Αν τον καινούργιο χρόνο αλλάξουν τόσα πολλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι και ψύχραιμοι. Δε βλέπω όμως τέτοια προοπτική...Ήδη σήμερα, πρώτη μέρα του χρόνου, το πρωί με πήρε τηλέφωνο κάποιος φίλος και πανικόβλητος μου παραπονέθηκε ότι δεν έβλεπε πιά το είδωλό του μέσα στον καθρέφτη κι άρχισε να πιστεύει πως δεν υπάρχει ή έγινε βρυκόλαξ. Πάντως, και τίποτα απ' αυτά να μην είχε συμβεί, πως θα ξυριζόταν;
Κράτησα την ψυχραιμία μου ξέροντας πως και φέτος έχω ν' ακούσω βλακείες...Οπότε τον καθησύχασα και τον συμβούλεψα,εφ' όσον δεν βρίσκει το είδωλό του ΜΕΣΑ στον καθρέφτη, να κοιτάξει μήπως είναι χωμένο ΠΙΣΩ από τον καθρέφτη.
Όλοι οι κανόνες έχουν τις εξαιρέσεις τους και τα είδωλα σήμερα είναι δύσκολο να τα ελέγξεις. Έχουν πάρει πολύ αέρα.
01 Ιανουαρίου, 2010
Απρόβλεπτα Ευρήματα
Μετά την επιστροφή μου από τις καλοκαιρινές διακοπές,βράδια ολόκληρα, καθόμουν και κοιτούσα την απέναντί μου πολυκατοικία με απορημένα μάτια. Καθώς οι γνωστοί και φίλοι μου δεν είχαν επιστρέψει ακόμη, περνούσα τις βραδιές μου μόνος στο μπαλκόνι και δεν είχα τίποτα άλλο να κάνω παρά υποθέσεις περί του ποία μπορεί να είναι η εξήγηση του γεγονότος ότι δεν έβλεπα απέναντι κανέναν από τους ενοίκους που έμεναν εκεί. Ούτε ο μεσήλικας που έλυνε τα σταυρόλεξά του φαινόταν πια να σπάζει το κεφάλι του ούτε η νεαρά που πότιζε τις γλάστρες της επιμελώς έκανε πιά την εμφάνισή της. Ακόμη κι η γηραιά κυρία που χάζευε, παρέα με τις γάτες της,τα τηλεοπτικά προγράμματα μέχρι πρωίας δεν φαινόταν στον καναπέ της.
Ομαδική αποχώρηση; Στεγαστικά δάνεια που είχαν μείνει απλήρωτα;
Όχι, δεν έστεκαν όλα αυτά: από τα ανοιχτά μπαλκόνια μπορούσα να δω καθαρά την επίπλωση των διαμερισμάτων που ήταν ακριβώς όπως πριν τις καλοκαιρινές άδειες. Τα φώτα επίσης άναβαν τις συνήθεις ώρες.
Είχαμε φτάσει στον Οκτώβρη μήνα κι οι μόνες μου πληροφορίες έρχονταν από την αλλοδαπή καθαρίστρια της πολυκατοικίας η οποία συνέχιζε να προσφέρει τις υπηρεσίες της εκεί. Νεοεισελθούσα στη χώρα μας μιλούσε αξιολύπητα Ελληνικά.
-Συγνώμη ,κυρία, σας βλέπω τόσες μέρες να καθαρίζετε τα σπίτια κι ήθελα να σας ρωτήσω αν αυτοί που μένουν μέσα είναι εδώ κι αν είναι καλά.
-Καλά είναι, κύριος.Είναι όλη μέρα μέσα, συγγυρίζουν…ψάκνουν παλιά τους πράγγματα αυτοί.Πρέπει όλα κάνω εγγώ: κουρατσένιε, λουλούντια…
Πρέπει να ήταν η έβδομη φορά που ρώτησα εναγώνια για το καλώς έχειν των απέναντι όταν η καθαρίστρια -για να με καθησυχάσει- μού έφερε μια παλιά φωτογραφία που είχε βρει κατά τα συγυρίσματά της η γηραιά κυρία,όπως μου εξήγησε. Με ευχαριστούσε πολύ για το ενδιαφέρον μου και μου έστελνε μια παλιά φωτό στην οποία την είχαν απαθανατίσει καμιά 20ριά χρόνια πριν, σε κάποιο στιγμιότυπο με τις τότε γάτες της. Σκέφτηκα «και τότε το ίδιο άσχημη ήσουν ,κακομοίρα…». Πάντως ησύχασα και για μια βδομάδα τουλάχιστον γλίτωσε από μένα και η αλλοδαπή.
