31 Ιανουαρίου, 2011

Ships w/ Sails

30 Ιανουαρίου, 2011

Η Λογοκρισία τους









Η λογοκρισία τους είναι η χειρότερη. Και η χειρότερη τών λογοκρισιών είναι η αίσθηση πως αυτό που λες δεν γίνεται αντιληπτό.







29 Ιανουαρίου, 2011

Ο Λευκός Αγριόχοιρος






Το τελευταίο τσιγάρο τής ημέρας κάπνιζα ως συνήθως στο κρεβάτι ξαπλωμένος, κοιτάζοντας αφηρημένος τις γωνίες τού παραθύρου στ' αριστερά μου, ώσπου ο ελάχιστος φωτισμός τού δωματίου αναστατώθηκε από την ελλειπτική τροχιά ενός ολόλευκα φωτεινού εντόμου που, αφού μπήκε από το ορθάνοιχτο παράθυρο κι έκανε δυο ή τρεις εναέριες στροφές, προσγειώθηκε στο κομοδίνο.

Ο απρόσκλητος καλεσμένος στάθηκε λίγο εκεί και έδιωξε τη νύστα μου με την επιμονή του να μένει ακίνητος μισό μέτρο απέναντί μου, προκαλώντας το βλέμμα μου να τον περιεργαστεί αφού πρώτα άναψα το φως. Ήταν φανερό πως ο επισκέπτης μου ήξερε πως είναι σφαλερή η επικοινωνία  μεταξύ δυο όντων όταν δε γνωρίζει ο ένας τη μορφή τού άλλου.

Έτσι λοιπόν μού δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω πως επρόκειτο για ένα έντομο σχήματος νυχτοπεταλούδας και μεγέθους πολύ μικρού πουλιού. Τα φτερά του ήταν λευκά και σκέπαζαν σχεδόν ολόκληρα τα τέσσερα πόδια του. Το στρογγυλό κεφάλι του διέθετε τρία μάτια και κατέληγε σε ρύγχος το οποίο ανοιγοκλείνοντας μπορούσε να αρθρώνει φράσεις. Από τη μυθολογία ξεπήδηξε, ταιριαστά γι' αυτό που είχα μπροστά μου, το όνομα τού Λευκού Αγριόχοιρου. Όντως η στάση τού σώματος τού εντόμου θύμιζε αγριογούρουνο έτοιμο να επιτεθεί. Άνοιξε το στόμα και με βραχνή φωνή είπε αργά και καθαρά:

-Πάνω στο δέρμα σου κηλίδες άσπρες και κηλίδες μαύρες και κάθε μαύρη κηλίδα περιέχει μέσα της άσπρες κηλίδες όπως κάθε άσπρη κηλίδα περιέχει μέσα της μαύρες κηλίδες. Με τη σειρά τους κι αυτές οι μαύρες κηλίδες έχουν μέσα τους λευκές...κι όπως καταλαβαίνεις αυτό δεν τελειώνει εκεί. Επαναλαμβάνεται πέρα από τις δυνατότητές σου να το παρακολουθήσεις...

"Τι λες τώρα, χρυσόμυγα; Παίζεις μ' εμένα το παιχνίδι τού "Άσπρο-Μαύρο" ή το καθρέφτισμα τού καθρέφτη μέσα στον καθρέφτη; Το όνειρο μέσα στ' όνειρο; Ή μήπως ετοιμάζεσαι να μού πεις ότι δεν κοιμάμαι αλλά ονειρεύομαι πως κοιμάμαι;" ήταν η απάντησή μου και φύσηξα τον καπνό μου προς τη μεριά του.

-Νόμιζα θα μού έλεγες πιό ευγενικά κάτι κοινότυπο, όπως ας πούμε ότι δεν υπάρχει μόνο άσπρο και μαύρο.

"Αν σε έπαιρνα στα σοβαρά, τέτοια ώρα, κάτι τέτοιο θα σού έλεγα ή μπορεί και να σού έλεγα πως το άσπρο είναι άσπρο και το μαύρο είναι μαύρο κι εσύ μιλάς για ...λεκέδες. Δεν ξέρω. Τι θα σε έβγαζε από τα ρούχα σου, που μού ντύθηκες σαν τον Λιμπεράτσε;!" του απάντησα.

