03 Ιουλίου, 2010


Συγγνώμη

Είχε μια παιδική καρδιά κιόλας στραπατσαρισμένη απ' τη ζωή, καρδιά που έμοιαζε από πάγο: αλαζονική, σκληρή, δεν ήξερε από οίκτο και δεν ήθελε να μαρτυρήσει την αλήθεια σε κανένα. Ερχόταν από μακριά...Μα ήταν σαν όλα τα παιδιά...παιδί σαν κι εμάς, τότε που ήμασταν παιδιά. Με την ίδια δύναμη στο στήθος.

[-Στη Γαλλική Γουινέα il y a la guerre monsieur, άφησα την πατρίδα, κύριε, μα κανείς δεν ξέρει ότι είμαι εδώ κι εγώ δεν ξέρω αν υπάρχει πιά κανείς δικός μου πουθενά. Εδώ περνώ μονάχα νύχτες. Νύχτες από χασίσια οι πιό πολλές.
-Όμορφο παιδί, 12 χρονών, κοίταξέ το, τρέμει το αλητάκι. Λοιπόν: κελί, με άλλους δυο.
-Οι δυο είναι τρελοί για δέσιμο και το χαμένο κλαίει.
-Εγώ ποτέ φυλακή, κύριος. Πέρυσι τέτοιο καιρό γιορτάζαμε στο σπίτι, στην πατρίδα μου και τώρα θέλω να γυρίσω πίσω. Περνάν τα τρένα για το σπίτι μου από δω; ...γιατί εγώ θα τρελαθώ, τη νύχτα θα κόψω το λαιμό μου.
-Κόψ' τα μαλλιά σου αλητάκι και κοίτα μη σου την πέσει και κανείς. Εδώ δε θέλουμε μαγκιές, γκέγκε;]

Πέρασαν χρόνια από τότε που έφυγα μα ακούω εκείνες τις φωνές, εκείνα τής πλάκας τα Γαλλικά που μιλούσαμε κι οι δυο, ακόμα μεσ' τα αυτιά μου κι ας έχω χιλιόμετρα απομακρυνθεί. Από τη Σιέρρα Λεόνε ως την Καμπότζη, από την καρδιά τής Αφρικής μέχρι την πρωτεύουσα τής Ελλάδας, σε κάθε τόπο αντιστοιχεί ένα μερίδιο θλίψης παιδικής.

Όλα τα παιδιά είναι ίδια στην αρχή, τα είδα σ' όλο τον κόσμο, βεβαιώνω. Μετά έρχεται ένας πόλεμος, μια καταστροφή κι έτσι μια μάνα ξαφνικά κλαίει για ένα παιδί. Είναι κάτι πολύτιμο ένα παιδί, μια νέα ζωή είναι. Ζωή είναι μα και απειλή για τη ζωή είναι, όπως την ξέρουμε εμείς τη ζωή. Γιατί αισθάνομαι πολύ συχνά πως όλοι "ζούμε" μα ο κόσμος μας, όλος ο πλανήτης μας, αν τον κοιτούσες από μακριά με έναν ανιχνευτή συμπόνιας, αυτός ο ανιχνευτής θα έμενε σιωπηλός. Θα έμοιαζε να μην μπορεί να πιάσει κανένα σήμα στοργής ανάμεσα στους θορύβους τών μηχανών, τών όπλων και των πυροτεχνημάτων.

Τα νανουρίσματα τών μανάδων και οι λυγμοί τών μωρών είναι πολύ αδύναμα για να φτάσουνε ψηλά. Εκεί έξω υπάρχει η παλιά ζωή, μια γριά που φτύνει το νεογέννητο, το απαλό τρυφερό δερματάκι του θέλει να το καταγρατζουνίσει από τη ζήλεια της η παλιά ζωή που νιώθει πως γερνάει, ξεπέφτει και πεθαίνει.

Βλέπω τα βήματα κάθε παιδιού, μικρού ή και μεγάλου, σαν την πορεία τού Ιησού που παραπαίει. Μια πορεία "βάφτιση-σταύρωση". Ένθεν κι ένθεν, εμείς: Πρώτα πιστοί κι ύστερα χλευαστές.

Εσυ, αν διάβασες αυτές τις γραμμές, ίσως θα κατάλαβες ότι πάλι από αλλού ξεκίνησα κι αλλού κατέληξα...Χαίρομαι όμως που έφτασα ως εδώ. Ίσως ψελλίσω μια "Συγγνώμη".