30 Μαρτίου, 2011

Fred Bongusto



Ο Fred Bongusto (1935) δεν θεωρήθηκε ποτέ ένας από τους μείζονες Ιταλούς τραγουδιστές. Δεν προέρχεται από κάποια σχολή τών cantautori, δεν υπήρξε στρατευμένος στιχουργός, δεν πολυασχολήθηκε με τη μοναξιά και την επανάσταση. Επίσης δεν πειραματίστηκε ποτέ, δεν έκανε avant-garde music, progressive, alternative κ.λπ. 
Χα! Μα τι λέω;! Ο Fred θα γελούσε αν με άκουγε...Θα μού έλεγε "Ma vaaa...". Αντίθετα, μαζί με τον συνονόματό του Buscaglione, παρέμειναν φανατικοί θιασώτες του Αμερικάνικου ήχου και στίχου τού μεταπολέμου που άφησαν πίσω τους οι Αμερικάνοι. Τραγούδησε, ανενδοίαστα κι ανερυθρίαστα, "απλά" ερωτικά τραγούδια σε εποχές που η Ιταλία διέθετε, από άποψη φωνών, ό,τι καλύτερο πέρασε ποτέ από την υφήλιο (προσωπική μου γνώμη).

29 Μαρτίου, 2011

Υπερθέαμα



Οι ανόητοι πολίτες κοιτάζουν τα βεγγαλικά καθώς στέκονται σε μιας ταράτσας δίχως κάγκελα την άκρη. Τι όμορφα που είναι! Αχ! Πότε θα δουν τέτοια παράσταση ξανά, τόσα χρώματα και τέτοια φωταψία; Κοιτάζουν με τα στόματα ανοιχτά. Το βαθύ μπλε πυροτέχνημα, το κόκκινο το πιο ωραίο, να κι άλλο πανέμορφο, το πράσινο σαν το φωσφόρο! Αχ! Πότε πάλι θα ξαναδούν τέτοιο υπερθέαμα στην πόλη; Και να πιο άκρη στην ταράτσα πάνε, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλονε σιγά-σιγά. Να το μωβ, και το κίτρινο, το χρυσαφένιο το βεγγαλικό, να κι ένα ποτ πουρί από χρωματισμούς. Μη σπρώχνετε παιδιά, περάστε μπρος οι πιο κοντοί, γυναίκες και παιδάκια, προσοχή είπαμε, δεν έχει κάγκελα, κενό είναι από κάτω κι είμαστε ψηλά. Και τέλος να το πυροτέχνημα που στον ουρανό σχέδιο αξιοθαύμαστο, σαν άνθος σχηματίζει, έχει μέσα άσπρο με ροζ, φούξια και τυφλό λευκό, αλλάζει πορεία ξαφνικά και τινάζεται λοξά. Λοξά πέφτουν ένας-ένας στο γκρεμό κι οι θεατές που προλαβαίνουν αστραπιαία να σκεφτούν: Αχ! Πότε άραγε θα δουν ξανά τέτοιο υπερθέαμα στην πόλη; 

27 Μαρτίου, 2011

Το καπέλο τής Ελπίδας




Περπατούσα ώρες σε έρημο τοπίο με έδαφος σκεπασμένο από πέτρες πολυεδρικές με προεξοχές που σου τρυπούσανε το βλέμμα. Οδοιπόρους συνάντησα να περπατάνε κορδωτοί κι είχαν στο κεφάλι του καθείς κι από ένα αστείο καπέλο, πολύχρωμο με κορδέλες υφασμάτινες που μπλέκονταν στα πόδια τους. Και τότε εκείνοι πέφταν και πληγιάζαν τα γόνατά τους τόσο πολύ που μερικοί δε μπορούσαν πιά να προχωρήσουν. Σταματούσαν και με την κοιλιά τους προς τον ουρανό στραμμένη σωριάζονταν στο τραχύ έδαφος που τούς τραυμάτιζε και την πλάτη.