-Αλλά η λογική σου όμως θα έμενε το ίδιο στατική, σταματημένη είτε στο ένα είτε στο άλλο ενώ πρόσεξε τη δική μου λογική: δεν σταματά πουθενά, δεν αποκλείει το ότι κάπου, σε κάποια άσπρη κηλίδα για παράδειγμα, μπορείς να βρεις απρόσμενα και μια κηλίδα κόκκινο ή γαλάζιο. Η λογική δεν είναι για να φτάνεις σ' ένα συμπέρασμα, το πιο βολικό, κι εκεί να σταματάς. Πρέπει να τη σπρώχνεις πιο βαθιά. Να υπεραναλύεις!

"Αυτό κάνω αλλά μόνο όταν θέλω να καταλήξω κάπου συγκεκριμένα. Ύστερα σταματάω. Είναι λάθος, ε; Το ξέρω...Η επιθυμία μου να φτάσω -ή να μην φτάσω- κάπου αλλοιώνει τον τρόπο που κινούμαι. Και η προσδοκία τών άλλων να φτάσω κάπου επηρεάζει τον τρόπο που κινούμαι ή σκέφτομαι.", είπα κι έσβησα το τσιγάρο.

-Τότε γιατί δεν σκέφτηκες, όταν κινείσαι, να κινείσαι μακριά απ' τα βλέμματα τών άλλων; Γιατί ακόμα δεν έμαθες να κινείσαι σαν το φίδι που έρπει κάτω από τη γη, ξέροντας μόνο αυτό πού πάει και πώς θα φτάσει εκεί που θέλει;

"Ίσως φοβάμαι να ακολουθήσω ένα δρόμο ή μια σκέψη χωρίς την ενδεχόμενη κατακραυγή τών άλλων. Η αποδοκιμασία τών άλλων δεν είναι πάντα επιζήμια. Είναι άλλα τα μειονεκτήματα που συνεπάγεται η παρουσία τών άλλων...". Σταύρωσα τα χέρια μου καθώς μού διέκοπτε τη φράση.

-Η λογοκρισία τους είναι το χειρότερο. Και η χειρότερη λογοκρισία είναι η αίσθηση πως αυτό που λες δεν γίνεται αντιληπτό. Χμμμ...

"Να που συμφωνούμε. Δηλαδή, ίσως κι αυτό να το έμαθα απόψε από σένα. Υποτίθεται πως αυτό ήταν το νόημα τής επίσκεψής σου. Έτσι δεν είναι, δάσκαλέ μου;"

-Ακριβώς έτσι, ήθελα να σού προσφέρω κι άλλη ανάλυση στη δική σου που μοιάζει να έχει κουραστεί. Πετώντας έξω απ' το παράθυρό σου οι κεραίες μου "πιάσαν" μηνύματα μπλεγμένα. Ξεκόλλησες τώρα λιγάκι;

"Ίσως ναι...ξεκόλλησα λιγάκι. Μα κάτι μέσα μου νιώθω πως σε σύγχυση πιο μεγάλη θα με βάλει...".
                  






28 Ιανουαρίου, 2011

Incontro





Βιαστικά συναντηθήκαμε στις σκάλες
εκείνη έμοιαζε ολόιδια όπως παλιά
ύστερα η θλίψη μάς τύλιξε σαν μέλι
για το χρόνο μας που είχε αναλωθεί
Ο ήλιος που κιόλας κρυβόταν
την πόλη έντυνε αυστηρά
μια πόλη κάποτε γνώριμη
μα τώρα απρόσιτη, απόλυτα ψυχρή
Σαν μια στιγμή, σαν ντεζα-βυ
έγινε ομίχλη η μακρινή
σκιά κάποιας αθώας νιότης

