24 Απριλίου, 2010

Ομοιώματα αθωότητας


Στο τελευταίο από τα πολλά νυχτερινά του ξυπνήματα τού τελευταίου καιρού, σηκώθηκε από το κρεβάτι με το μυαλό του καθαρό. Με σκέψεις κάθετες και παγιωμένες όπως αυτές ενός εκτελεστή και με μικρά σταθερά βήματα, βγήκε στο μπαλκόνι όπου βρήκε ήρεμο ένα ομοίωμα της αθωότητάς του. Θύμιζε τη δική του παλιά αθωότητα της πράσινης ηλικίας, που τού χαμογελούσε τώρα αθώα, ολόγυμνη, με τα κάτασπρα δόντια της.

Η θέα της τον εξόργισε και με ένα δυνατό χτύπημα τού αγκώνα του πάνω στη λευκή οδοντοστοιχία έστειλε το φάντασμα εκείνο στο δάπεδο τού μπαλκονιού. Τα κάτασπρα δόντια του σκόρπισαν κι εκείνος τα πάτησε ένα-ένα όπως εκείνος ο παράφρων τσαλαπάτησε τα διαμάντια τής Εριφύλης. Δεν άφησε να τον καταλάβει όλη αυτή η συναισθηματική φόρτιση της Άνοιξης - στα φαντάσματα φέρονται με τον ίδιο πάντα τρόπο.

Πιό πέρα, πάνω στο τραπέζι, κοιτόταν η πίπα που άφηνε πάντα στο σταχτοδοχείο, φρέσκια και μυρωδάτη. Την έχωσε βιαστικά στο στόμα του κι άφησε τον καπνό να τού κάψει το λαιμό και τον ουρανίσκο. Ένα μικρό φως από μακριά τον έφερε αντιμέτωπο με τον τεράστιο χάρτη του κι εκείνος έστρεψε το βλέμμα του προς τη Δύση. Προσπέρασε την εντύπωση που τού υπέβαλε στιγμιαία το αμυδρό φως - Όχι, η Σικελία δε θα χωρούσε ποτέ στον Κηφισό. Το νησί τής Μουνιχίας, ναι.

Κάτω από το μπαλκόνι του πέρασε μια αγέλη σκύλων αφήνοντας το γάβγισμά τους να μοιράζει τη νύχτα σε κώνους και πυραμίδες. Στο απέναντι μπαλκόνι κάποιος άναψε ένα τσιγάρο...διέκρινε καθαρά τα κατακόκκινα μάτια του και το κατάχλωμο πρόσωπό του που ήταν στραμμένο προς εκείνον. Ήταν ντυμένος καθολικός ιερέας με τη Βίβλο στο ένα του χέρι και το τσιγάρο στο άλλο σαν να ήθελε να τού κάνει ερωτήσεις από το Ιερό βιβλίο.

Ξεπέρασε την πρώτη του ανατριχίλα και τού έστειλε πρόστυχα λόγια αντί για απαντήσεις. "Σου στέλνω το Σατανά!". Το μικρό μπαλκόνι τού παπά πήρε φωτιά κι αυτός υποκριτικά προσποιόταν πως έχασε τη μάχη με τον άπιστο. Καιγόταν μες τις φλόγες και κινούσε τα χέρια του, ξεστομίζοντας βρώμικες κουβέντες. Νόμιζε πως είναι εύκολο να παραστήσεις το διάβολο!

Πρόσκαιρη ιλαρότητα ένιωσε ο άγρυπνος, τέτοια που του ζέστανε το αίμα κι έτσι ετοιμάστηκε, γυρίζοντας, ν' αφήσει το μπαλκόνι, ώσπου ένιωσε ένα φόβο ακαθόριστο που τού πάγωσε τα μέλη. Μετά τα πρώτα βήματα, τού έκλεισαν το πέρασμα μια δεκαριά ομοιώματα τής αθωότητάς του, κατάχλωμα, με μάτια κατακόκκινα. Ομοιώματα, κι αυτά, της αθωότητας των τελευταίων στιγμών του.

1 σχόλιο:

meril είπε...

" Όχι, η Σικελία δε θα χωρούσε ποτέ στον Κηφισό."

Θα θελα να πιστεύω πως κάποτε φράσεις ερήμην μας τρυπώνουν στα κείμενα
και μαρτυρούν

Καλημέρα σύννεφο

Αναγνώστες