Έμεναν εκεί και, μ' ένα πικρό χαμόγελο, μερικοί από αυτούς γύριζαν το κεφάλι και ρωτούσαν τον πεσμένο διπλανό τους " Ήταν βαριά για σένανε η Ελπίδα σου; Βλέπω πως κάτω σ' έριξε σαν να μην άντεχες το βάρος της...".   Του απαντούσε ο άλλος " Ναι μωρέ, πολύ ψηλά σημάδεψα με το τόξο μα τούτο το καπέλο προς τα πίσω έγειρε τον κορμό μου, την ισορροπία μου έχασα και σωριάστηκα σα σακί γεμάτο χώμα".

_ Να ανταλλάζαμε καπέλα, λες...μήπως εσύ να άντεχες το βάρος τού δικού μου;

_ Και μήπως εσύ, καλύτερα από μένα να σημάδευες ψηλά χωρίς κατάχαμα να σωριαστείς αδέξια; Τι λες;

_ Γρήγορα να κάνουμε την ανταλλαγή, η κεφαλή μου δεν αντέχει πολύ χωρίς το καπέλο μιάς Ελπίδας, όσο βαρύ κι αν είναι αυτό!

_  Ναι, στο πι και φι να ανταλλάξουμε καπέλα...τουλάχιστον μπας και μπορέσουμε όρθιοι να σηκωθούμε.

_ Ευτελίστηκε η ελπίδα και το καπέλο, που αυτή μας αναγκάζει να φορούμε στο κεφάλι, μοιάζει γελοία, πλαστική περικεφαλαία που φορούν μικρά παιδάκια τον καρνάβαλο για να ντυθούνε Ρωμαίοι στρατιώτες.

_ Ναι, ευτελίστηκε η Ελπίδα...Ενώ το καπέλο της φορέσαμε για να ανεβούμε στα ψηλά, στο τέλος καταντήσαμε να προσδοκούμε από τη Χάρη της μονάχα στα πόδια μας να σταθούμε.

Παρ' όλα αυτά εγώ, που τη γελοιότητά τους από κοντά την έζησα και το ανώφελο τής συνήθειάς τους αντιλήφθηκα αμέσως, δεν μπόρεσα να κρατηθώ:
Ευθύς πήγα κι εγώ από πλανόδιο πωλητή ένα καπέλο Ελπίδας να προμηθευτώ κι αν και το πούλαγε ακριβά, για να αποφύγω τα ρεζιλίκια που είχα δει, αγόρασα και δεύτερο πιο πρόχειρο από το πρώτο. Συμβαίνει συχνά, ξέρετε, μόνη προσδοκία σου να είναι όρθιος πάλι να σταθείς στα πόδια σου πατώντας.

26 Μαρτίου, 2011

Πολιτισμικό επίπεδο



Το βρώμικο τούτο τοπίο, που αναπνέει ατμούς φορμόλης κι αλκόλ, κανένα μέρος τού οργανισμού μου δεν μπόρεσε να το ακολουθήσει. Ούτε σώμα ούτε ψυχή. Οι πλέον πολυσύχναστες από παράσιτα περιοχές τού παχέως εντέρου μου μού επέστησαν την προσοχή  στην ανθυγιεινή γειτνίασή μου με τον ομφαλό τής γης.

Φασισμός;  Όχι, τον απορρίπτω στο σύνολό του. Θρησκευτικό καθεστώς;  Όχι, έχει πολλά στολίδια χρυσαφιά κι εμένα μού ταιριάζουν τα λιτά ομοιόμορφα ρούχα τών αγροτών στούς ορυζώνες. Στρατιωτικά καθεστώτα;  Όχι, είναι συνήθως κατασκευασμένα σύμφωνα με τις προδιαγραφές τού πιό ηλιθίου από τούς δεκανείς.