Αγάλματα-ηρωικοί διαβάτες
ετοιμόρροπους τοίχους διακοσμούν
Με λίγες σύντομες λέξεις,
πόσων χρόνων φράσεις λες μπορούν να ειπωθούν;
"Τι κάνεις τώρα; Τα θυμάσαι;
Όμορφα χρόνια, περασμένα
Σου είχα γράψει... Απάντησαν: λείπει.
Δεν πήρα πια είδηση καμμία"

Οι κουβέντες λες και ήμασταν δυο γέροι
κουτσομπόλευαν το χρόνο πίσω μας
πρωτοέψαξα βαθιά μέσ' στους καθρέφτες
με βρήκα σε φωτογραφίες με συγγενείς
Όπως η ποιητική του Χεμινγουέη
έτσι κι ο ροκ τραγουδιστής
η ποδοσφαιρική ομάδα τής πόλης
ό,τι άλλο θυμηθείς
πριν η Αμερική γεμίσει τους δρόμους
τής ανίας μας με ξένη  μουσική

Παλιόχαρτα, αέρας, κρύο και φώτα
κυνηγιόνταν μέσα στο σταθμό
σκηνές από χιλιοπαιγμένο φιλμ
με τέλος λίγο έως πολύ γνωστό
πλοκή μελό, ξεπερασμένη
Χριστούγεννα κι ο ήρωας πεθαίνει
η αργή κίνηση τονίζει
το πέσιμό του στο κενό

Εσύ, καημένη, που διηγιόσουν
μια ζωή με λίγα λόγια ενώ εγώ σ' άκουγα μόνο

Μετά σκεφτόμουν με το κούνημα τού τρένου
"Ό,τι χάνεται το ξαναφέρνει ο καιρός
τρέχουμε βιαστικά προς τον προορισμό μας
χωρίς για κείνον να γνωρίζουμε πολλά
κάτι όνειρα ξεμένουν, σαν πινελιές ζωγραφικής
που ξεθωριάζει καθως βγαίνει αχνός ο ήλιος της αυγής"

Μικρό λογίδριο η ζωή μας
φράσεις κι ιδέες τάχα σπουδαίες
μακρύς δρόμος είναι το μέλλον
κι η καρδιά μας τον ακολουθεί


Μια ελεύθερη διασκευή τού "Incontro", τού F. Guccini

23 Ιανουαρίου, 2011

Me & Mrs Jones

21 Ιανουαρίου, 2011

Γκούσταβ Άχενμπαχ

























Όταν έρθει η στιγμή τη Γόνδολα να πάρεις
να έχεις καλά προετοιμαστεί
το άλμα σου σωστά να ΄ναι μετρημένο
ψηλά όσο πρέπει απάνω απ' το νερό

Η στάθμη όλες τις μέρες ίδια δεν είναι
φταίει το φεγγάρι, φταίει ο καιρός
για να πηδήξεις στη μαύρη βάρκα
δεν θα είσαι πάντα το ίδιο επιδέξιος

Βλέπεις η ζωή παίζει τη Βενετία
δεν επιτρέπονται οι φυγές τής στιγμής
  η πόλη σε θέλει κοντά της κι άλλο
    εσύ δε θέλεις να την αποχωριστείς

...Μα έχει αρχίσει η μυρωδιά να σε ζαλίζει...
    ο αέρας της είναι για σένανε βαρύς
   Στη βάρκα σαν μπεις, να τα ξεχάσεις όλα
   και το κεφάλι γείρε στο κόκκινο βελούδο
   τού μαξιλαριού που μέσα εκεί θα βρεις

   Αργότερα ακόμα μια φωτογραφία πάρε
   από έναν κόσμο που βουλιάζει μονήρης
   καθώς μονήρης βουλιάζεις κι εσύ


"Θυμήθηκα την προηγούμενη φορά που, μη έχοντας ακόμα για τα καλά φτάσει, διακαώς επιθυμούσα να είχα ήδη φύγει από εκεί..."
 T. Mann

17 Ιανουαρίου, 2011

Δεν μου 'ρχεται...