Επειδή όμως από τη φύση μου είμαι κολλημένος κι όταν μου μπει μια ιδέα δε φεύγει εύκολα, άρχισα να τρώγομαι με το τι απέγινε ο κυρ-Σπαζοκεφαλιάς. Αχ μωρή κυρούλα, να μου έφερνες και κανένα σταυρόλεξο λυμένο από τα χεράκια του ,όπως έκανες και με τη φωτό της γηραιάς Γατομάνας…Να ησυχάσω κι από την έννοια μπας κι έπαθε τίποτα ο άνθρωπος και δε μου το λέτε!
Η κυρούλα φρόντισε, αφού δεν μπορούσε να με ικανοποιήσει με αυτό που ήθελα, να μου φέρει μια παραπλήσιας ηλικίας φωτό στην οποία ο σταυρολεξολάγνος...έλυνε γρίφους. Η καρδιά μου χτύπησε χαρούμενα. Ε,βέβαια, ο άνθρωπος μου έστελνε φωτό από τα παιδικάτα του με τα χαιρετίσματά του και την υπόσχεση πως όταν τελειώσουν όλα αυτά θα είμαστε πιο πολύ δεμένοι μεταξύ μας εμείς οι γείτονες.
Επανελήφθη βέβαια η ανεκδιήγητη συμπεριφορά μου που, αυτή τη φορά, αφορούσε την νεαρά με τα άνθη της (πιστέψτε με: καταντράπηκα γιατί η καθαρίστρια σίγουρα θα πίστεψε πως ήθελα καμιά φωτό τής κοπέλας σε στυλ Λολίτα)
Ουδέν πρόβλημα: την επόμενη μέρα κιόλας κρατούσα στα χέρια μου μια προ 5ετίας φωτογραφία στην οποία απαθανατιζόταν μια πολύ καλλίγραμμη κοπέλα,στη θάλασσα, με το μαγιό της- για να ακριβολογούμε με το κάτω μέρος του μπικίνι της. Έμοιαζε με τη…Λολίτα αλλά δεν ήταν αυτό το επιδιωκόμενο από μένα, πιστέψτε με!
«Πάρε κι αυτό να ησυχάσεις, κύριος» είπε η καχύποπτη ξένη μ’ ένα πονηρό χαμόγελο.
Πάντως ,λίγο με τις χάρες που πρόθυμα μού έκανε η καθαρίστρια, λίγο με τις ανησυχίες που τόσο εύκολα μού καθησύχαζε (έστω και παροδικά) κατάφερε να μού γίνει συμπαθέστατη. Αποτέλεσμα τούτου αλλά και της τσαπατσούλικης δουλειάς που έκανε η δικιά μου οικιακή βοηθός, ήταν να τής ζητήσω δειλά δειλά τής αλλοδαπής να γίνει και δική μου καθαρίστρια. Κι όχι μόνον! Σιγά-σιγά ανακάλυψα πως είχε το χάρισμα να διευθετεί τις υποθέσεις μου κατά τον λιγότερο αγχογόνο για μένα τρόπο: «Κύριος,τις φωτό που κρατάς όλη μέρα στα χερια σου τα τις βαλλω στο τοίχος απέναντι από τραπέζι σου, ε;»
Στο πι και φι κορνιζάρισε και κάρφωσε τις 3 πολύτιμες για μένα εικόνες στο καταλληλότερο σημείο. Κούνησα το κεφάλι μου επιδοκιμαστικά και έμεινα να τις κοιτώ με τις ώρες και να τις θαυμάζω κιόλας. Μπορώ να μη σας ντραπώ ,αφού πια με ξέρετε, και να εξομολογηθώ ότι ώρες-ώρες τα κάδρα αυτά για μένα έπαυαν να είναι απλά κάδρα. Ήταν κανονική παρέα για μένα. Έτσι όπως ο καιρός είχε αρχίσει να κρυώνει περιόρισα τις εξόδους μου στο μπαλκόνι και μετέφερα τις δραστηριότητες μου μέσα στο σπίτι, ως επί το πλείστον μέσα στο δωμάτιο που φιλοξενούσε τα κάδρα εκείνα.
