28 Οκτωβρίου, 2026

Το κελί

 Το γαργοϋλικό τέρας που τόσο καιρό διατηρούσα στην ζωή δίνοντάς του να φάει σιχαμένα αποφάγια, όταν με έβλεπε γρύλιζε τρυφερά, λες και με ευχαριστούσε. Ένα χαμόγελο σαν αυτό τών επαιτών και δυο υγρά μάτια στρέφονταν προς εμένα. 

Ανταπέδιδα έναν απαξιωτικό μορφασμό... Μία των ημερών πηγαίνοντας για την τροφοδοσία του, δεν βρήκα εκεί το τέρας. Παρόλο που η συνήθης δυσοσμία του δεν ήταν πια παρούσα, υπήρχε η αίσθηση πως κάτι ζούσε εκεί μέσα...θόρυβοι, ψίθυροι και ένα φως που έτρεμε. 

Ψάχνοντας βρήκα ένα ανθρωπάριο παχουλό και κοντό με όψη βρέφους που χαμογελούσε με δυο δοντάκια να ανατέλουν...ένα πρόσωπο σαν αυγή. Του χαμογέλασα από καρδίας και εκείνο δεν άλλαξε όψη: γελαστό ήταν, γελαστό παρέμεινε. Σκέφτηκα πως σε ένα τέτοιο αγγελούδι άξιζε ένα πολύ καλύτερο πιάτο με γευστική και υγιεινή τροφή. 

Γύρισα στο σπίτι και επέστρεψα με δύο πιάτα γεμάτα λειχουδιές και φρούτα διαίτης. Έφαγε αχόρταγα και κάθησε στο πάτωμα. Έπαιζε και το έβλεπα από πίσω μέχρι που γύρισε το κεφάλι του προς εμένα. Το κοίταξα με τρυφερότητα, χαμογέλασα πατρικά. Εκείνο γρύλισε και μου χαμογέλασε με ένα χαμόγελο σαν αυτό των επαιτών και δυο υγρά μάτια.

22 Σεπτεμβρίου, 2026

Άνδρας προς άντρα

 Τα μοιράζονταν σχεδόν όλα ο Γιώργος κι ο Αντώνης. Όλα εκτός από ένα διαμέρισμα, ένα σερβίτσιο πιάτα και μια σειρά έπιπλα. Περνούσαν πολλές ώρες ο ένας στο διαμέρισμα του άλλου ξοδεύοντας αμέριμνοι αγκαλιές. Ο Γιώργος όταν αναφερόταν στον εαυτό του τον αποκαλούσε "Γεωργία" και ήταν πολύ περήφανος όποτε τον αποκαλούσε έτσι κι ο Αντώνης.

 

"Μπορεί να γνωρίζει κι άλλους άντρες αλλά μόνο εμένα καταχώρησε στην ατζέντα του ως θηλυκό: Γεωργία".

Ήταν η άμυνά του του αυτή όταν τον κυρίευαν οι αμφιβολίες σχετικά με τα αισθήματα τού Αντώνη. Έβλεπε τότε τα όνειρά τους να γκρεμίζονται όλα μαζί: Το δάνειο που ήθελαν να πάρουν για να ζήσουν επιτέλους κάτω από μια στέγη, η αγορά των οικοσυσκευών που δε γινόταν, η γνωριμία των συμπεθέρων που πήγαινε από αναβολή σε αναβολή...

 

Αναρωτιόταν ο Γιώργος τι να φταίει που δε θα ζούσε ποτέ με το ταίρι του. Στους μοναχικούς περιπάτους του καθόταν στα παγκάκια χαζεύοντας τα "κανονικά" ζευγάρια -πώς να τα διαχωρίσει από τη δική τους περίπτωση; Άλλη λέξη δεν έβρισκε- να περπατάνε χέρι χέρι, να σταματάνε για ν ‘αγκαλιαστούν κι ύστερα πάλι να συνεχίζουν το δρόμο τους στεφανωμένα μ' εκείνη τη λαμπερή μωβ αύρα που μόνο εκείνος μπορούσε να δει με τα μεγάλα καστανοπράσινα μάτια του. Λίγο ζήλευε και λίγο σκανδαλιζόταν, γύριζε αλλού το βλέμμα δαγκώνοντας τα χείλη του, ίσιωνε την κυρτωμένη του ράχη και συνέχιζε το άσκοπο περπάτημα με τις στάσεις μπροστά στις βιτρίνες.