Υπάρχουν άνθρωποι που συχνά νιώθουν την ανάγκη να γράψουν μια ιστορία, να ζωγραφίσουν ένα πίνακα, να εφεύρουν ένα παραμύθι, αλλά "δεν μπορούν" γιατί "δεν βρίσκουν να σκαρφιστούν κάτι", δεν τους έρχεται η "έμπνευση". Σε κάποιο μπλογκ είδα πρόσφατα εκφρασμένη μια τέτοια απογοήτευση: "Φτάνει πιά! Δεν έχω τι να γράψω...βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια". Κάπως έτσι ήταν διατυπωμένο το ...παράπονο.

Διάβαζα πρόσφατα, λοιπόν, κάτι που ίσως βάλει σε μια διαφορετική βάση το θέμα:

"... Οι ιστορίες, τα διηγήματα, οι εικόνες δεν είναι κάτι που κατασκευάζεται από τον ανθρώπινο νου με πρώτη ύλη αυτό το οποίο συνήθως ονομάζουμε "έμπνευση", κάτι που δήθεν πέφτει από ψηλά στα κεφάλια ορισμένων εκλεκτών και μάλιστα χωρίς καν να αφήσει καρούμπαλο.

Οι εικόνες, τα παραμύθια είναι παντού, σε όλα τα μέρη, φτάνει αυτά τα μέρη να είναι καλές κι αξιόπιστες κρυψώνες. Σε κάθε τέτοια κρυψώνα μπορεί κανείς να βρει μια ιστορία αρκεί να ψάξει καλά, ανακατεύοντας όλο το περιεχόμενο που θα βρει εκεί μέσα. Μοιάζει με το άδειασμα ενός συρταριού που στο βάθος του βρίσκει κανείς (ως συνήθως τελευταίο - dulcis in fundo) αυτό που ψάχνει.

Μοιάζει με κάτι που βρίσκει κανείς μέσα σ' ένα φλυτζάνι καφέ, όταν ο καφές έχει τελειώσει και μένει μόνο το κατακάθι. Η διαφορά είναι ανάμεσα σ' αυτόν που τελειώνοντας τον καφέ του θα παρατήσει το φλυτζάνι του και σ' αυτόν που, περίεργος, θα ανακατέψει το καθίζημα, ίσως και με τη γλώσσα του ακόμα προκειμένου να γνωρίσει και το άχρηστο μέρος τού ροφήματός του.

Με άλλα λόγια, ψάξε-ψάξε θα βρεις την ιδέα τής ζωγραφιάς σου, την πλοκή τής ιστορίας σου...Καμμία έμπνευση δε θα 'ρθει. Εσύ θα βρεις την διήγηση, θα δεις μπροστά σου τη ζωγραφιά κι έπειτα θα σου μείνουν πια πολύ λίγα να κάνεις.

Είναι πάντα πολύ απλό...αρκεί να γεύεσαι το κατακάθι όταν ο καφές τελειώσει, να φυλάς το μπουκάλι τής κολώνιας όταν πια έχει αδειάσει, να προσηλώνεις το βλέμμα σου στο χνάρι που άφησε το πόδι περνώντας πάνω από την άμμο, να νιώθεις το πέρασμα τής ώρας έχοντας στον καρπό σου ένα σταματημένο ρολόι, να παρατηρείς το κλαδί που άφησε το πουλί φεύγοντας κι όχι το ίδιο το πουλί..."

16 Ιανουαρίου, 2011

Φέτος πιο πολύ
















Είναι που φέτος κρυώνω πιο πολύ
και φορώ από πάνω δεύτερο μακό
τα ζεστά μου ρούχα μείναν φυλαγμένα
σε μια ντουλάπα που ανοίγει στο κενό
ένα παράθυρο στον κόσμο


Το παχύ μαξιλάρι της πολυθρόνας
χάμω ξαπλωμένο δαγκώνει μια ακτίνα ήλιο
τους πίνακές μου θαυμάζει η σκόνη
που στα ψηλά δωμάτια αιωρείται
καθώς το βήμα μου την ανασηκώνει


Είναι καιρός που παράθυρο δεν ανοίγω
δεν ξεμυτίζω πια από την πόρτα
χτισμένη πάνω σε ινδιάνικο νεκροταφείο 
είναι η άψυχη πόλη με τα χίλια φώτα
εγώ μες το σκοτάδι μου είμαι βετεράνος


Από τις γρίλιες με νουθετεί ο παπαγάλος:
"Είναι όλα στο δικό σου το μυαλό!"
Τον αντίλογο τον ξέρω προφανώς
μαντεύω, δηλαδή...είναι πιθανό
να φταίει που φέτος πιο πολύ κρυώνω.


