13 Οκτωβρίου, 2009

Hotel ROYAL




Από το πλατύ και ψηλό μπαλκόνι του δωματίου της στο Hotel ROYAL, ανήσυχη και χλωμή κοιτούσε μακριά τον ορίζοντα μέχρι που τα στρογγυλά της μάτια συνάντησαν εκείνο τον ήλιο τον κατακόκκινο, στο απογευματινό του πλησίασμα προς τη θάλασσα...μια θάλασσα τόσο γαλήνια.

Εντελώς ξαφνικά αντιλήφθηκε τη διακριτική παρουσία εκατοντάδων μακρουλών, σκοτεινών και κοφτερών σύννεφων που, μέσα στο μυαλό της, αποκάλυψαν τη συνομωσία και της έγινε εμφανές αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Την ίδια στιγμή τα αρώματα των λουλουδιών γύρω της εξαφανίστηκαν μεμιάς. 'Oλα τα χρώματα αυτού του κόσμου άφησαν τις θέσεις τους και τα πάντα μεταμορφώθηκαν σ' ένα κλάμα βαθιά μέσα στο στήθος της.

Άκουσε τον ψίθυρο μιας γριούλας την οποία εκείνη παρ' όλα αυτά δεν έβλεπε πουθενά. Κι όμως μπορούσε ν' ακούσει καθαρά τα λόγια της:
"Να! Τη χλιαρή ώρα που εμείς ξένοιαστοι θα καλωσορίζουμε την ανατέλλουσα σελήνη, απ' αυτόν τον μυρωδάτο ουρανό της ανοιξιάτικης βραδιάς θα πέσει μια ασταμάτητη βροχή από αίμα. Θα γίνει ακριβώς τη στιγμή που αυτά τα σύννεφα-ξίφη θα αποφασίσουν την απότομη κι αιφνιδιαστική επίθεσή τους εναντίον του νυσταγμένου και αποκαμωμένου ήλιου."

Ένιωσε ένα μεγάλο φοβο. Θελησε να ξεφύγει...μετά έσφιξε τα χέρια της δυνατά πάνω στα κάγκελα με τέτοια δύναμη που θα αρκούσε να σώσει παραπάνω από μια φορά αυτόν τον κόσμο -κι ίσως ακόμη κι έναν άλλον σαν αυτόν- από τις αμαρτίες του, τον πόνο του, την απέραντη μοναξιά του...

Τι θλιβερό πράγμα είναι οι σκέψεις που γίνονται, οι ίδιες κι οι ίδιες, χιλιάδες φορές! Και πόσο αβάσταχτα στενάχωρο να είσαι μόνος ή με παρέα, έχοντας στην ψυχή την αίσθηση μιας ακαθόριστης απώλειας ή μιας αμαρτίας χωρίς να καταλαβαίνεις ούτε από που προέρχεται αυτό ούτε πού σε πηγαίνει. Να ρωτιέσαι αν το φταίξιμο ήταν δικό σου...μετά να ξαναρωτιέσαι ξανά και ξανά. Κι ύστερα πάλι απ' την αρχή!

Ανασηκώνοντας λίγο τα πόδια της από τα πλακάκια του μπαλκονιού, σπρώχτηκε προς τα εμπρός, ακουμπώντας την κοιλιά της πάνω στα κάγκελα, τη μήτρα της για την ακρίβεια. Μήτρα-άδειο σπίτι, ούτε μια μικρή ζωούλα δεν είχε κατοικήσει εκεί μέσα. Τίποτα δεν θα είχε ν' αφήσει σ' αυτόν τον κόσμο που τόσα περιμένει από μας!

Μετά από λίγο, αργά-αργά, οι ευωδιές και τα χρώματα άρχισαν να επιστρέφουν στις θέσεις τους. Με μεγάλη καθυστέρηση, καθώς φαίνεται, γιατί όλα αυτά δεν είχαν πια σημασία για κείνη, κανένα πια ενδιαφέρον. Και το μπαλκόνι κενό ήταν.

Ξέσφιξε τα χέρια της δειλά-δειλά από τα κάγκελα και τ' άφησε όλα, χαρές και λύπες, πάνω σ' εκείνο το κενό μπαλκόνι βουτώντας σ' ένα άλλο κενό, πιο φιλικό και πιο φιλόξενο γι' αυτήν.
.... .... .... .... ....


(Αυτή είναι μια ιστορία που μου διηγήθηκε μια παράξενη γριούλα, ένα ανοιξιάτικο βράδυ, στο μέρος του συμβάντος, με κάθε λεπτομέρεια. Όμως, αν αφήνει θλίψη στον αναγνώστη, τότε αυτός θα μπορούσε να υποκριθεί πως τη διάβασε -σαν είδηση- σε κάποια παλιοφυλλάδα που ξέχασε να πετάξει στα σκουπίδια).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αναγνώστες