Αναρωτιέμαι, τότε, κι εγώ ο ίδιος τι δουλειά έχουνε τα δύο χοντροκομμένα άρβυλα δίπλα στο κρεββάτι μου αντί για δυό αναπαυτικές παντόφλες. Σκηνοθετεί όποιος σκέφτεται και με ελάχιστες προσπάθειες βρίσκω το αποτέλεσμα ικανοποιητικό σε σχέση με την αισθητική μου:

Εξυψώνει το πολιτισμικό μου επίπεδο μια πορεία με χοντροκομμένα, άκαμπτα άρβυλα που περνώντας από τις βαλμένες στη σειρά καρδάρες, με δυνατές κλωτσιές χύνει τα γάλατα στο δρόμο. Και δίνει τόση ευχαρίστηση αυτό το πολύωρο σημειωτόν πάνω σ' εκείνο το -τόσο υποκριτικό- λευκό χρώμα που φοράει το γάλα!  

25 Μαρτίου, 2011

Ο Ζώρζος



Έκλεισε, λόγω χρεών λέει, το μαγαζί κι ήταν για όλους όσους δεν είχαν πατήσει εκεί ποτέ, τόσο απλό... Ποιός χρειαζόταν ένα τέτοιο μέρος; "Μα άντε τώρα, κάνε μας τη χάρη... με τις παρέες τών ανθρώπων που μαζεύονταν εκεί μέσα χωρίς σκοπό, χωρίς να μπορούν να πουν πως πάνε κάπου για ένα συγκεκριμένο λόγο εκτός από τη σηνήθεια...".

Εκεί μαζεύονταν ρεμάλια κι ακαμάτες που δεν τους ένοιαζε τίποτα χωρίς όμως αυτό να τους εξασφαλίζει και την ξενοιασιά. Για κάποιους ήταν μόνο ένα μέρος όπου μπορούσαν να συναντήσουν τον Ζώρζο, έναν τύπο που άλλοι θεωρούσαν γραφικό κι άλλοι σοφό συμβουλάτορα για κάθε λογής ζήτημα. Μα ποιός διάολος ήταν αυτός ο Ζώρζος;

Ο Ζώρζος ήταν ο ηλικιωμένος θαμώνας που έβαζε με το κιλό την Πίνο Σιλβέστρε κι όταν έμπαινε, αν δεν τον είχες δει, καταλάβαινες πως ήταν εκεί από τη μυρωδιά του και μόνο. Μια μυρωδιά που αλλοιωνόταν όταν είχε γίνει μούσκεμα από τη βροχή, πριν εμφανιστεί στο μπαρ κατά τις οχτώ για να πιεί δυο-τρεις μπίρες και να φύγει κατά τα μεσάνυχτα. Κάπνιζε μερικά τσιγάρα έχοντας το συνήθειο να τα βγάζει από το πακέτο που δεν έβγαζε ποτέ από την τσέπη του κι έτσι κανείς ποτέ δεν ήξερε τη μάρκα του. Υπήρχαν άλλοι που έλεγαν πως τα είχε χύμα στην τσέπη του όλα τα τσιγάρα.

Ο Ζώρζος, που πολλοί τον θεωρούσαν "καλλιτέχνη" εξ αιτίας τών διδακτικών ιστοριών που διηγιόταν ήταν κατά βάθος ένα τυπικό παράδειγμα ζωής "λίγο απ' όλα". Λίγο μποέμ, λίγο καθώς πρέπει, λίγο καλλιεργημένος, ήξερε να μεταμφιέζει την κακοκεφιά του σε στάση ζωής ακόμα και σε ιδεολόγημα. Εκδραμάτιση και υπερβολή, απόσταση από τους άλλους ανθρώπους τέτοια ώστε να τον κάνει να αυτοαποκαλείται "Συναισθηματικά αυτοεξόριστος" ήταν κάτι που, γνωρίζοντάς τον, ένιωθες πως ορίζει τις πράξεις του. Από την πιό ασήμαντη έως την πιό σημαντική.