15 Ιανουαρίου, 2011

Όχι αυτόν...




Γίνε δωρητής οργάνων. Νεφρά, κερατοειδείς, ήπαρ ... είναι όλα χρήσιμα. Τον εγκέφαλό σου μπορείς να τον πάρεις μαζί σου.

12 Ιανουαρίου, 2011

Όλα είναι στο νου σου




Ο κόσμος κρύβεται πίσω από τις πόρτες φοβισμένος
Από το παράθυρο βγάζει
το κεφάλι του δειλά
Τρέμει στο άκουσμα ανθρώπων που περνάνε
καθένας τον διπλανό του
κοιτάει λοξά
Ποτέ δεν θα πεθάνει μέσα μας ο κλέφτης
που στέκει πίσω από το παράθυρο
αλαφιασμένος
Όταν ακούει κάποιον διαβάτη να μονολογεί
τι δώρα φέρνει ο Δαναός, λέει,
τάχα τι ζητά ο ξένος;
Πήγα μια βόλτα σήμερα
είδα πολλούς ανθρώπους
Σαν αστυνομικοί στο δρόμο
μοιάζαν αραγμένοι
Σήκωσα τα χέρια μου ψηλά,
έτοιμος ένα
"γειά" να πω
όταν ένιωσα κρύες χειροπέδες
να μού περνάνε βιαστικά

10 Ιανουαρίου, 2011

Στα φύλλα της ιτιάς


Και πώς θα μπορούσαμε εμείς να τραγουδούμε
Με το πόδι τού ξένου να μάς πλακώνει την καρδιά
Με τούς νεκρούς μας αφημένους στις πλατείες
Δίπλα στο παγωμένο -από το βαρύ κρύο- χορτάρι
Όπου σέρνεται το παράπονο των παιδιών
που σαν τους αμνούς  φοβισμένα κρύβονται
το ένα πίσω από τ' άλλο
κάτω από το σύννεφο τής  μαύρης κραυγής
που η μάνα αφήνει βρίσκοντας το γιό της σταυρωμένο
στο ξύλο τού τηλέγραφου;
Όχι, δε θα 'ταν δυνατόν εμείς να τραγουδούμε
Πιο φρόνιμο ήταν που στα κλαδιά τής ιτιάς
εμείς οι ποιητές τις λύρες μας είχαμε κρεμάσει.
Κι εκείνες ταλαντεύονταν ανάλαφρα στον μελαγχολικό αγέρα.


Ο Κουασίμοντο (1901-1968), βρίσκει ίσως αφορμή σ' αυτούς τους στίχους (Alle fronde dei salici), να "μειώσει" την ποίηση κι ίσως όλη την τέχνη, όσον αφορά την δύναμή της να εκφράσει τα πιο επώδυνα, τα πιο τραχιά συναισθήματα που γεννιούνται στην ανθρώπινη ψυχή. Εδώ παρουσιάζει ένα έρημο τοπίο όπου τα συναισθήματα πλακώνουν την συλλογική ψυχή. Ο κατακτητής είναι παρών και η παρουσία του σημαίνει απώλεια, μάταιη αναζήτηση των απόντων. Μάταια αναζητά κανείς μια λογική σ' όλα αυτά. Κι αυτή δυσεύρετη. Λυτρωτική θα ήταν αυτή τη στιγμή η τέχνη, έστω σαν ένας θρήνος που θα ένωνε όσες δυνάμεις απέμειναν. Ένα μοιρολόι έστω, μέχρι να βρει ένας ποιητής το κουράγιο να ξεκρεμάσει τη λύρα του που αδύναμη και άλαλη μένει ακόμη κρεμασμένη ανάμεσα στα φύλλα τής κλαίουσας ιτιάς.