Μια μέρα ζήτησα από την καλή μου και δαιμόνια υπηρετριούλα να κάνει άνω κάτω και τα τρία μου πατάρια και να ψάξει πολύ καλά να βρει και καμια δική μου παλιά φωτογραφία, καμιά δεκαριά καλές, να τις κορνιζάρει με το ίδιο ακριβώς ξύλο, σαν τις άλλες και να τις καρφώσει δίπλα -δίπλα. "Να βρεις το ίδιο ξύλο ακριβώς" της τόνισα: "καφέ σκούρο,σχεδόν μαύρο."
Καθώς όμως μου είχε κολλήσει η ιδέα ότι όλες οι κορνίζες έπρεπε να περιέχουν παρόμοια θέματα αποφάσισα να ανέβω ο ίδιος στα τρία πατάρια μου γιατι σίγουρα αυτηνής κάτι θα της διέφυγε. Σκάλιζα λοιπόν με τις ώρες τα παλιά αντικείμενα εκεί μέσα με αξιοθαύμαστο ζήλο. Κατέβαινα από κει πάνω μόνο όταν είχα αποκάμει κι έπεφτα να κοιμηθώ!
Ο χρόνος για μένα είχε συμπτυχθεί στις ώρες που ασκούσα αυτή την ιδιόμορφη αρχαιολογία."Τι ενδιαφέρουσες κρυψώνες που αφιερώνουμε στο πέρασμα του χρόνου!", σκεφτόμουν μια μέρα που κάποιος χτύπησε το κουδούνι και περιχαρής η -πλέον- οικονόμος μου, ανήγγειλε: «Ο κ. Κώστας, συνάντελφός σας. Έχει έρτει 5 φορές μέχρι τώρα να σάς ντει!!!»
«Ωχ! Πάλι …πες του πως δεν μπορώ, έχω δουλειά!» της είπα απότομα.
«Μα…ανησυχεί για σας. Έχει πολύ καιρό να σας ντει. Τι να του πω;»
«Εεε…δεν ξέρω είπα αδιάφορα. Πες του πως συγυρίζω. Ευχαριστώ που ήρθε αλλά τώρα δεν μπορώ. Δώσε του εκεί πέρα μια φωτογραφία μου και πές του ότι είναι δώρο από μένα με αγάπη και…θα τα πούμε κάποτε, άλλη φορά»
Ο Κώστας έφυγε μουρμουρίζοντας κάτι που μάλλον αφορούσε εμένα, μόνο που δε με ένοιαξε καθόλου. Ανακουφίστηκα κιόλας γιατί δεν είχα όρεξη να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Κατέβηκα από κει πάνω κρατώντας υπό μάλης μια 10ριά παλιές φωτογραφίες μου-τα ευρήματά μου.
Μετά πέντε μέρες ,προς το μεσημέρι έμπαινε στο σπίτι η κυρούλα μου, η κυρά μου και με προσοχή ακούμπησε μπροστά μου 10 μικρά καδράκια με τα πιο ευτυχισμένα στιγμιότυπα της ζωής μου…Τα τοποθέτησα προσεκτικά στους τοίχους ολόγυρά μου και τα θαύμασα.
Πόσες στιγμές ευτυχισμένες είχα περάσει…και πόσο ακόμα πιο όμορφες φαινόντουσαν κλεισμένες γύρω γύρω από εκείνο το σκούρο καφέ, σχεδόν μαύρο, ξύλο.