 

Ο Αντώνης δούλευε στο κομμωτήριο και συνήθως δεν είχε πολύ χρόνο για να σκεφτεί την ονειρεμένη σχέση, την τακτοποίηση, τα δάνεια, το σπιτικό με μια...εντελώς αδελφή, ένα gay, με τα λόγια θα παίζουμε;

Έτσι τού είχε πει: "Δεν είμαι σίγουρος για μας, Γεωργία. Μπορεί να βρω μεθαύριο μια κανονική σχέση, μια σχέση με μια γυναίκα, δεν ξέρω αν μπορώ να μείνω σε μια σχέση σαν τη δική μας για πολύ καιρό. Γιώργο, δεν είμαι ομοφυλόφιλος εγώ...μ' εμάς έτυχε επειδή είσαι τόσο όμορφος και σαγηνευτικός, ζωγραφίζεις τόσο όμορφα, έχεις το χάρισμα, δεν μπορώ παρά να σε θαυμάζω. Αλλά...".

 

Πόσο πολλά ήταν εκείνα τα "αλλά" του Αντώνη που άφηναν τον Γιώργο ξεκρέμαστο, να περνάει τις ώρες του μ' ένα χαρτί μπροστά του προσπαθώντας να ζωγραφίσει κάτι ή να γράψει μια μικρή ιστορία από εκείνες που τόσο αγαπούσε να γράφει. Έγραφε και όμορφες ιστοριούλες ή πάλι κανένα ποιηματάκι σαν εκείνα του Sandro Penna που είχαν επιτυχία όταν τα απήγγελε στην παρέα τους κι όλοι ήξεραν ότι κάθε στίχος μιλάει για τον Αντώνη.

 

Ο Αντώνης πάλι ούτε ένα στιχάκι δεν είχε αφιερώσει ποτέ στον Γιώργο που είχε διαβάσει και ξαναδιαβάσει τα ποιήματά του και τα έβρισκε κάθε φορά "πιό υπέροχα!" από τις άλλες φορές.

Καμμιά φορά, διαβάζοντας μερικές αράδες του Αντώνη, ένιωθε τέτοια ευχαρίστηση που έπαιρνε βαθιά εισπνοή σηκώνοντας τούς τεράστιους ώμους του, έκλεινε τα μάτια κι επαναλάμβανε τους στίχους.

 

Με το πέρασμα τού χρόνου ο Γιώργος άρχισε να φτωχαίνει από ιδέες κι έβλεπε πως ο καιρός περνούσε, εκείνος δεν έγραφε πιά ούτε κανένα σκόρπιο στιχάκι για να το προσφέρει στο ταίρι του.

Συνέχιζε τις βόλτες του, συνήθως στο Θησείο, καθόταν στο τοιχάκι κοντά στο σταθμό τού ηλεκτρικού και παρατηρούσε τον υπόλοιπο κόσμο. Χαμογελούσε ασυναίσθητα όταν η ματιά του έπεφτε πάνω σε καμμιά μαθήτρια που έτρεχε γελώντας προς κάποιο νεαρό κι ύστερα οι δυο τους απομακρύνονταν μέσα στην οικεία πιά σ' αυτόν μωβ αίγλη, που άλλοτε γινόταν κόκκινη φωτιά κι άλλοτε κατάλευκο φως.

 

Καταχνιά και ερημιά γίνονταν όλα τότε. Θυμόταν, από τη Ρουμάνα μητέρα του, τη λέξη για την "καταχνιά της ψυχής": Pustiu.

"Πούστης και pustiu..." έλεγε μέσα του.

 

Ήταν σε κάποιον από αυτούς τους περιπάτους που, βήμα-βήμα, δρόμο με δρόμο, δάκρυ στο δάκρυ, μια μέρα σκόνταψε στην πραγματικότητα που του έλεγε σκληρά μα και ρομαντικά πως τα χρώματα της αγάπης, οι μωβ αύρες της, οι στίχοι της κι οι αγκαλιές της, δεν ήταν μοιρασμένες ομοιόμορφα σε όλους κι ίσως εκείνος να έμενε για πάντα ένας θεατής τους.

