε εκεί παρακαλώντας τον άρρωστο να γίνει πάλι καλά γιατί χωρίς αυτόν δεν ήξεραν τι να κάνουν, που να πάνε, τι να φάνε και που να κοιμηθούνε..."Τώρα βρήκες ν' αρρωστήσεις μωρέ κι εσύ!"
Ο δήθεν ασθενής εξοργίστηκε κι έβαλε όλη του την... τέχνη : μ' έναν τεράστιο εμετό έπνιξε σχεδόν όλους τους γκρινιάρηδες που τον κατηγορούσαν κιόλας που μια φορά κι αυτός αρρώστησε. Οι λίγοι διασωθέντες  το βαλαν κι αυτοί στα πόδια, βρίζοντας ακόμη χειρότερα.
Το γαργαλητό που ένιωθε ο γίγας ανάμεσα στα σκέλια του προερχόταν από ακόμα μια τεράστια σύναξη "πιστών του" που είχαν βρει σίγουρο καταφύγιο κοντά στα αχαμνά του. Εκεί είχαν στήσει και κάποιο πρόχειρο τσιμπούσι περιμένοντας την ανάρρωση του αρχηγού τους. Άλλοι το γλεντούσαν κι άλλοι γκρίνιαζαν.
Άκουσε ο γίγας τις φωνές τους κι αφού έσφιξε με μανία και με όλη τη δύναμή του τους κοιλιακούς του, άφησε τους σφιγκτήρες του να ανοίξουν ελεύθερα περιλούζοντας τα ανθρωπάκια που είχαν μαζευτεί εκεί. Ελάχιστα διέφυγαν κρατώντας τις μύτες τους κι έφυγαν τρέχοντας να βρουν τους υπόλοιπους, βρίζοντας όλοι μαζί τον τάχα παντοδύναμο που "κακό χρόνο να χει" τους παράτησε στην τύχη τους και τους βρώμισε κι από πάνω!
Ο "ασθενής" είχε δει αρκετά. Μέσα του γελούσε αλλά πιό πολύ ήτανε θυμωμένος. Άρχισε να κινείται σιγά-σιγά, τάχα πως ξαναζωντάνευε. Όσοι από τους πιστούς  του είχαν απομείνει ζωντανοί αναθάρρησαν κι επευφημώντας τον έτρεξαν κοντά στον  προστάτη τους, ρωτώντας αν χρειάζεται κάτι.
Εκείνος ήταν κιόλας όρθιος. Άρχισε να βαδίζει, αμίλητος, αργά-αργά, προσεκτικά τσαλαπατώντας τους εναπομείναντες φανατικούς πιστούς του.

3 σχόλια:

nkarakasis είπε...

δεν έμεινε ρουθούνι;

meril είπε...

Kατά πως φαίνεται....

Αλήθεια θα δούμε τη συνέχεια;

clouds in the mirror είπε...

Τέλειωσε παιδιά. Τους πάτησε κι ησύχασε.