Πρέπει να ομολογήσω ότι, παρ' όλο που πιά όλοι οι γνωστοί μου βρίσκουν περίεργη τη συμπεριφορά μου,περνώ όλο τον ελεύθερο χρόνο μου ανάμεσα σ' εκείνα τα στιγμιότυπα τα οποία περιεργάζομαι συνέχεια ανακαλύπτοντας όλο και καινούργιες λεπτομέρειες που αρχικά μού είχαν διαφύγει: κάποιο πρόσωπο που έχω καρό να συναντήσω,μιά περίεργη γκριμάτσα, ένα γλυκό χαμόγελο.Κάθε άλλη δραστηριότητα μοιάζει να είναι ασήμαντη, ανιαρή και ενοχλητική.
Με αυτό το πνεύμα και για να μπορώ να αφοσιώνομαι απερίσπαστα σ' αυτή μου την ασχολία,απομάκρυνα και την οικονόμο μου,την τελευταία ουσιαστικά παρουσία που έδινε κάποια κάποια ζωή στο σπίτι φροντίζοντας τα στοιχειώδη. Έμαθα μάλιστα πως έπιασε δουλειά σε κάποιο άλλο σπίτι αφού ούτε εγω ούτε κι οι απέναντί μου τη χρειαζόμασταν πιά.
Ομαδική αποχώρηση; Στεγαστικά δάνεια που είχαν μείνει απλήρωτα;
Όχι, δεν έστεκαν όλα αυτά: από τα ανοιχτά μπαλκόνια μπορούσα να δω καθαρά την επίπλωση των διαμερισμάτων που ήταν ακριβώς όπως πριν τις καλοκαιρινές άδειες. Τα φώτα επίσης άναβαν τις συνήθεις ώρες.
Είχαμε φτάσει στον Οκτώβρη μήνα κι οι μόνες μου πληροφορίες έρχονταν από την αλλοδαπή καθαρίστρια της πολυκατοικίας η οποία συνέχιζε να προσφέρει τις υπηρεσίες της εκεί. Νεοεισελθούσα στη χώρα μας μιλούσε αξιολύπητα Ελληνικά.
-Συγνώμη ,κυρία, σας βλέπω τόσες μέρες να καθαρίζετε τα σπίτια κι ήθελα να σας ρωτήσω αν αυτοί που μένουν μέσα είναι εδώ κι αν είναι καλά.
-Καλά είναι, κύριος.Είναι όλη μέρα μέσα, συγγυρίζουν…ψάκνουν παλιά τους πράγγματα αυτοί.Πρέπει όλα κάνω εγγώ: κουρατσένιε, λουλούντια…
Πρέπει να ήταν η έβδομη φορά που ρώτησα εναγώνια για το καλώς έχειν των απέναντι όταν η καθαρίστρια -για να με καθησυχάσει- μού έφερε μια παλιά φωτογραφία που είχε βρει κατά τα συγυρίσματά της η γηραιά κυρία,όπως μου εξήγησε. Με ευχαριστούσε πολύ για το ενδιαφέρον μου και μου έστελνε μια παλιά φωτό στην οποία την είχαν απαθανατίσει καμιά 20ριά χρόνια πριν, σε κάποιο στιγμιότυπο με τις τότε γάτες της. Σκέφτηκα «και τότε το ίδιο άσχημη ήσουν ,κακομοίρα…». Πάντως ησύχασα και για μια βδομάδα τουλάχιστον γλίτωσε από μένα και η αλλοδαπή.
Επειδή όμως από τη φύση μου είμαι κολλημένος κι όταν μου μπει μια ιδέα δε φεύγει εύκολα, άρχισα να τρώγομαι με το τι απέγινε ο κυρ-Σπαζοκεφαλιάς. Αχ μωρή κυρούλα, να μου έφερνες και κανένα σταυρόλεξο λυμένο από τα χεράκια του ,όπως έκανες και με τη φωτό της γηραιάς Γατομάνας…Να ησυχάσω κι από την έννοια μπας κι έπαθε τίποτα ο άνθρωπος και δε μου το λέτε!
Η κυρούλα φρόντισε, αφού δεν μπορούσε να με ικανοποιήσει με αυτό που ήθελα, να μου φέρει μια παραπλήσιας ηλικίας φωτό στην οποία ο σταυρολεξολάγνος...έλυνε γρίφους. Η καρδιά μου χτύπησε χαρούμενα. Ε,βέβαια, ο άνθρωπος μου έστελνε φωτό από τα παιδικάτα του με τα χαιρετίσματά του και την υπόσχεση πως όταν τελειώσουν όλα αυτά θα είμαστε πιο πολύ δεμένοι μεταξύ μας εμείς οι γείτονες.