Το ποίημα ίσως παραπέμπει και στο "Με ποιο κουράγιο να πάρουμε τις λύρες μας μαζί; Σάμπως θα τραγουδούσαμε στον ξένο τόπο;".

08 Ιανουαρίου, 2011

Κορίνα


Στάθηκε στη διασταύρωση σκεφτικός κοιτώντας αμήχανα δεξιά κι αριστερά. Ένιωθε παράξενα γιατί, για νιοστή μέρα στη σειρά, δεν μπορούσε να εξηγήσει την αίσθηση παντοδυναμίας  που τον κυρίευε χωρίς όμως αυτή να συνοδεύεται από τη συνηθισμένη σωματική ευεξία. Κάτι ξένο κινήθηκε μέσα του σαν χοντρό ψάρι κι ένα κύμα ναυτίας τού ήρθε κάτω από το στέρνο. Το απέδωσε στο απαίσιο φαγητό τής προηγούμενης βραδιάς αλλά αμέσως παραδέχτηκε πως η αιτία δεν μπορούσε να είναι αυτή.

Οι άνθρωποι γύρω του ψήλωσαν απότομα κι άρχισαν να τον κουτσομπολεύουν πάνω από το κεφάλι του. Μια γαλάζια γλίτσα  έτρεχε από το στόμα τους την ώρα που μιλούσαν κι έπεφτε στα ρούχα του. Ο άμοιρος προσπαθούσε να γλιτώσει τα ακάλυπτα μέρη του από τα εκκρίματά τους. Φαντάστηκε τον εαυτό του να σηκώνεται από τον χλοοτάπητα ενός γηπέδου στις κερκίδες τού οποίου όλοι τον γιούχαραν, χωρίς να ξέρει το γιατί. Ένιωσε όπως νιώθουν τα ποντίκια όταν στο τυφλό τρέξιμό τους, αντί για έξοδο, συναντούν έναν τοίχο που τους ματαιώνει τη φυγή. Κοίταξε βιαστικά γύρω του για να βρει τον πάγκο τής ομάδας του, το πιό φιλόξενο μέρος για έναν ποδοσφαιριστή όταν χτυπηθεί ή όταν ο όχλος τον περιλάβει με τα κέρματα και τους αναπτήρες.

Όταν τέλειωσε η πτώση τών αντικειμένων στην σύντομη φαντασίωση, εκείνος επέστρεψε στην ψυχική κατάσταση που βρισκόταν στην αρχή: μόνος, στατικός μα κι ασταθής ανάμεσα σε άλλους που ήταν ολόιδιοι μ' αυτόν και προσπαθούσαν πανικόβλητοι να τρέξουν δεξιά κι αριστερά για να ξεφύγουν - από τι;  Ένιωθε ακόμα τη ναυτία να ανακατεύει με την ουρά της το στομάχι του και στα αυτιά του άκουγε ένα τύμπανο να χτυπάει σε τρελό κρεσέντο. Θόρυβος σαν από μια μπάλα τού μπόουλινγκ στη δική της αποστολή: να ερημώσει το διάδρομο από τις άχρηστες κορίνες που ματαιόδοξες ορθώνουν το χαμηλό ανάστημά τους, ανήμπορες να ξεφύγουν, ακόμη κι όταν η βαριά μπάλα έχει ειδοποιήσει ότι είναι ήδη πολύ κοντά.


