30 Μαρτίου, 2022

Ορθώς έπραξες



Καλύτερα που πάλι δεν ετόλμησες

Πιο καλά που φοβήθηκες ξανά 

Σύρθηκες στο λαγούμι σου

Την σκαπούλαρες και σήμερα

Ναι, σαν δειλός. Σε είπαν χέστη και ευνούχο

Λίγο κουράγιο δεν έδειξες και "ορθώς έπραξες"

Αλίμονο!

Αγαλλίαση ένιωσες με την σκέψη πως είναι πολλοί εκείνοι 

που φοβήθηκαν κάποτε όπως εσύ
 
Σου δίνει θάρρος όταν βλέπεις κι άλλους να δειλιάζουν

Όταν φοβάσαι, το βάζεις στα πόδια με μάτια κλειστά
 
Χτυπά η καρδιά πιο γρήγορα, πιο δυνατά και νιώθεις ζωντανός
 
Στο κάτω κάτω έφταιγαν και οι πολλές σου γνώσεις

Εξ αιτίας τους κατάλαβες τι κίνδυνο διατρέχεις
 
Αντίξοες οι συνθήκες και ο άνεμος αντίθετος

Να κρύβεσαι, να αναβάλλεις, θα πει...νά είσαι σώφρων



20 Μαρτίου, 2022

Έκπληξη και απορία

 Άραγε οι πεθαμένοι μάς θυμούνται; Άραγε, αν μπορούσαν θα ξαναγύριζαν κοντα μας; Θα άφηναν τις φωλιές τους, τις στάχτες τους, τους υπόγειους χώρους που καταλαμβάνουν; Θα γίνονταν πηλός και πάλι ο ένας πίσω από τον άλλον, σαν τον πήλινο στρατό δίπλα στο Τείχος ;

Θα καταδέχονταν να μείνουν λίγο μαζί μας και να καθίσουν δίπλα μας βλέποντας τηλεόραση, ακούγοντας παλιές κασσέττες μαζί μας; Μουσική και φωτογραφίες κάτω από τα παλιά αμπαζούρ... Ίσως να υπήρχε η πιθανότητα να νοικιάσουν το διπλανό σε μας διαμέρισμα κάνοντας θόρυβο με την μετακόμισή τους, ενοχλώντας τις νύχτες μας με τα σκυλιά τους που δεν ησυχάζουν και ξύνουν τους τοίχους με τα στρογγυλά τους νύχια.

Κάποιες φορές εκείνοι οι αστείοι ήχοι που έβγαιναν από τα έντερα τών γέρων ανθρώπων που τώρα δεν υπάρχουν πιά, μου φαίνονται αλλόκοτοι όταν τους θυμάμαι κάτω από ορισμένες συνθήκες και μού έρχεται να σκάσω στα γέλια όταν βάζω τα γυαλιά μου  και παρατηρώ την σοβαροφάνεια στα πρόσωπα τών ασπρόμαυρων φωτογραφιών. Ηχητική υπόκρουση: τα φύσα των.

Γεράματα θα πει έκπληξη. Έκπληξη και απορία: "πώς έγινα έτσι, πώς άλλαξε ο κόσμος...Εκείνο δεν θα το δω, το άλλο δεν μπορώ ούτε καν να το φανταστώ". Γεράματα δεν σημαίνει αδυναμιά και ανημπόρια, ακράτεια και πάνες...Πριν από αυτά, πίσω από αυτά έρχεται αυτή η έκπληξη, η απορία.




11 Μαρτίου, 2022

Το Πανιδίν

 Θυμάμαι πολύ λίγα, θυμάμαι... πιο πολύ θυμάμαι πως όλοι εδώ και πέντε μέρες ή πέντε χρόνια μού λένε πως πια τίποτα δε θυμάμαι.

Κι όμως θυμάμαι κάτι που 'γινε πριν λίγα χρόνια -δεν πρέπει να 'ναι πάρα πάνω, ε;- ήμουν μια κοπέλα δώδεκα χρόνων  όταν γνώρισα τον μπαμπά μας, ένα όμορφο μελαχρινό αγοράκι που με κουνούσε ενώ καθόμουνα στον κήπο ντροπαλή πάνω στην μικρή την κούνια. Προφήτης Ηλίας. 

Τον γκρέμισαν μετά τον κήπο. Δεν θυμάμαι ποιός. Όλο εκείνο το μέρος έπεσε, άνοιξαν μια τρύπα στη γη κάτι μικρά ανθρωπάκια... σαν παιδάκια, κάνουνε ζημιές και τώρα, όπως κάνανε και τότε. Κάνει μαζί τους κι ο μπαμπάς μας ζημιές, χι χι. Για τον κήπο τότε δεν μπορώ πολλά να θυμηθώ, είμαι χαρούμενη όμως γιατί χτες ξαναζωντάνεψε στα μάτια μου εκείνος ο κήπος. Κάτσανε κάμποση ώρα όσοι γύρισαν, που είχαν φύγει για Γερμανία, Αυστραλία, Αμερική.

Στην ταράτσα στον Προφήτη Ηλία  μαζευόμαστε και από τότε πιά δεν θυμόμαστε  καμία έγνοια ή δυστυχία. Κάθε βράδυ έρχεται κάποιος από τα παλιά και δίνει το παρόν. Περνάει, κάθεται λίγο και ύστερα φεύγει. Λέει "Στο πανιδείν". Σημαίνει αυτό πως πάει σε ένα μέρος που το λένε Πανιδίν. Και όλοι το ίδιο λένε. Στο πανιδίν, στο πανιδίν. Μα τόσο ωραίο μέρος είναι; Μήπως πάνε εκεί και από δω περνάνε για μια βόλτα μοναχά;

Απόψε λέει θα 'ρθει κι ο μπαμπάς μας, εκείνο τ' όμορφο αγόρι το μελαχρινό...Να το ρωτήσουμε πού πήγε...πού πήγαν όλοι και αλητεύουν.