17 Οκτωβρίου, 2009

Ο σώζων εαυτόν...



Όλο το παιχνίδι έχει ήδη χαθεί από τη στιγμή που αρχίζει να ακούγεται τριγύρω αυτό το αναθεματισμένο "ο σώζων εαυτόν σωθήτω". Αυτός ο πανικός,η κλαγγή των πεών που έλεγαν οι γραφικοί της ψυχανάλυσης. Αυτό το σύνθημα του αλυτάρχη που λέει "σωθείτε,ει δυνατόν όλοι" κι έτσι σας ενώνει αλλά μπορεί και να σας χωρίσει: "σωθείτε,ακόμα κι ο ένας εις βάρος όλων των άλλων". Αρχίζουν τότε οι πλάγιες ματιές. Ποιός θα πληρώσει τη δική μου σωτηρία; Για ποιανού τη σωτηρία θα πάω εγώ αδιάβαστος;

Γι αυτό σου λέω,είναι να μη φτάνει εκείνη η στιγμή. Οι σωσίβιες λέμβοι κατεβαίνουν-σίγουρα- αλλά κάνουν αυτόν τον εκκωφαντικό θόρυβο που σε παραλύει. Λες και φοβάσαι πως η λέμβος θα πέσει στο κεφάλι σου. Μερικά πράγματα είναι φτιαγμένα για να μας σώζουν κι έτσι τ'αντιπαθούμε εξ ίσου με όλα τα κακά απο τα οποία μας απαλλάσσουν αφού,στο μυαλό μας,τα συνδέουμε μεταξύ τους. Ο φόβος φέρνει την αντιπάθεια. Ο φόβος για το σωτήρα. Γιατί μοιάζει να μην έχει τελικά τόσο πολύ σημασία η σωτηρία! Εσυ π.χ. τι θα προτιμούσες; Μια μάχη για τη σωτηρία που θα κρατούσε ώρες η ένα θάνατο που θα τέλειωνε σε κλάσματα δευτερολέπτου;
Να το θέσουμε κι αλλιώς:

Μετά από ένα χρόνο σε κώμα έρχεται κάποιος και σε "ξυπνάει". Να κάνεις τι; Ο κόσμος σ'έχει ξεχάσει, πέρασε την οδύνη της απώλειάς σου κι εσύ επανέρχεσαι... ανανεωμένος για να ξαναβρεθείς εκ νέου αργότερα στο χείλος του γκρεμού δημιουργώντας πάλι απ'την αρχή όλον αυτόν το δυσάρεστο θόρυβο γύρω από το άτομό σου...Μια ζωή με δυο θανάτους. Αλλη δουλειά δεν είχες;! Αν ήτανε στο χέρι σου, μου φαίνεται, δε θα ξεκόλλαγες ποτέ από δω. Χίλια χρόνια θα καθόσουν να παίζεις αυτό το παιχνίδι, το φεύγω-κάθομαι, χάνω-κερδίζω. Αρχίζω να πιστεύω πως είσαι ένας αθεράπευτα νάρκισσος που θα επέμενε να συνεχίσει να ζει έως και πεντακοσίων ετών πιστεύοντας πως είναι αγώνας για επιβίωση αυτό το σύρσιμο της κοιλιάς στο έδαφος με τους περίτεχνους ελιγμούς.

Ναι αλλά έτσι, επειδή όλοι μας θέλουμε να ζήσουμε -αν γίνεται- αιώνια, φτάνει κάθε τόσο η στιγμή που ακούγεται εκείνο το αναθεματισμένο, που σαν ταμπελίτσα με παροιμίες στον τοίχο μιάς ταβέρνας κρεμασμένη, δίνει το σύνθημα: "ο σώζων εαυτόν σωθήτω", λες και πρόκειται για κάτι απλό, σαν το "η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά".

Όλο τα ίδια

Προτού αρχίσουμε να γράφουμε ένα κείμενο πρέπει να φανταστούμε τον μελλοντικό αναγνώστη του: κουρασμένος, βαρεμένος από τα ίδια και τα ίδια που διαβάζει από όλους αυτούς τους συγγραφείς, βιαστικός γιατί έχει κι άλλα πράγματα να κάνει. Έπειτα υπάρχει και το porn στο διαδίκτυο.

Απεσταλμένος

Ο απεσταλμένος της αγκαλιάς μου
Περνά από το καλοκαίρι σου
Εκεί κουρασμένος ξεπεζεύει
Να μαζέψει φωτιά καί στάχτη
Από ένα φλογισμένο βράδυ
Μα μόνο για μια μικρή στιγμή!
Έπειτα καβαλικεύει πάλι
Ταξιδεύει ως το φεγγάρι
Το μυρίζει σαν λουλούδι
Γυρίζει πρώτα,με κοιτάζει
Και προχωράει πιο πέρα.

Όλο και πιό σπάνια


Οταν, καμμιά φορά, τύχαινε να σε ξαναθυμηθώ μικρέ Αλεξανδρε, μικρούλη, τότε αναρωτιόμουν πού θα μπορούσα πια να σε βρω. Και σ'έψαχνα, μα πάντα εις μάτην...μα πού θα μπορούσες να'χεiς χαθεί;

Σ' έψαξα -συνεσταλμένο παιδί- σ'όλη την επικράτεια της γενέτειράς σου κι έξω απ'αυτήν, σε νηπιαγωγεία και σχολεία, εκεί που μάθαινες να μιλάς μια ξένη γλώσσα, γλώσσα βαρβάρων. Εκεί μου είπες πως ήσουν αλλά δεν σε βρήκα...

