23 Φεβρουαρίου, 2010

Γιώργος και Αντώνης



Τα μοιράζονταν σχεδόν όλα ο Γιώργος κι ο Αντώνης. Όλα εκτός από ένα διαμέρισμα,ένα σερβίτσιο πιάτα και μια σειρά έπιπλα. Περνούσαν πολλές ώρες ο ένας στο διαμέρισμα του άλλου ξοδεύονας αμέριμνοι αγκαλιές. Ο Γιώργος όταν αναφερόταν στον εαυτό του τον αποκαλούσε "Γεωργία" και ήταν πολύ περήφανος όποτε τον αποκαλούσε έτσι κι ο Αντώνης.

"Μπορεί να γνωρίζει κι άλλους άντρες αλλά μόνο εμένα καταχώρησε στην ατζέντα του ως θηλυκό: Γεωργία".
Ήταν η άμυνά του του αυτή όταν τον κυρίευαν οι αμφιβολίες σχετικά με τα αισθήματα τού Αντώνη. Έβλεπε τότε τα όνειρά τους να γκρεμίζονται όλα μαζί: Το δάνειο που ήθελαν να πάρουν για να ζήσουν επιτέλους κάτω από μια στέγη, η αγορά των οικοσυσκευών που δε γινόταν, η γνωριμία των συμπεθέρων που πήγαινε από αναβολή σε αναβολή...

Αναρωτιόταν ο Γιώργος τι να φταίει που δε θα ζούσε ποτέ με το ταίρι του. Στους μοναχικούς περιπάτους του καθόταν στα παγκάκια χαζεύοντας τα "κανονικά" ζευγάρια -πώς να τα διαχωρίσει από τη δική τους περίπτωση; Άλλη λέξη δεν έβρισκε- να περπατάνε χέρι χέρι, να σταματάνε για ν'αγκαλιαστούν κι ύστερα πάλι να συνεχίζουν το δρόμο τους στεφανωμένα μ' εκείνη τη λαμπερή μωβ αύρα που μόνο εκείνος μπορούσε να δει με τα μεγάλα καστανοπράσινα μάτια του. Λίγο ζήλευε και λίγο σκανδαλιζόταν, γύριζε αλλού το βλέμμα δαγκώνοντας τα χείλη του, ίσιωνε την κυρτωμένη του ράχη και συνέχιζε το άσκοπο περπάτημα με τις στάσεις μπροστά στις βιτρίνες.

Ο Αντώνης δούλευε στο κομμωτήριο και συνήθως δεν είχε πολύ χρόνο για να σκεφτεί την ονειρεμένη σχέση, την τακτοποίηση,τα δάνεια, το σπιτικό με μια...εντελώς αδελφή, ένα gay, με τα λόγια θα παίζουμε;
Έτσι τού είχε πει: "Δεν είμαι σίγουρος για μας, Γεωργία. Μπορεί να βρω μεθαύριο μια κανονική σχέση, μια σχέση με μια γυναίκα, δεν ξέρω αν μπορώ να μείνω σε μια σχέση σαν τη δική μας για πολύ καιρό. Γιώργο, δεν είμαι ομοφυλόφιλος εγώ...μ' εμάς έτυχε επειδή είσαι τόσο όμορφος και σαγηνευτικός, ζωγραφίζεις τόσο όμορφα, έχεις το χάρισμα, δεν μπορώ παρά να σε θαυμάζω. Αλλά...".

Πόσο πολλά ήταν εκείνα τα "αλλά" του Αντώνη που άφηναν τον Γιώργο ξεκρέμαστο, να περνάει τις ώρες του μ' ένα χαρτί μπροστά του προσπαθώντας να ζωγραφίσει κάτι ή να γράψει μια μικρή ιστορία από εκείνες που τόσο αγαπούσε να γράφει. Έγραφε και όμορφες ιστοριούλες ή πάλι κανένα ποιηματάκι σαν εκείνα του Sandro Penna που είχαν επιτυχία όταν τα απήγγελε στην παρέα τους κι όλοι ήξεραν ότι κάθε στίχος μιλάει για τον Αντώνη.

Ο Αντώνης πάλι ούτε ένα στιχάκι δεν είχε αφιερώσει ποτέ στον Γιώργο που είχε διαβάσει και ξαναδιαβάσει τα ποιήματά του και τα έβρισκε κάθε φορά "πιό υπέροχα!" από τις άλλες φορές.
Καμμιά φορά,διαβάζοντας μερικές αράδες του Αντώνη, ένιωθε τέτοια ευχαρίστηση που έπαιρνε βαθιά εισπνοή σηκώνοντας τούς τεράστιους ώμους του, έκλεινε τα μάτια κι επαναλάμβανε τους στίχους.

Με το πέρασμα τού χρόνου ο Γιώργος άρχισε να φτωχαίνει από ιδέες κι έβλεπε πως ο καιρός περνούσε, εκείνος δεν έγραφε πιά ούτε κανένα σκόρπιο στιχάκι για να το προσφέρει στο ταίρι του.
Συνέχιζε τις βόλτες του, συνήθως στο Θησείο, καθόταν στο τοιχάκι κοντά στο σταθμό τού ηλεκτρικού και παρατηρούσε τον υπόλοιπο κόσμο. Χαμογελούσε ασυναίσθητα όταν η ματιά του έπεφτε πάνω σε καμμιά μαθήτρια που έτρεχε γελώντας προς κάποιο νεαρό κι ύστερα οι δυο τους απομακρύνονταν μέσα στην οικεία πιά σ' αυτόν μωβ αίγλη, που άλλοτε γινόταν κόκκινη φωτιά κι άλλοτε κατάλευκο φως.

Καταχνιά και ερημιά γίνονταν όλα τότε. Θυμόταν, από τη Ρουμάνα μητέρα του, τη λέξη για την "καταχνιά της ψυχής": pustiu...
"Πούστης και pustiu..." έλεγε μέσα του.

Ήταν σε κάποιον από αυτούς τους περιπάτους που, βήμα-βήμα, δρόμο με δρόμο, δάκρυ στο δάκρυ, μια μέρα σκόνταψε στην πραγματικότητα που του έλεγε σκληρά μα και ρομαντικά πως τα χρώματα της αγάπης, οι μωβ αύρες της, οι στίχοι της κι οι αγκαλιές της, δεν ήταν μοιρασμένες ομοιόμορφα σε όλους κι ίσως εκείνος να 'μενε για πάντα ένας θεατής τους.
Ένας θεατής μονάχος σε έναν άδειο κινηματογράφο, βλέποντας ένα φιλμ όπου ό,τι πιό όμορφο υπάρχει στη ζωή παίζεται ανάμεσα σε ένα δυνατό άντρα που γελά γοητευτικά και μια νεαρά που κλαίει με το όμορφο πρόσωπο της χωμένο ανάμεσα σε δυό μαξιλάρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αναγνώστες