29 Νοεμβρίου, 2013

Στα δύσκολα, εσύ φάτα




Ρώτησα να μάθω
Αρώτηξα:
Πού είναι πιό ασφαλές
Να φυλάξω τα λεφτά μου
Όταν θα 'ρχότανε ο πόλεμος;

Σε κουτιά από τιτάνιο
Στο τούνελ τού Αγ. Γοτθάρδου
Κάτω απ' το στρώμα τής γιαγιάς
Στον τάφο τού προπάππου;

"Φάε τα, καλύτερα!" μου είπαν

Τόσα πολλά...Μα πώς;
Μια Μαζεράτι Μπιτούρμπο
Μιαν έσκορτ κάθε βράδυ
Μια λευκή, μια κινέζα, μια μαύρη
Μαγνητικό τομογράφο για το Νοσοκομείο να πάρω;

"Φάε τα, καλύτερα μωρέ!
Κι όταν σου λέω "φά' το"
Το εννοώ:
Στο στόμα σου χώστα, με δύναμη, βαθειά
Ώσπου να σου βγουν από τον πάτο!"


27 Νοεμβρίου, 2013

Τι θα πει "Ποιός είσαι; Δε σε ξέρω..."



Θα μπαινοβγαίνουμε στο σπίτι τού γεροπαράξενου από την πόρτα, από τα παράθυρα...απ' όπου βρίσκουμε τρύπα που να χωράμε να περάσουμε. Μια εγώ, μια εσύ. Θα πλησιάζουμε το γερόντιο και θα τού λέμε, εκεί που θα κάθεται μονάχο:

- Ρε παππού, τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα; Τι; ...Τι με κοιτάς έτσι; Τι θα πει "Ποιος είσαι; Δε σε ξέρω..."; Έλα να σε πάω για ύπνο. Έλα να σε πάει στο κρεββάτι σου ο ανηψιός σου, το καλό παιδί, ο γιός τής αδρεφής σου. Άσε την πλάκα τώρα "Δεν έχω αδρεφή, ήμουν μοναχοπαίδι"! Εξυπνάδες πάλι...Ξέχασες τον παππού μου; Λοιπόν, ο παππούς μου είχε δυο παιδιά, παππού: εσένα και τη μάνα μου. Τη μάνα σου τη θυμάσαι; Πάει καλά, δεν είναι και τόσο τρομερό να μη θυμάσαι καλά τους γονείς σου. Έχουν πεθάνει άλλωστε από καιρό. Πιό χοντρό θα ήταν να μη θυμάσαι την αδρεφή σου. Ναι...κι εκείνη "έφυγε" πρόσφατα, βέεεεβαια. Ναι, θλιβερή περίπτωση...ιατρικό λάθος. Πόσο υπέφερα! Κι ακόμα υποφέρω...Κι έχω κι εσένα που όλο ξεχνάς αυτά που σου λέω πως έχω τραβήξει!



Τη μια φορά θα του τα λέω εγώ, την άλλη θα τού τα επαναλαμβάνεις εσύ:

- Ρε παππού, ακόμα ξύπνιος είσαι; Έλα να σε πάω για ύπνο εγώ, ο καλός σου ο ανηψιός...Να δούμε τι θα θυμηθούμε κι απόψε από τα παλιά. Πιο πολύ εσύ, δηλαδή...Εγώ τα θυμάμαι. Να δούμε τι θυμάσαι. Κι αν μου πεις πάλι από κείνα τα τρελά σου, ότι τάχα ήσουνα μοναχοπαίδι, πως ταξίδευες στη θάλασσα τόσα χρόνια και δε σε θυμάται πια κανένας, θα γελάσουμε πάλι. Είναι ποτέ δυνατόν, υπάρχει άνθρωπος που να μην τονε θυμάται κανένας;

25 Νοεμβρίου, 2013

Αστεία

Δυο άνθρωποι που μαλώνουν είναι κωμικοί κι αστείοι, ανεξαρτήτως ηλικίας. Δυο νήπια που προσπαθούν να βγάλουν το ένα το μάτι τού άλλου είναι αστεία, τόσο όσο δυο γέροι που χτυπούν ο ένας το κεφάλι τού άλλου με το μπαστούνι. Οι καυγάδες ανά δυο μοιάζουν με κοκορομαχίες και κανείς δε δικαιώνεται από το αποτέλεσμα. Μια η Σελήνη κρύβει τον Ήλιο από τη Γη, την άλλη είναι η Γη που κρύβει τον Ήλιο από τη Σελήνη. Παλεύουν κι οι πλανήτες, μια ο ένας, μια ο άλλος... Διελκυστίνδα. Η απόσταση από δω ως εκεί, όμως, τα μεγέθη τών ουρανίων σωμάτων καθώς και το προβλέψιμο (κι υπολογίσιμο) τού πράγματος, καταργούν την αστειότητα.

