23 Φεβρουαρίου, 2015

20 Φεβρουαρίου, 2015

Λίγος χρόνος

Αποτέλεσμα εικόνας για feste


Θα βρίσκω πάντα λίγο χρόνο
να σ' ανταμώνω
Χαρταετός Καθαράς Δευτέρας
Επιτάφιου λαμπιόνι
Καθείς το χρόνο του αναλώνει
απροσχεδίαστα πέρα για πέρα
Μα πόσο θα κρατά ο "λίγος χρόνος"
τι θα προλαβαίνουμε να λέμε;
Μια μπύρα, ένα τσιγάρο κουβέντα
ξέχασα
δεν πίνω πια, δεν καπνίζω
Καμιά ανοησία ας λέμε
κι όσο για μένα
τα λόγια μου θα 'ναι μετρημένα
σύντομα, κοφτά
αλλά θα ακούγονται πολλές φορές

14 Φεβρουαρίου, 2015

Πόρτες


Risultati immagini per porte aperte


Είδα στο έδαφος μια λαμπερή αρμαθιά κλειδιά κι έσκυψα να την πιάσω. Αυτό συνέβη...σε ένα δρόμο. Πολύ οικείος σε μένα ο δρόμος. Άγνωστο, όμως, το πότε βρέθηκα εκεί. Σηκώνοντας από το έδαφος το βαρύ μεταλλικό συνοθύλευμα, έβλεπα τα κλειδιά, ένα-ένα, να εξαφανίζονται. Ύστερα από λίγο δεν κρατούσα πια τίποτε στα χέρια μου. Ούτε έναν κρίκο ούτε μια αλυσίδα κυκλική.

Δεν υπήρχαν πια τα λεπτά που πέρασαν πριν σκύψω ούτε η πρωινή διαδρομή μου ούτε καν ένα τμήμα τού περιπάτου μου.

Στη μνήμη μου αργότερα δεν μπορούσα να βρω το πρωινό τής δεδομένης ημέρας. Πότε είχα φύγει από το σπίτι άραγε;

Μόνο πόρτες...Πόρτες κι άλλες πόρτες έβλεπα πίσω μου ανοιχτές.

Είδα, για μια στιγμή, την προηγούμενη ζωή μου σαν μια σειρά από πόρτες που βρήκα κλειστές, κατάφερα να τις ανοίξω κι έπειτα τις έκλεισα πάλι με ένα δικό μου τρόπο, σαν να άλλαξα τις κλειδαριές για να είμαι βέβαιος πως κανείς άλλος δεν θα περάσει από εκεί.

Μόνο εγώ.

Ποιός εγώ, όμως; Δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου μέσα σ' αυτόν τον ανθρωπάκο που όλα τα κλειδιά που είχε φυλάξει, χωρίς να το αντιληφθεί τα είχε απωλέσει. Και τυχαία, σε μια πρωινή βόλτα -δίχως να έχει συναισθανθεί την απουσία τους- τα κράτησε στο χέρι του για λίγα δευτερόλεπτα, απορώντας. Ώσπου βρέθηκε πάλι με άδεια χέρια.

Μόνο που είχα ξαναθυμηθεί τις πόρτες.




05 Φεβρουαρίου, 2015

Γιατρέ...



Όταν σε δυσκολεύει η διάγνωση, προχώρα κατ' ευθείαν στη θεραπεία.


04 Φεβρουαρίου, 2015

Κέντημα




Στην όχθη τού ποταμιού, αργά το βράδυ, ζωντανεύουν οι πόθοι. Κάθε κορίτσι ξαπλώνει, τσιρίζει με νάζι, νωχελικά τεντώνει τη ράχη. Στα δέντρα τραγουδάνε κλωστές γαλανές που πάλλονται και λάμπουν. Τα πουλιά στα κλαδιά οσμίζονται έναν έρωτα - κεραυνό. Υψηλές ζωές, λες. Έωλες.

Δεν υπάρχει έρωτας, άλλοι λένε...Δεν υπάρχει αγάπη, λένε οι ρίζες και το χορτάρι, οι σκώληκες, οι χαμηλές ζωές. Πεζές.

Τα ακούει η Αλίκη όλα αυτά και γυρίζει τρομαγμένη να κρυφτεί στο παραμυθόσπιτο που έχει χτισμένο μες το κέντημα, σε τόπο δυσπρόσιτο. Μετράει πόση κλωστή έχει η εικόνα που βλέπει γύρω, σε όλες τις διαστάσεις. Με μια μεζούρα, κάτω από τη λάμπα, περνάει τη νύχτα. Τη μέρα όμως τη βλέπεις εκεί, στο παράθυρό της να λογαριάζει:

Τόσος ο κόσμος της...τόση η κλωστή.