Ένας θεατής μονάχος σε έναν άδειο κινηματογράφο, βλέποντας ένα φιλμ όπου ό,τι πιό όμορφο υπάρχει στη ζωή παίζεται ανάμεσα σε ένα δυνατό άντρα που γελά γοητευτικά και μια νεαρά που κλαίει με το όμορφο πρόσωπο της χωμένο ανάμεσα σε δυο μαξιλάρια.


18 Αυγούστου, 2026

Σκεύος Ηδονής

 

Αυτά λοιπόν έλεγαν γι αυτόν

πως ήταν όμορφος πολύ, δανδής

αυτός , ο Σκεύος ο Ηδονής

Σκεύο, είσαι μεθυστικός κι εθιστικός

λάμπεις ακόμα, είσαι...ακόμα λίγο

μα δεν τολμάς τώρα να αλλάξεις τη ζωή σου

και στα πολύ λίγα αρκείσαι

Για τις ματιές κάθε μιανής καυχιέσαι

μένοντας στάσιμος και μίζερος

ανεκπλήρωτος κατηφής

σάμπως να έχεις γεράσει...


Γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί μας;

Εμείς συχνάζουμε σε συνεστιάσεις

πίνουμε και κάνουμε γνωριμίες

δημιουργούμε νέες προοπτικές, σενάρια

από τα οποία εσύ μένεις πάντα έξω

Μετράς τις μέρες σου αντίστροφα

έχεις ίσως ακόμα ανεκπλήρωτους στόχους

μα, λες, να τους ξεχάσεις


13 Ιουλίου, 2026

Ο σκλάβος Kunta kinte

 


Είχε κρατήσει μακριά του τους ανθρώπους λίγο εξ αιτίας τής δυσβάσταχτης αίσθησης που τού προκαλούσε το καθημερινό χάσιμό τους, λίγο εξ αιτίας τού κρύου που είχε ο ίδιος στην καρδιά. Το καθημερινό μαρτύριο καμμιά φορά γίνεται "μαρτύριο" μόνο και μόνο επειδή είναι ... καθημερινό. Κατά τ' άλλα, το να αποτραβιέσαι -αραιά και πού, όμως- στη σκλαβιά σου με την αίσθηση πως σού πάτησαν ένα ήδη πονεμένο πόδι δεν αποτελεί μαρτύριο. Θα μπορούσες να το αποκαλέσεις "μια ακόμη στραβή μέρα".

Κάθε πορεία, κάθε προσπάθεια, εξυπακούεται πως δεν γίνεται απαραιτήτως με στόχο ένα επίτευγμα, ένα βήμα προς τα πάνω. Για κάθε δρομέα υπάρχουν οι δάφνες τού Μαραθώνιου, όπως υπάρχουν  και τα καρφιά τού Γολγοθά. Σκέφτομαι τους σκλάβους τών παλιών καιρών που δείχνανε τα μούσκουλά τους και τα δόντια τους για να αγοραστούν από κάποιον. Οι πιό γεροί σπάνια αγοράζονταν από φιλεύσπλαχνο αφεντικό. Ο δυνατός ο δούλος χρειαζόταν σκληρό αφεντικό γιατί ξέφευγε πιό εύκολα από τον ασθενικό.

Κάποιοι σκλάβοι ακολουθούν το δρόμο τού αξιοπρεπή σκλάβου που, αφού πουληθεί, έχει χρέος να αρχίσει τις αποδράσεις. Η αποτυχία στην απόδραση δε σημαίνει όμως μόνο παραμονή στη σκλαβιά. Στοιχίζει, για παράδειγμα, ένα κομμένο πόδι στον Κούντα Κίντε. Κι η επόμενη απόδραση γίνεται πιό δύσκολη ή και αδύνατη. Τού μένει να επιστρέφει στη σκλαβιά του, μ' εκείνο το σακατεμένο πόδι, όπως λέγαμε. Εκείνες οι στιγμές σμιλεύουν το άγαλμα τής δυστυχίας: δεν υπάρχουν πιά ούτε όνειρα για απόδραση, όταν περπατώντας σέρνεις πίσω σου ένα σακατεμένο πόδι.

Γλυκαίνει μόνο τη μνήμη σου η πρώτη η φορά που πήγες να το σκάσεις αλλά πιάστηκες. Τι όμορφη όμως που ήταν η πρώτη εκείνη σκέψη που έκανες μόλις έπεφτες στα χέρια τους: "Την επόμενη φορά, την επόμενη φορά θα τους ξεφύγω!".