Giusto Pio - Battiato

06 Ιανουαρίου, 2011

Verra' la morte
















Θα 'ρθει ο θάνατος και θα 'χει τη ματιά σου
Αυτός ο θάνατος που ξοπίσω μας αγκομαχά
ξάγρυπνος από το πρωί ως το βράδυ
βύθιος κι υπόκωφος σαν ενοχή παλιά
μυστήρια εμμονή τού χρόνου
Μοιραία λάμψη θα 'ναι το δικό σου βλέμμα
κραυγή πνιγμένη και λυγμός
στης σιωπής τη σκιά κρυμμένος

Ο θάνατος σ' όλους χρωστάει μια ματιά
Για μένα όταν θα 'ρθει
θα έχει τα δικά σου μάτια
Θα είναι το τέλος μιας συνήθειας
η απουσία τής εικόνας σου απ' τον καθρέφτη
για χάρη θαμπού αεικίνητου ειδώλου
που αγωνίζεται να αναδυθεί

Θα 'ναι σαν να ακουμπάω το αυτί μου
λόγια ν' ακούσω από χείλη σφαλιστά
Δε θα υπάρχουν να ακουστούνε λέξεις
μονάχα εκείνη, η δική σου η ματιά
κι εγώ που γιορτάζοντας τον ερχομό σου
αργά θα βυθιστώ σε μία δίνη σιωπηλά


Το παραπάνω ποίημα (που ελεύθερα αποδόθηκε και τού αφαιρέθηκαν στίχοι) είναι μια εκδοχή/αυτοσχεδιασμός τού ποιήματος τού Παβέζε "Verra' la morte e avra' i tuoi occhi".

03 Ιανουαρίου, 2011

Η πιο σοφή επιλογή




Ευθύς ως άρχισε το όνειρο, είδα τον εαυτό μου σαν επιβάτη ρακένδυτο σε μισοδιαλυμένη άμαξα να προσπαθεί να ζεσταθεί με το αλκοόλ, σε δρόμο χιονισμένο που τον ξέστρωνε απ' την ασπράδα του ο δυνατός αέρας. Με όση δύναμη μού απέμενε, λέει, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, έφτιαξα σωρούς από τα ξύλα και τα κομμάτια τών τροχών στα οποία έβαλα φωτιά για να ζεσταθώ κι ανάμεσά τους αποκοιμήθηκα τουρτουρίζοντας.

Με αφύπνισαν ξαφνικά, τραβώντας με, πέντε-έξι όντα που είχαν το μισό μου ύψος. Οι σιωπηλοί κοντοί ανθρωπάκοι με οδήγησαν σε μέρος περιφραγμένο και σχημάτισαν μια κουστωδία γύρω μου ώσπου φτάσαμε όλοι μαζί σε διάδρομο φωτισμένο με νέον φως και κάδρα κρεμασμένα στους τραχείς τοίχους. Το μικροσκοπικό ανθρωπάκι που βάδιζε στα δεξιά μου, με αργές κινήσεις κι ύφος αυστηρό, μού επέστησε την προσοχή στις εικόνες δεξιά κι αριστερά  και έκανα αμέσως τη μαντεψιά πως στα κάδρα εικονίζονταν οι πρόγονοί μου.

Αριστερά και δεξιά στους τοίχους έβλεπα εικόνες αντρών και γυναικών που είχαν το πρόσωπό μου ολόιδιο, τα ίδια μάτια, τα ίδια χλωμά μάγουλα, το ίδιο αφηρημένο ύφος. Ο διάδρομος ήταν ατέλειωτος και τα πρόσωπα στα σκαλιστά κάδρα ήταν ίδια κι απαράλλαχτα μεταξύ τους. Παρ' όλα αυτά ο νάνος στα δεξιά μου μού τα έδειχνε ένα-ένα με ξεχωριστή έκφραση στο πρόσωπό του. Αυτόν που μόλις προσπεράσαμε τον έδειξε κάνοντας μικρές κυκλικές κινήσεις με το χεράκι του και με το ύφος του ήθελε να πει "σπουδαίος άνθρωπος, μεγάλος". Αντίθετα, λίγο πιό πέρα, το πλάσμα δίπλα μου φοβισμένο γουρλώνει τα μάτια του και δείχνει δειλά μιαν άλλη εικόνα, ανοίγει το βήμα πηδηχτά,  μού ζητά μάλλον να πιστέψω πως στην εικόνα εκείνη βρίσκονταν "άνθρωπος ανυπόφορος κι υπερβολικά σκληρός μα δίκαιος".

