25 Ιουνίου, 2021

Βρέχει

Ξαφνικά βρέχει. Και εσύ δεν νοιάζεσαι που μας μουσκεύουν οι στάλες της βροχής τα κεφάλια, κυλώντας ανάμεσα στα αραιωμένα μας μαλλιά... Βρέχει και μουσκεύει το φόρεμα που σου έκανε δώρο η μαμά μας, ενώ συνεχίζεις να εξιστορείς τα ανδραγαθήματα του μπαμπά.

Βρέχει και η βροχή πέφτει πάνω στα άνθη της λεβάντας, αναβάλλοντας την κάθοδό της στο χώμα. Βρέχει και πάνω στα αυτοκίνητά μας που με τις πόρτες ανοιχτές πετούν προς τα μας κακά μαντάτα από τα ραδιόφωνά τους. Τρέχεις να χαμηλώσεις την ένταση και επιστρέφεις.

Βρέχει και όπως ρουφάς την μύτη σου μοιάζεις με μαθητούδι που ζητά ανυπόμονα κάτι να μάθει, κάτι καινούργιο για μένα από μένα. Σώθηκες! Σου μιλώ για την αγάπη που είχε για την ταχύτητα ο Πουτσίνι, δεν σου λέω πως είμαστε χαμένοι, πως από όλα εκείνα τίποτα δεν έχει μείνει. 

Σε απογοητεύω επειδή δεν δράττομαι της ευκαιρίας (ή δεν πέφτω στην παγίδα;) να αρχίσω να μιλάω για τέχνη και για πίνακες, για τόσα μέρη που δεν είδα, για τον φόβο μου πως ως εδώ που φτάσαμε ήταν το γραφτό μας. Βρέχει και σηκώνω το πρόσωπό μου προς τον ουρανό, να δω το φως που παίρνουν οι σταγόνες της βροχής περνώντας μπροστά από τον ήλιο που αρχίζει να ανατέλλει πάλι.


Στον Gabriele D' Annunzio



21 Ιουνίου, 2021

Προφίλ

Όλοι νομίζουν πως αυτό που βρίσκουν είναι μοναδικό. Πρώτα ήμασταν όλοι μαζί και ψάχναμε μαζί. Βρήκαμε τότε κάτι και το είπαμε θεό μας...Θεό. Βρήκαμε την μουσική μας και πιστέψαμε πως και αυτή ήταν μοναδική. Ήμασταν νεότεροι τότε και είχαμε δασκάλους. Πιό νέοι με πιό νέους δασκάλους. Ομορφότεροι μαθητές με σπουδαιότερους, ακούραστους δασκάλους που χτυπούσαν την καρδιά τους με την γροθιά και φώναζαν ακούραστα: "Αυτό είναι!" 

Και το απλούστερο πράγμα που ανακαλύπταμε, αμέσως το θεωρούσαμε σπουδαίο και μοναδικό. Τόσο βέβαιοι πως ήταν μοναδικό ώστε δεν θέλαμε να ψάξουμε γιά τίποτε άλλο. Δεν επρόκειτο να βρούμε κάτι πιό αληθινό. Όλοι όσοι ανακαλύπτουν κάτι πιστεύουν πως είναι μοναδικό. Έτσι και μείς...Μόνο που εμείς είχαμε και δασκάλους που και κείνοι πίστευαν πως αυτό που μας μάθαιναν ήταν μοναδική αλήθεια. 

Και με την γροθιά πάνω στο στήθος και τις φλέβες στον λαιμό φουσκωμένες, εγώ τους βλέπω ακόμα και εξακολουθώ να πιστεύω πως από τότε άλλες αλήθειες δεν βρήκα και ούτε μένει να βρεθούν.


12 Ιουνίου, 2021

Πολιορκία

 Αύγουστος 1995, ημέρα 16η και τίποτε από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί αν ήταν Δεκαπενταύγουστος ή αν είχε συμβεί τότε δεν θα το θυμόμουν σήμερα. 

Ώρα 15.00 και  κάποιος περαστικός από τον δρόμο πέταξε, από κει κάτω, στο μπαλκόνι μου έναν σκύλο κακό και άγριο, πεινασμένο και φαλακρό λες και ήταν η μετενσάρκωση τού... δεν θυμάμαι, έναν υπουργό μού θύμισε ή κάποιον παράγοντα πολιτειακό. Με όλα μου τα δίκια δεν το άφησα να περάσει έτσι. Γιατί, καλέ, μού πετάς σκυλιά ψοφίμια λέσια κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν σου τού είπα, ενώ τού ανταπέδωσα τα πυρά, βρίσκοντας έναν μεγάλο ποντικό πίσω από τα βιβλία μου που τον πέταξα προς το μέρος του. Έχεις την τηλεόραση του είπα και μπορείς εκεί να βρείς ό,τι θέλεις για να το στρέψεις εναντίον μου. Όμως κινούμαι εγώ...αμυντικά και επιθετικά, ανάμεσα στις σκοπιές.

Και λέξη τη λέξη, φράση τη φράση, αυτό το παράπονο το γεμάτο οργή και χωρίς ίχνος μεμψιμοιρίας, ανεξάρτητο από λογική ή αίσθημα δικαίου, δημιούργησε ανάμεσα στα νεύρα μου, στο πνεύμα μου και όχι στην ψυχή μου ένα νέο αντανακλαστικό, απαραίτητο για τις επόμενες πολιορκίες που θα έρχονταν.