Επανελήφθη βέβαια η ανεκδιήγητη συμπεριφορά μου που, αυτή τη φορά, αφορούσε την νεαρά με τα άνθη της (πιστέψτε με: καταντράπηκα γιατί η καθαρίστρια σίγουρα θα πίστεψε πως ήθελα καμιά φωτό τής κοπέλας σε στυλ Λολίτα)
Ουδέν πρόβλημα: την επόμενη μέρα κιόλας κρατούσα στα χέρια μου μια προ 5ετίας φωτογραφία στην οποία απαθανατιζόταν μια πολύ καλλίγραμμη κοπέλα,στη θάλασσα, με το μαγιό της- για να ακριβολογούμε με το κάτω μέρος του μπικίνι της. Έμοιαζε με τη…Λολίτα αλλά δεν ήταν αυτό το επιδιωκόμενο από μένα, πιστέψτε με!
«Πάρε κι αυτό να ησυχάσεις, κύριος» είπε η καχύποπτη ξένη μ’ ένα πονηρό χαμόγελο.
Πάντως ,λίγο με τις χάρες που πρόθυμα μού έκανε η καθαρίστρια, λίγο με τις ανησυχίες που τόσο εύκολα μού καθησύχαζε (έστω και παροδικά) κατάφερε να μού γίνει συμπαθέστατη. Αποτέλεσμα τούτου αλλά και της τσαπατσούλικης δουλειάς που έκανε η δικιά μου οικιακή βοηθός, ήταν να τής ζητήσω δειλά δειλά τής αλλοδαπής να γίνει και δική μου καθαρίστρια. Κι όχι μόνον! Σιγά-σιγά ανακάλυψα πως είχε το χάρισμα να διευθετεί τις υποθέσεις μου κατά τον λιγότερο αγχογόνο για μένα τρόπο: «Κύριος,τις φωτό που κρατάς όλη μέρα στα χερια σου τα τις βαλλω στο τοίχος απέναντι από τραπέζι σου, ε;»
Στο πι και φι κορνιζάρισε και κάρφωσε τις 3 πολύτιμες για μένα εικόνες στο καταλληλότερο σημείο. Κούνησα το κεφάλι μου επιδοκιμαστικά και έμεινα να τις κοιτώ με τις ώρες και να τις θαυμάζω κιόλας. Μπορώ να μη σας ντραπώ ,αφού πια με ξέρετε, και να εξομολογηθώ ότι ώρες-ώρες τα κάδρα αυτά για μένα έπαυαν να είναι απλά κάδρα. Ήταν κανονική παρέα για μένα. Έτσι όπως ο καιρός είχε αρχίσει να κρυώνει περιόρισα τις εξόδους μου στο μπαλκόνι και μετέφερα τις δραστηριότητες μου μέσα στο σπίτι, ως επί το πλείστον μέσα στο δωμάτιο που φιλοξενούσε τα κάδρα εκείνα.
Μια μέρα ζήτησα από την καλή μου και δαιμόνια υπηρετριούλα να κάνει άνω κάτω και τα τρία μου πατάρια και να ψάξει πολύ καλά να βρει και καμια δική μου παλιά φωτογραφία, καμιά δεκαριά καλές, να τις κορνιζάρει με το ίδιο ακριβώς ξύλο, σαν τις άλλες και να τις καρφώσει δίπλα -δίπλα. "Να βρεις το ίδιο ξύλο ακριβώς" της τόνισα: "καφέ σκούρο,σχεδόν μαύρο."
Καθώς όμως μου είχε κολλήσει η ιδέα ότι όλες οι κορνίζες έπρεπε να περιέχουν παρόμοια θέματα αποφάσισα να ανέβω ο ίδιος στα τρία πατάρια μου γιατι σίγουρα αυτηνής κάτι θα της διέφυγε. Σκάλιζα λοιπόν με τις ώρες τα παλιά αντικείμενα εκεί μέσα με αξιοθαύμαστο ζήλο. Κατέβαινα από κει πάνω μόνο όταν είχα αποκάμει κι έπεφτα να κοιμηθώ!