Καταλαβαίνοντας ο νάνος πως είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη μου, συνέχισε να μού δείχνει μιά τον πρόγονο που "καθόταν πάντα σκεπτικός", την άλλη εκείνον που "πίσω από το χρήμα έτρεχε μια ζωή". Ανάλογα είχε να μού εκμυστηρευτεί και για τις γυναικείες φιγούρες που προσπερνούσαμε: "Η  αγία αυτή γυναίκα", κατάλαβα πως ήθελε να πει πιθανόν  για κάποια από τις γυναίκες που πέρασαν τη ζωή τους με αυταπάρνηση, ενώ άλλοτε σούφρωνε τα μούτρα του, καθιστώντας ολοφάνερη την απαξίωσή του για κάποια άλλη κυρία. Ήταν αστείο το ότι, παρά την ομοιότητα όλων τών εικονιζομένων, είχα αρχίσει από μόνος μου να εκφέρω γνώμη για το ποιόν κάθε μιανού προγόνου. Αυτό στενοχώρησε την κουστωδία μου η οποία, υποθέτω, θα ένιωσε πως τής έπαιρνα τη δουλειά. Τι άλλο να είναι ικανοί να κάνουν ένα τσούρμο άθλιοι νάνοι;

Τι ανέμελο ζώον που ήμουν! Είχαμε διανύσει γύρω στα πεντακόσια μέτρα με την προσοχή μου στραμμένη στον ...ξεναγό που είχα στα δεξιά μου και δεν είχα παρατηρήσει πως η υπόλοιπη "συνοδεία" μου φρόντιζε να φτάνει -πριν από μένα- στο αμέσως επόμενο κάδρο για να τού ψιθυρίζει αδιάκριτα ποιός θα περνούσε από μπροστά του. Αυτό με αναστάτωσε και θέλησα να φύγω, να γυρίσω έξω -καλύτερα στα χιόνια.

Ο νάνος μου με ησύχασε, είδε την ταραχή μου και για πρώτη φορά άνοιξε το στόμα του λέγοντάς μου:
Πού πας;  Έξω χιονίζει, εσύ δεν έχεις πού να μείνεις κι εδώ ίσως να ξαναρθείς και πάλι... Μείνε εδώ, γνώρισε και δέξου την πορεία σου, μάθε από αυτήν, καυχήσου αν θες ή, αν προτιμάς, απολογήσου, σού επιτρέπεται εδώ να υποσχεθείς, να μετανιώσεις, να ορκιστείς, για μια φορά απερίσπαστος να κρίνεις τη ζωή σου. Όλοι οι σταθμοί τής ζωής σου είναι δω, κοίταξε τους τοίχους προσεκτικά...κάπου θα βρεις τη θέση για το πορτραίτο τής μορφής σου. Άλλος θα 'ρθεί μετά από σένα εδώ να κρίνει τη ζωή σου: Κοίτα πόσες άδειες θέσεις! Σκέψου καλά: τι θες να πει αυτός που, ύστερα από σένα κι εκείνος, τους πίνακες όλους όμοιους μεταξύ τους θα τους βρει.

"Την εικόνα μου όπως είμαι τώρα θα θελα εδώ πέρα εκτεθειμένη να κρεμάσω, χωρίς μετάνοιες, χωρίς κλάψες, χωρίς αποκαλύψεις" τού απάντησα. "Εκεί έξω όταν βγω σε τίποτα δε θα αλλάξω τη ζωή μου, μόνο με ασήμαντες ψευτιές, με τάχα και με δήθεν, με χίλια τάχα εμπόδια θα μάθω πάλι να πείθω τον εαυτό μου πως δε γινόταν πιό ενάρετος να γίνω ενώ ένας ακόμα ξιπασμένος στα μάτια τών άλλων θα 'μαι."

Έτσι, λέει τ' όνειρο, παρέμεινα εκεί για πάντα...Προτίμησα στον κρύο διάδρομο μια θέση οποιαδήποτε να εξασφαλίσω παρά να βγω έξω στην κρύα νύχτα να ψάχνω δρόμους γυρισμού.