Οποιοσδήποτε, με τέτοια χαρακτηριστικά, είναι φανερό πως θα σχοινοβατούσε ανάμεσα στο χαρισματικό και στο γελοίο. Εκείνος όμως διέθετε εκείνο το ιστορικό τής δυστυχίας που παρέπεμπε σε αριστοκρατικές φυσιογνωμίες τών βιβλίων τού 18ου αιώνα. Λέγαν πως είχε ζήσει γεγονότα τρομακτικά κι αυτό μόνο τον έκανε να "βλέπει τα πράγματα αλλιώς". Ίσως αυτό να συντελούσε στο σεβασμό και την αποδοχή που απολάμβανε εκεί μέσα. Με τον καιρό εκείνο το μπαρ είχε γίνει όλη του η ζωή.

Από τότε που μαθεύτηκε πως το μπαρ θα έκλεινε, ο Ζώρζος έγινε άλλος άνθρωπος. Άλλαξε ο χαρακτήρας του, δεν τον βαστούσαν πιά τα πόδια του, έπεσε στο κρεββάτι και δεν σηκωνόταν πια. Μετά από λίγες μέρες ανέβασε πυρετό κι είχε μεγάλη εξάντληση, αδικαιολόγητα κατά τους γιατρούς όπως ακριβώς συνέβαινε στα μυθιστορήματα εκείνα τού 18ου αιώνα με τις κορασίδες που μαράζωναν κι έλιωναν ανεξήγητα μέσα τα κρεββάτια τους. Για τον Ζώρζο βέβαια, όλοι οι άνθρωποί του, ξέρανε καλά γιατί συμβαίναν όλα αυτά. Έτσι, τούς φάνηκε καλή η ιδέα, πριν ο άνθρωπος αφήσει τον μάταιο αυτό κόσμο, να τού ψιθυρίσουνε στο αυτί πως τάχα τα χρέη τού μπαρ ρυθμίστηκαν και τις επόμενες μέρες επρόκειτο να λειτουργήσει πάλι.

Έτσι για πρώτη φορά, στο παρά 5" τής ζωής του, ο Ζώρζος ένιωσε την ανάγκη με τα αδύναμα μπράτσα του, να αγκαλιάσει τους τέσσερις πιό αγαπητούς του θαμώνες τού μπαρ με το ανακουφισμένο του πια χαμόγελο.





24 Μαρτίου, 2011

21 Μαρτίου, 2011

Νάρκισσος



Τον φώναζαν Νάρκισσο επειδή κι αυτός περνούσε τις μέρες του κοιτώντας το πρόσωπο και το μπούστο του να καθρεφτίζονται μέσα στα νερά τού συντριβανιού, όπως ακριβώς έκανε κι ο αυθεντικός Νάρκισσος στη λίμνη του.

Επειδή ο κόσμος έχει την εμμονή να βλέπει μόνο μια πράξη, χωρίς να ενδιαφέρεται για τα εκάστοτε κίνητρά της, τού έβαλαν αυτό το όνομα αν κι ο ίδιος δε συναίνεσε ποτέ σ' αυτό. Ήξερε την κεντρική ιδέα τού μύθου και δεν έβρισκε κανένα κοινό σημείο ανάμεσα στο μύθο και τη δική του περίπτωση.

Αυτός δεν θαύμαζε την εικόνα του, το είδωλό του ή κάτι τέτοιο. Προσπαθούσε μόνο να μη βλέπει τα πρόσωπα τών άλλων που τού φαίνονταν όλα τόσο όμορφα ώστε μέσα του να νιώθει πολύ άβολα με την ασχήμια που νόμιζε πως κουβαλούσε.

Τα νερά τού συντριβανιού είναι πάντα ανήσυχα είτε λόγω τής συνεχόμενης ροής τους είτε από τα ριπίδια τού αέρα κι έτσι το είδωλό του τρεμόπαιζε ώστε εκείνος δεν ξεχώριζε λεπτομέρειες. Μόνο ένα τρεμάμενο περίγραμμα έβλεπε που κάλλιστα θα μπορούσε να ήταν κάποιου άλλου.