Ο χρόνος για μένα είχε συμπτυχθεί στις ώρες που ασκούσα αυτή την ιδιόμορφη αρχαιολογία."Τι ενδιαφέρουσες κρυψώνες που αφιερώνουμε στο πέρασμα του χρόνου!", σκεφτόμουν μια μέρα που κάποιος χτύπησε το κουδούνι και περιχαρής η -πλέον- οικονόμος μου, ανήγγειλε: «Ο κ. Κώστας, συνάντελφός σας. Έχει έρτει 5 φορές μέχρι τώρα να σάς ντει!!!»
«Ωχ! Πάλι …πες του πως δεν μπορώ, έχω δουλειά!» της είπα απότομα.
«Μα…ανησυχεί για σας. Έχει πολύ καιρό να σας ντει. Τι να του πω;»
«Εεε…δεν ξέρω είπα αδιάφορα. Πες του πως συγυρίζω. Ευχαριστώ που ήρθε αλλά τώρα δεν μπορώ. Δώσε του εκεί πέρα μια φωτογραφία μου και πές του ότι είναι δώρο από μένα με αγάπη και…θα τα πούμε κάποτε, άλλη φορά»
Ο Κώστας έφυγε μουρμουρίζοντας κάτι που μάλλον αφορούσε εμένα, μόνο που δε με ένοιαξε καθόλου. Ανακουφίστηκα κιόλας γιατί δεν είχα όρεξη να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Κατέβηκα από κει πάνω κρατώντας υπό μάλης μια 10ριά παλιές φωτογραφίες μου-τα ευρήματά μου.
Μετά πέντε μέρες ,προς το μεσημέρι έμπαινε στο σπίτι η κυρούλα μου, η κυρά μου και με προσοχή ακούμπησε μπροστά μου 10 μικρά καδράκια με τα πιο ευτυχισμένα στιγμιότυπα της ζωής μου…Τα τοποθέτησα προσεκτικά στους τοίχους ολόγυρά μου και τα θαύμασα.
Πόσες στιγμές ευτυχισμένες είχα περάσει…και πόσο ακόμα πιο όμορφες φαινόντουσαν κλεισμένες γύρω γύρω από εκείνο το σκούρο καφέ, σχεδόν μαύρο, ξύλο.
Πρέπει να ομολογήσω ότι, παρ' όλο που πιά όλοι οι γνωστοί μου βρίσκουν περίεργη τη συμπεριφορά μου,περνώ όλο τον ελεύθερο χρόνο μου ανάμεσα σ' εκείνα τα στιγμιότυπα τα οποία περιεργάζομαι συνέχεια ανακαλύπτοντας όλο και καινούργιες λεπτομέρειες που αρχικά μού είχαν διαφύγει: κάποιο πρόσωπο που έχω καρό να συναντήσω,μιά περίεργη γκριμάτσα, ένα γλυκό χαμόγελο.Κάθε άλλη δραστηριότητα μοιάζει να είναι ασήμαντη, ανιαρή και ενοχλητική.
Με αυτό το πνεύμα και για να μπορώ να αφοσιώνομαι απερίσπαστα σ' αυτή μου την ασχολία,απομάκρυνα και την οικονόμο μου,την τελευταία ουσιαστικά παρουσία που έδινε κάποια κάποια ζωή στο σπίτι φροντίζοντας τα στοιχειώδη. Έμαθα μάλιστα πως έπιασε δουλειά σε κάποιο άλλο σπίτι αφού ούτε εγω ούτε κι οι απέναντί μου τη χρειαζόμασταν πιά.