Από το γυμνάσιο στο πανεπιστήμιο, μακρινές αποστάσεις, νυσταγμένα λεωφορεία, θλιβερές σκέψεις φοιτητιώσης φιλοσοφίας με ιστορίες απο ανώφελες και ψεύτικες επαναστάσεις.Τίποτα, ούτε κι κει σε βρήκα...

Στις υπαίθρους της πρώιμης ιατρικής σου και τις σωσίβιες νύχτες σου εξαφανιζόσουν διαρκώς -άφαντος. Στα στρατιωτικά πρωινά των εγερτηρίων, δακρυσμένος σε στάση προσοχής υπο τους ήχους εθνικών ύμνων ξένων για τ'αυτιά και την καρδιά σου... Ούτε εκει σε πήρε το μάτι μου,να ξέρεις!

Στις φυλακές και τις λαθραίες φιλίες σου, σε αναπάντεχες νύχτες ομηρίας έτοιμος, λες, και βέβαιος πως ήρθε η ωρα σου να πεθάνεις. Λάσπη απο πρέζα,φάρμακα κι αστυνομία. Συμπάσχων,αμφιθυμικός κι αηδιασμένος.

Ολα μαζί. Κανείς δεν σε είδε, κανείς δεν ήξερε τίποτα για σένα...Επειτ'απο όλα αυτά σ' έψαξα σαν πατέρα, πια, με το καροτσάκι του μικρού σου γιού, με τα ποδήλατα και τ'ατέλειωτα παιγνίδια με τη μπάλα, την μπαμπαδίστικη τρυφερότητα που παρακολουθεί μικρούτσικα δοντάκια να ξεφυτρώνουν δειλά-δειλά σ' ενα κρύο αλφάβητο. Αγχώδης πατέρας:"τι θ'απογίνει άραγε ο γιός μου;".

Υστερα: κλειστά πάρκα, άδειοι κήποι. Ούτε ίχνος σου...

Και η ανάπαυσή σου; το άδειο κρεββάτι, οι λευκές νύχτες, οι παλιοί καναπέδες με τις στάχτες και τις μπύρες; Τίποτα...τίποτα κι αναρωτιόμουν: πού τις είχες αφήσει εκείνες τις περίφημες νύχτες σου, που τόσο σ'άρεσε να αφηγείσαι;

Εν τέλει, σιγά-σιγά, σχεδόν σε ξέχασα.

Σε σκέφτομαι και τώρα που και που μα, τώρα πια, μου συμβαίνει όλο και πιο σπάνια. Τώρα δεν μ'ενδιαφέρει πια τίποτα, κανένας. Οχι, ούτε κι εσυ, μικρούλη μου Αλέξανδρε. Μικρούλη, μικρούλη...

Ολο και πιο μικρούλης γίνεσαι μέσα μου. Τόσο που νομίζω πως μπορώ να λέω στον εαυτό μου πως,ναι,σ'έχω εντελώς λησμονήσει. Και τώρα που σ'έχω πλέον...λησμονήσει,ξέρεις, ακριβώς τώρα -τι παράξενο!- μου φαίνεται πολύ πιο εύκολο να σε ξανασυναντήσω.

Μια θάλασσα μέρες

Κάθε μια μέρα της ζωής μου
μοιάζει τραγούδι διαφορετικό
σαν τη θάλασσα
Άλλοτε ζεστή αγκαλιά
άλλοτε κρύο κρεβάτι
τη μια γαλάζια αγάπη
την άλλη πράσινη απαντοχή

Αλλά,ταυτόχρονα,
κάθε μια μέρα της ζωής μου
σαν τη θάλασσα
είναι πάντα αλμυρή
γεμάτη βράχια κοφτερά
λίγο πολύ ταραγμένη
πολύ λίγο γαλήνια

Απο καιρό σε καιρό
πέφτει απάνω της μια πέτρα
που σβήνει τα περασμένα
με τη στιγμιαία αρμονία
της χαρούμενης γεωμετρίας
των ομόκεντρων κύκλων
που ευγενικά με φυγαδεύουν

Η πορεία

Συνταχθείτε πίσω μου
Ηλίθιοι όλων των εποχών
Και όλων των ρευμάτων
Πλανημένοι των ιδεών
Νόθοι απόγονοι των ειδών
Έκθετοι και παρατημένοι
Στα κατώφλια των πορνείων
Μονόφθαλμοι και αόμματοι
Βαρήκοοι και κουφοί
Με τα βιβλία σας οι μεν
Και οι δε τις μουσικές σας
Γιατί εδιάλεξα εσάς
Να οδηγήσω με σιγουριά
Στο τέλειο σκοτάδι
Και την απόλυτη σιωπή
Στον τελικό προορισμό σας
Στη Γη της Επαγγελίας σας
Και τόπο αφανισμού σας
Βαθιά στη χαράδρα των Μαριαννών
Όσους από σάς επιζήσουν
Της Σκύλλας,της Χαρύβδεως
Και της Σφιγγός