Έκλαιγε εκεί ο Νάρκισσος και πίστευε πως κάθε δάκρυ που κυλούσε στα μάγουλά του έπαιρνε μαζί του λίγη από την ασχήμια του πριν πέσει και χαθεί κι αυτό μέσα στο συντριβάνι.

19 Μαρτίου, 2011

Kunta Kinte



Είχε κρατήσει μακριά του τους ανθρώπους λίγο εξ αιτίας τής δυσβάσταχτης αίσθησης που τού προκαλούσε το καθημερινό χάσιμό τους, λίγο εξ αιτίας τού κρύου που είχε ο ίδιος στην καρδιά. Το καθημερινό μαρτύριο καμμιά φορά γίνεται "μαρτύριο" μόνο και μόνο επειδή είναι ... καθημερινό. Κατά τ' άλλα, το να αποτραβιέσαι -αραιά και πού, όμως- στη σκλαβιά σου με την αίσθηση πως σού πάτησαν ένα ήδη πονεμένο πόδι δεν αποτελεί μαρτύριο. Θα μπορούσες να το αποκαλέσεις "μια ακόμη στραβή μέρα".

Κάθε πορεία, κάθε προσπάθεια, εξυπακούεται πως δεν γίνεται απαραιτήτως με στόχο ένα επίτευγμα, ένα βήμα προς τα πάνω. Για κάθε δρομέα υπάρχουν οι δάφνες τού Μαραθώνιου, όπως υπάρχουν  και τα καρφιά τού Γολγοθά. Σκέφτομαι τους σκλάβους τών παλιών καιρών που δείχνανε τα μούσκουλά τους και τα δόντια τους για να αγοραστούν από κάποιον. Οι πιό γεροί σπάνια αγοράζονταν από φιλεύσπλαχνο αφεντικό. Ο δυνατός ο δούλος χρειαζόταν σκληρό αφεντικό γιατί ξέφευγε πιό εύκολα από τον ασθενικό.

Κάποιοι σκλάβοι ακολουθούν το δρόμο τού αξιοπρεπή σκλάβου που, αφού πουληθεί, έχει χρέος να αρχίσει τις αποδράσεις. Η αποτυχία στην απόδραση δε σημαίνει όμως μόνο παραμονή στη σκλαβιά. Στοιχίζει, για παράδειγμα, ένα κομμένο πόδι στον Κούντα Κίντε. Κι η επόμενη απόδραση γίνεται πιό δύσκολη ή και αδύνατη. Τού μένει να επιστρέφει στη σκλαβιά του, μ' εκείνο το σακατεμένο πόδι, όπως λέγαμε. Εκείνες οι στιγμές σμιλεύουν το άγαλμα τής δυστυχίας: δεν υπάρχουν πιά ούτε όνειρα για απόδραση, όταν περπατώντας σέρνεις πίσω σου ένα σακατεμένο πόδι.

Γλυκαίνει μόνο τη μνήμη σου η πρώτη η φορά που πήγες να το σκάσεις αλλά πιάστηκες. Τι όμορφη όμως που ήταν η πρώτη εκείνη σκέψη που έκανες μόλις έπεφτες στα χέρια τους: "Την επόμενη φορά, την επόμενη φορά θα τους ξεφύγω!".


18 Μαρτίου, 2011

Chris Impellitteri - Somewhere over the rainbow






Chris Impellitteri (born September 25, 1964) is the lead guitarist and founder of the heavy metal band Impellitteri. In 2008 Guitarworld Magazine officially named Chris Impellitteri as one of the Fastest Guitarists of all time. Included in the ranking were Eddie Van Halen, Rhandy Rhoads, and Yngwie Malmsteen.[1] In (2003), Guitar One Magazine voted Chris Impellitteri the 2nd fastest guitar shredder of all time followed by Yngwie Malmsteen as the 3rd fastest shredder.[2]
(Wikipedia)