30 Δεκεμβρίου, 2009
10.10
Αντιμετώπισα την καταδίκη μου με ξεχωριστή στωικότητα, σχεδόν αδιαφορία. Άδικη τιμωρία, βιαστικά παρμένη απόφαση, εκλεπτυσμένη έμπνευση κάποιου τιμωρού; Έχει διαφορά, δεν θέλω να τα εξισώσω όλα γιατί θα αισθανόμουν άδικος. Bέβαια μια τιμωρία δεν αποκλείεται να είναι και δίκαιη παρά τις διαβεβαιώσεις του καταδικασμένου περί του αντιθέτου. Aναρωτιέμαι αν θα ήταν κομψότερο να απολογηθώ εκ νέου ή να εκθέσω τις ενστάσεις μου. Το εγχείρημα θα είχε το ίδιο περιεχόμενο με τα ποιηματάκια που γράφουν οι βαρυποινίτες -άλλοι γυμνάζονται ή τις νύχτες διαγράφουν τις μέρες με διάφορους τρόπους.
Θέλησα να πράξω διαφορετικά. Δεν ήθελα να ακούσω πάλι το κατηγορητήριο και να προσπαθήσω να το αντικρούσω. Ο κύβος ερρίφθη και το σοφότερο ήταν να τον κοιτάξω. Ακόμα σωστότερο ένιωσα πως θα ήταν να ευχαριστήσω αυτόν τον δικαστή που με το δικό του τρόπο με έφερνε αντιμέτωπο με τις πράξεις μου, έστω και παρερμηνευμένες. Ήταν πράξεις που ήξερα πως θα μπορούσαν να παρερμηνευθούν και όμως έγιναν -επομένως είχα την πατρότητά τους.
Φιλικά, λοιπόν, όλα σε μένα:Ο δικαστής, η τιμωρία μου και οι πράξεις μου. Επιτέλους κάποιος είχε ασχοληθεί με το βίο μου αποκαλώντας τον «πρότερο έντιμο». Έπρεπε να φτάσω σε μια δίκη για να ακούσω αυτόν τον έπαινο. Σε άλλη περίπτωση δεν θα είχε η ζωή μου αυτή την -έγγραφη-επιβράβευση. Άφησα λοιπόν πίσω μου όλες αυτές τις ανοησίες περί δικαίου και αδίκου και καταπιάστηκα με κάτι που είναι ανώτερο στο πνεύμα. Από τη στιγμή που δεν επρόκειτο να ελαφρύνω τη θέση μου, ούτε καν με τους διάφορους τρόπους αυτοκαταστροφής, αποφάσισα να φανώ πιο αυστηρός με τη ζωή μου έχοντας την αίσθηση ότι, περισσότερο από όλα, αυτή είναι που κρίθηκε ως άτοπη και λανθασμένη.
Η τελευταία επιείκεια που ζήτησα, με κάθε τυπικότητα και γραφειοκρατική συνέπεια, ήταν η τοποθέτηση σε περίοπτη θέση, πάνω από την πόρτα του κελιού μου, ενός ρολογιού τοίχου, αντίκα μεγάλης αξίας με σταματημένο το μηχανισμό και ακίνητους τους επίχρυσους δείκτες του, στην αγαπημένη μου ώρα: Δέκα και δέκα.
28 Δεκεμβρίου, 2009
Χριστουγεννιάτικο στολίδι
Ήρθαν πάλι οι μέρες των Χριστουγέννων και διαπίστωσα πως ακριβώς αυτές τις μέρες ο Έλλην κυνηγιέται από τις ευαισθησίες του. Γενικώς ο Έλλην κατά τις Άγιες Μέρες, ακριβώς αυτές, ξεκωλώνεται στο φα'ι'.
Σαν υπεραναπλήρωση, σαν ενοχή -δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να είναι- "θυμάται", κλαίει, χτυπιέται για τα θύματα της κοινωνίας, καταλαμβάνεται από ένα ενοχικό παραλήρημα γιά όλη τη δυστυχία του κόσμου.
Στο τέλος καταντά να μετατρέψει τη δυστυχολογία σε χριστουγεννιάτικο στολίδι, ένα ακόμα must των Χριστουγέννων.
Σαν υπεραναπλήρωση, σαν ενοχή -δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να είναι- "θυμάται", κλαίει, χτυπιέται για τα θύματα της κοινωνίας, καταλαμβάνεται από ένα ενοχικό παραλήρημα γιά όλη τη δυστυχία του κόσμου.
Στο τέλος καταντά να μετατρέψει τη δυστυχολογία σε χριστουγεννιάτικο στολίδι, ένα ακόμα must των Χριστουγέννων.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
