27 Απριλίου, 2022

Την ίδια περίπου χρονική περίοδο

Εκείνο το καλοκαίρι είχε κάνει αίσθηση η δολοφονία ενός νεαρού μοναχού στους κήπους τού Βατικανού. Είκοσι τρείς μαχαιριές έλεγε το πόρισμα πως είχε δεχτεί το θύμα από άλλον μοναχό που έδρασε με αυτόν τον τρόπο πάνω στον παροξυσμό που τον οδήγησε η επίμονη ενατένιση τών γραμμών στα μυώδη σώματα των εικόνων τού Μιχαήλ Αγγέλου. 

Την ίδια χρονιά, μια μέρα του ίδιου καλοκαιριού, έτυχε να λιάζεται χαζεύοντας μερικούς νεαρούς στην Σκαλινάτα, ο Ρίτσος που έβρισκε ευχάριστη την φασαρία που έκαναν. Ο ζωγράφος που εκείνη την στιγμή αποτύπωνε το πορτραίτο του, παρέδωσε στον ποιητή έναν πίνακα, για τον οποίο εκείνος εξανέστη. Μάτια γλαρωμένα, στόμα μισάνοιχτο. Από πού κι ως πού... πού...

Πίσω στην ιστορία τού εγκλήματος στο Βατικανό. Ο αφελής αλλά ανοιχτόμυαλος αξιωματικός που ανέλαβε την εξιχνίαση τής δολοφονίας, αφού κατάρτισε μια λίστα ατόμων που έπρεπε να ανακριθούν παρέθεσε ένα παράρτημα ανακριτέων προσώπων όπου πρώτος εμφανιζόταν ο τότε Ποντίφηξ. Του δόθηκε η ευκαιρία μιας συνάντησης...Μήπως θέλεις τέκνον μου να ρωτήσεις αν Εγώ έχω άλλοθι; Κλαίγοντας ο επιθεωρητής ψέλλισε "Μάλιστα". Δυο μήνες μετά εγκαταστάθηκε σε ένα νησάκι του συμπλέγματος Λίπαρι. 

 Πριν επιστρέψω, δυο μέρες ολόκληρες γυρνούσα με θλίψη στα μικρά δρομάκια τής πόλης. Ώσπου, έκπληξη: Να ήξερες τότε πως σήμερα θα έριχνες τα Ταρό στην οδό Μαργκούτα, για λίγα ευρώ! Πέρασα και μού έριξες τα χαρτιά...Όλα σωστά τα μάντεψες και την ζωή μου την διηγήθηκες στην λεπτομέρεια. Μόνο που δεν με αναγνώρισες. Δεν κατάλαβες ποιός ήμουν.


21 Απριλίου, 2022

Βραδιά με την Μ.

Παράξενη η δεξίωση, φίλοι μου, που με κάλεσαν να πάω εκείνο το βράδυ. Όλος ο κόσμος τη ντάμα μου κοιτούσε με θαυμασμό πολύ ενώ σ' εμένα σουφρώνανε όλοι τα μούτρα περιφρονητικά. Φορούσε εκείνη τη φούστα τη στενή και αιωρήσεις ξετσίπωτες έκανε με τους γοφούς της σάμπως ζητώντας γελαδάρη στιβαρό, από το βούνευρό του να χτυπηθεί. 

 Έριχνε το βλέμμα της τριγύρω, κερνώντας φαντασίες κάθε αρσενικό. Τ' άρωμά της ξεπηδούσε από το πρόστυχο μπούστο της, τρέλαινε τις κιθάρες κι εκείνες ανάβλυζαν τραγούδια που κι εμένα θα κάναν ποιητή. Μα αντί για σκέψεις ποιητή είχα στο σακάτη το νου μου στραγγαλισμού εργαλείο φτιαγμένο από χορδές κιθάρας mi, la, re, sol, si...

 Ό,τι είν' όμορφο πες το "κακό" κι ό,τι άσχημο είναι "πρόστυχο" πες το. Τρεις σιτεμένες δίπλα μου είχαν κιόλας από τη ζήλια τους ζαλιστεί και μια παρέα από άντρες σαν άξεστοι μεθύστακες τη φανταζόντουσαν σχεδόν γυμνή. Ο σερβιτόρος την είχε περίτεχνα ζωγραφίσει σ' έναν τοίχο με χρώμα άλικο, σαν παρμένο από αίμα γουρουνιού. Έπειτα μου 'παν πως ο άμοιρος ξετρελάθηκε απ' το έργο του κι έτσι έφτασε λίγο πιό ύστερα στο φονικό.

 Στο τέλος της νύχτας ούτε μια λέξη δεν είχε βγει από το μαβί στόμα της όπως συνήθως γίνεται όταν ξέρεις μόνο στίχους και όμορφα λόγια να λες. Συνέχισα να ψάχνω στο τραπέζι της συνάντησης πειστήρια όπως κάνουν οι άφρονες που ενθύμια κυνηγούν. Πρέπει να ρουφάμε την όμορφη στιγμή για να γεμίζει ο νους μας από ωραίες εικόνες όταν η στιγμή θα 'χει πιά χαθεί.

 Η κ.Μ. όπως τη φωνάζουν οι φίλοι της, όλοι κύριοι τού καλού τού κόσμου, καθόταν απέναντί μου ως το πρωί, χλωμή και σιωπηλή, πίσω απ' τα μακριά της κατάμαυρα μαλλιά. Αγέρωχη στην καρέκλα της είχε σφιχτά στερεωθεί με κιθάρας χορδές, τεντωμένες και κοφτερές. Από το λαιμό και τους καρπούς της στο πάτωμα έσταζε κόκκινο υγρό με χρώμα άλικο σαν απ' το αίμα του γουρουνιού.

 Έπειτα τρεις γυαλιστερές μαύρες κιθάρες ήρθαν κοντά μας μεσ' το ακριβό ρεστοράν και παίζαν πίσω από την κυρία Μ. μια μελωδία παλιά, της νιότης μου, νοσταλγική. Είχαν οι κιθάρες μόνο από μιά χορδή, τη μι καντίνι, και λίγα λόγια παθιασμένα συνοδεύαν, λόγια ρομάντζου, γλυκά γαλλικά.