18 Νοεμβρίου, 2013

Κατωκειανοί




Κανένας δεν φοβάται Κάτω εκεί
Όλοι οι Βάρβαροι είναι μαζεμένοι εδώ
Σκοτώνοντας τα μικρά μας αδέλφια
Χλευάζοντας ευνουχισμένους πατεράδες
Πατώντας τα παιχνίδια τών παιδιών
Είναι πολύ απασχολημένοι με μας εδώ οι Βάρβαροι
Γι' αυτό, Κάτω εκεί, κανένας δε φοβάται

Ψυχή...
Από τότε που εκείνη έφυγε από μέσα μου
Το σώμα μου δεν ξεπέφτει πιά σε ανοησίες
Γίνεται όλο και πιό εύρωστο, πιό δυνατό
Εξίσου δυναμώνουν μυαλό και μύες
Εύρωστος νους, αποζητάει το φευγιό
Το θαρραλέο σώμα διώχνει τη σκέψη τής λιποταξίας

Προσεύχομουν, ξερίζωνα κι έκοβα δέντρα
Με το ξύλο τους έφτιαχνα σχεδίες με ψηλούς σταυρούς
Μα όπως δεν αποφάσιζα ποτέ να φύγω από εδώ
Τα έκαιγα όλα και ζεσταινόμουν στη φωτιά τους

Μ' αυτή τη ζέστη περνώ μια χαρά εδώ
Εδώ που μου σκοτώνουνε τ' αδέλφια
Προτιμότερη η ζωή εδώ με όλους της τους θρήνους
Παρά η ανεμελιά τού "Κάτω εκεί"
Εκεί όπου ζουν όλοι οι Κατωκειανοί αρμονικά
Φύλαξ άγγελος τους φυλάσσει από κινδύνους
  

14 Νοεμβρίου, 2013

08 Νοεμβρίου, 2013

Όχι όπως εσύ


                                           Κίνδυνοι διάφοροι για τα παιδιά
                                                   
Το φάντασμα που βλέπεις ν' απλώνεται σαν το άρωμα τού καφέ, κατακάθεται στα έπιπλα ολούθε μέσα στο δωμάτιο. Πάνω στις κεφαλές ημών και των τέκνων μας σταματά το χρόνο. Εμείς, όλη η σύναξη, αγαλιάζουμε κι ευτυχούμε.



Πατροπαράδοτη η ευχή (για το νήπιο):

Αχ και να ζήσει, ποτέ ας μην αποθάνει
Τι πιο όμορφο απ' το ότι παραμένει ζωηρό και δυνατό
Που δεν γνωρίζει τη φθορά και
Θα δεις, δε θα πεθάνει!
Συνάμα μένει μικρό κι αθώο όπως ήταν
Δεν ενηλικιώνεται



Δώρο (για το νήπιο):

Ταξίδι μακριά πήγαν σε χώρα που δε βρέχει ποτέ, περίμεναν να βρέξει πέρλες. Πήραν πολλές για το μωρό, πιο λίγες για τους καλεσμένους.



Σκέφτηκα (γι' αυτό το πλάσμα):

Νουνεχής να είναι άνθρωπος
Θύμα ενηλικίωσης και γήρατος και τέλους
Όχι σαν κάτι άλλους
Όπως εσύ, που κανένας ποτέ, την ιστορία σου δεν πίστεψε:
Τάχα, τόσων χρόνων άνθρωπος, ποτέ
ΜΑ ΠΟΤΕ';  ΠΟΤΕ';
δεν σε είχε αγγίξει ο θάνατος.


04 Νοεμβρίου, 2013

Σκύλαρος





Όποιος πληρώνει, ξέρει...Έχει και ψιλά πάντα μαζί του, για να επιστρέφει ρέστα. Ειδάλλως μπορεί να σε κεράσει έναν καφέ ώστε να του επιστρέψουν κέρματα.
Κανένας δεν κοιτά αυτόν που πληρώνει, όλοι προσέχουν το μαγαζί:
Μήπως κλείσει, μήπως δεν θα 'ναι αυτό που είναι, μήπως δεν θα είναι καθαρό;

Είπα να μείνω με την ίδια εικόνα στα μάτια, για να γίνω πιο ανθεκτικός στην αδικία. Γέρνω το σώμα μου ώστε να βγάζω το κεφάλι μου από το παράθυρο. Δεν μου αρέσει η μελαγχολία, μα αν εσύ τη μισείς τότε θα την αγαπήσω...και θα ευχηθώ να βρέξει. Σε βλέπω εκεί έξω, να γίνεσαι μούσκεμα.

Δυστυχώς, σε λίγο σταματά η βροχή. Δε βρέχεσαι πια, αρχίζεις να στεγνώνεις. Χαμογελάς κιόλας!
Τεράστιος σκύλος ήθελα να γινόμουνα και να πηδούσα από το παράθυρο τού μαγαζιού, να σε πάρω από πίσω στο κατόπι. Να μαζευτούνε όλοι να χαζέψουν, να δούνε την κατάληξή σου, που σε δαγκάνει και σε τσαλαπατάει ο σκύλαρος. Κι εκεί που θα ήλπιζες, προς στιγμή, πως ήσυχο θα σε παρατήσω, τότε πάλι να άρχιζε δυνατή βροχή να πέφτει.