17 Ιουνίου, 2026

Έξοδος

 Από το πλατύ και ψηλό μπαλκόνι του δωματίου της στο Hotel ROYAL, ανήσυχη και χλωμή κοιτούσε μακριά τον ορίζοντα μέχρι που τα στρογγυλά της μάτια συνάντησαν εκείνο τον ήλιο τον κατακόκκινο, στο απογευματινό του πλησίασμα προς τη θάλασσα...μια θάλασσα τόσο γαλήνια.

Εντελώς ξαφνικά αντιλήφθηκε τη διακριτική παρουσία εκατοντάδων μακρουλών, σκοτεινών και κοφτερών σύννεφων που, μέσα στο μυαλό της, αποκάλυψαν τη συνομωσία και της έγινε εμφανές αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Την ίδια στιγμή τα αρώματα των λουλουδιών γύρω της εξαφανίστηκαν μεμιάς. 'Oλα τα χρώματα αυτού του κόσμου άφησαν τις θέσεις τους και τα πάντα μεταμορφώθηκαν σ' ένα κλάμα βαθιά μέσα στο στήθος της.

Άκουσε τον ψίθυρο μιας γριούλας την οποία εκείνη παρ' όλα αυτά δεν έβλεπε πουθενά. Κι όμως μπορούσε ν' ακούσει καθαρά τα λόγια της:
"Να! Τη χλιαρή ώρα που εμείς ξένοιαστοι θα καλωσορίζουμε την ανατέλλουσα σελήνη, απ' αυτόν τον μυρωδάτο ουρανό της ανοιξιάτικης βραδιάς θα πέσει μια ασταμάτητη βροχή από αίμα. Θα γίνει ακριβώς τη στιγμή που αυτά τα σύννεφα-ξίφη θα αποφασίσουν την απότομη κι αιφνιδιαστική επίθεσή τους εναντίον του νυσταγμένου και αποκαμωμένου ήλιου."

Ένιωσε ένα μεγάλο φόβο. Θέλησε να ξεφύγει...μετά έσφιξε τα χέρια της δυνατά πάνω στα κάγκελα με τέτοια δύναμη που θα αρκούσε να σώσει παραπάνω από μια φορά αυτόν τον κόσμο -κι ίσως ακόμη κι έναν άλλον σαν αυτόν- από τις αμαρτίες του, τον πόνο του, την απέραντη μοναξιά του...

Τι θλιβερό πράγμα είναι οι σκέψεις που γίνονται, οι ίδιες κι οι ίδιες, χιλιάδες φορές! Και πόσο αβάσταχτα στενάχωρο να είσαι μόνος ή με παρέα, έχοντας στην ψυχή την αίσθηση μιας ακαθόριστης απώλειας ή μιας αμαρτίας χωρίς να καταλαβαίνεις ούτε από που προέρχεται αυτό ούτε πού σε πηγαίνει. Να ρωτιέσαι αν το φταίξιμο ήταν δικό σου...μετά να ξαναρωτιέσαι ξανά και ξανά. Κι ύστερα πάλι απ' την αρχή!

Ανασηκώνοντας λίγο τα πόδια της από τα πλακάκια του μπαλκονιού, σπρώχτηκε προς τα εμπρός, ακουμπώντας την κοιλιά της πάνω στα κάγκελα, τη μήτρα της για την ακρίβεια. Μήτρα-άδειο σπίτι, ούτε μια μικρή ζωούλα δεν είχε κατοικήσει εκεί μέσα. Τίποτα δεν θα είχε ν' αφήσει σ' αυτόν τον κόσμο που τόσα περιμένει από μας!

Μετά από λίγο, αργά-αργά, οι ευωδιές και τα χρώματα άρχισαν να επιστρέφουν στις θέσεις τους. Με μεγάλη καθυστέρηση, καθώς φαίνεται, γιατί όλα αυτά δεν είχαν πια σημασία για κείνη, κανένα πια ενδιαφέρον. Και το μπαλκόνι κενό ήταν.

Ξέσφιξε τα χέρια της δειλά-δειλά από τα κάγκελα και τ' άφησε όλα, χαρές και λύπες, πάνω σ' εκείνο το κενό μπαλκόνι βουτώντας σ' ένα άλλο κενό, πιο φιλικό και πιο φιλόξενο γι' αυτήν.