13 Μαρτίου, 2011

Σαν τον Ντάννυ Ντε Βίτο




Μεσάνυχτα περασμένα, για την ακρίβεια 1 και κάτι και θα έπρεπε να έχω τελειώσει με την ατομική μου υγιεινή, ώστε να απομείνουν οι γνωστές τελετουργίες πριν πέσω για ύπνο.  Συνήθως όλα αυτά έχουν τελειώσει μέχρι την επόμενη συνάντηση τών δεικτών τού ρολογιού στον τοίχο, δηλ στις 2.11 περίπου. Αυτή η στιγμή είναι για μένα το τέλος τής ημέρας εδώ και είκοσι πέντε χρόνια. Ας μην επεκταθώ όμως περισσότερο πάνω στο θέμα. Αυτό που απόψε αναστάτωσε το ωράριό μου ήταν το τηλεφώνημα  που δέχτηκα, παραδόξως στο σταθερό τηλέφωνο. Η αντρική φωνή ήταν αστεία και αγχώδης, κάπως καθησυχαστική κι έμοιαζε με τού Ντε Βίτο τη φωνή :

_ Άκου, μείνε ήρεμος όπως είσαι, προσπάθησε να καταλάβεις χωρίς να αρχίσεις τις υστερίες. Έχω εδώ, στην κατοχή μου, ένα από τα δάχτυλά σου, τον δεξιό σου μέσο. Έλεγξέ το, θα δεις πως λείπει. Σου συνιστώ ψυχραιμία, είναι σε καλά χέρια το δάχτυλό σου. Πιάνεις το ευφυολόγημα;

_ Χμμμ, ναι , το βλέπω μόλις τώρα πως λείπει. Γι' αυτό ένιωθα κάπως παράξενα όλη μέρα όταν χρησιμοποιούσα το δεξί μου χέρι... Ένα μούδιασμα αλλά, ξέρεις, αυτό το δάχτυλο δεν το πολυχρησιμοποιώ τελευταία. Μα πες την αλήθεια:  εσύ κρατάς όμηρο το δάχτυλό μου ή είσαι εσύ, το ίδιο μου το δάχτυλο, που μιλάει;

_ Εξυπνάδες...Το κατάλαβες, ε; Από την αρχή κατάλαβες πως σου μιλώ εγώ και κάνεις τον ψύχραιμο για να με πικάρεις. Αφού λοιπόν το αναγνωρίζεις πως πιά δεν με χρησιμοποιείς καθόλου, κάτι είναι κι αυτό. Τουλάχιστον μπορώ να νιώθω πως για σένα είμαι κάτι σαν σκωληκοειδής απόφυση. Δεν με αισθάνεσαι καθόλου αλλά ξέρεις πως βρίσκομαι στο σώμα σου.

_ Μη μού κάνεις σκηνές τώρα βραδιάτικα. Γύρνα πίσω γιατί ετοιμάζομαι να πέσω στο κρεβάτι. Το ξέρεις πως σ' έχω ανάγκη πιό πολύ κι από τη σκωληκοειδή μου απόφυση κι ας είναι μία και μοναδική, ενώ από δάχτυλα έχω άλλα εννέα, ξέρεις και θα μπορούσα να σε γράψω...

_ Όλα τα δάχτυλα ίσα δεν είναι κι αυτό συνηγορεί υπέρ τής μοναδικότητος τού κάθε δαχτύλου. Όπως και να 'χει δεν είναι τρόπος αυτός να ζητάς από κάποιον να γυρίσει πίσω. Έτσι ξερά, χωρίς να ρωτήσεις καν το λόγο για τον οποίο έφυγε. Πρέπει να δείξεις καλή θέληση κι ίσως κάποια διάθεση να επανορθώσεις.

_ Μερικές εκφράσεις σου, εντελώς αμερικάνικα μού ακούγονται...κι η φωνή σου μού θυμίζει τον Ντε Βίτο. Λες και τον ακούω να λέει "Show some good will", "I wanna make it up to you". Σιχαίνομαι αυτή την ομιλία αλλά όντως, ναι, είμαι έτοιμος να ακούσω το λόγο τού φευγιού σου. Αναρωτιέμαι μήπως σε παραπλάνησαν, σε προσηλύτισαν τίποτα επιτήδειοι και σού φούσκωσαν τα μυαλά. Τι παράπονα μπορεί να είχες;

 _ Απλώς δεν έχει πλάκα να είναι κανείς "μέσος δάκτυλός" σου, καταλαβαίνεις; Τρίβομαι πάνω σε στιλό "διαρκείας", κουμπώνω τα κουμπιά σου, σηκώνω τ' απαίσια φερμουάρ σου, αλλάζω ταχύτητα στο παλιοαυτοκίνητό σου, τρίβομαι στο τιμόνι του, τρίβομαι στα χαρτονομίσματά σου, στα κορδόνια τών παπουτσιών σου, στ' αχαμνά σου, στις τσίμπλες σου, στα ψωμιά σου, τον πασατέμπο σου, καμιά φορά με χρησιμοποιείς σ' εκείνη την άσεμνη χειρονομία σου, με δαγκώνεις όταν εσύ κάνεις λάθος σε κάτι, με λερώνεις με σοκολάτα από τα σοκολατάκια σου, κρεμιέσαι στα μονόζυγα κι όλη η δύναμη "πέφτει" σ' εμένα, με σκονίζεις όποτε σε πιάνει η εμμονή σου με τη σκόνη στα έπιπλα, με βουτάς μέσα στη μπύρα σου όταν απρόσεκτος χώνεις το λεμόνι στο μπουκάλι σου...Θες κι άλλα να σού πω;

_ Εεεε, κάτσε, αυτά λίγο πολύ τα κάνουν όλα τα δάχτυλά μου. Μη μου μιλάς πάλι σαν τον Ντάννυ, έτσι;

_ Μην ξεχνάς πως "όλα τα δάχτυλα ίσα δεν είναι". Εγώ είμαι το πιό ψηλό και δυνατό! Είμαστε πολύ καιρό μαζί και δεν ήταν πάντα έτσι ανάμεσά μας...Παλιά, θυμάμαι, με έβαζες να χτυπώ απαλά τα πλήκτρα τού αρμόνιού σου ή κάποιου πιάνο κι ευχαριστιόμασταν κι οι δυό: "When the saints go marchin' in...", θυμάσαι; Ή πάλι έβαζες εμένα να αλλάζω το φύλλο τού βιβλίου που διάβαζες ή από συνήθεια με διάταζες να μετακινήσω τα σοβαρά κομμάτια στη σκακιέρα, ακουμπούσα κάποιο κρυστάλλινο ποτήρι για να πιείς, μού "έφερνες λουλούδια", δηλαδή για να πούμε την αλήθεια, άγγιζα από σπόντα κάποιο όμορφο λουλούδι...Ααα..."you don' t bring me floweeers". Όταν κάποιο αγκάθι με τρυπούσε, εγώ δεν παραπονιόμουν. Έβλεπα το ρομαντισμό τής στιγμής!

_ Ωραία...Γύρισε πάλι κοντά μου, εκεί που ανήκεις. Θα γίνω πιό καλός μαζί σου, θα δεις...

_ Όχι, όχι έτσι εύκολα. Θα μού υποσχεθείς κάτι με πάσα ειλικρίνεια. Έχω έναν απαράβατο όρο προκειμένου να γυρίσω.

_ Σ' ακούω...

_ Υπόσχεσαι να σταματήσεις να κοπανάς -εμένα και μόνο εμένα- πάνω στο πληκτρολόγιό σου, όταν κάτι θες να γράψεις σ' αυτό το σιχαμένο σου PC; Θα μάθεις να γράφεις σαν άνθρωπος, όπως όλοι, αλλά με 9 δάχτυλα;

_ Όλοι γράφουν με 10 δάχτυλα...τι "απαράβατος όρος" είναι αυτός;;;

_ Α, όχι, φίλε μου! Με 9 δάχτυλα...Εγώ θα γυρίσω μεν αλλά σκοπεύω να πάρω μια πολύυυ μεγάααλη άδεια από αυτήν ειδικά την αγγαρεία!