02 Απριλίου, 2010

Balilla - Che l' inse?

Balilla was the nickname of Giovan Battista Perasso, a Genoese boy who started the revolt of 1746 against the Habsburg forces that occupied the city in the War of the Austrian Succession by throwing a stone on an Austrian official.
Legend[citation needed] asserts that while dragging a piece of artillery through a muddy road in the Portoria neighborhood of Genoa some Austrian soldiers forced onlookers and passersby to dislodge it from the moat in which it had gotten stuck, cursing and lashing at them: disgusted by the scene Perasso allegedly grabbed a stone from the road and skilfully threw it at the Austrian patrol, asking his fellow citizens a question in the Genoese dialect: "Che l'inse?" ("Am I to begin?" or "Shall I start?") setting in motion an uproar which eventually caused the Austrian garrison to be evicted from the city. The phrase became proverbial in Italian as well.
                                           ...................................
Θέλω να σκέφτομαι αυτά τα τρία παιδιά, το Μιχάλη, τον Αλέξανδρο, τον Balilla κι όλα τα άλλα παιδιά που κάποια έκφανση της σκληρότητας των μεγάλων τα έδιωξε από τη ζωή πρόωρα, να βρίσκονται κάπου μαζί, σ' έναν κόσμο χωρίς Κούγιες και Λυκουρέζους.

ΟΧΙ, ΠΑΙΔΙΑ...Μην βλέπετε εμάς τους μεγάλους σαν να 'μασταν γονείς σας.

Θλιβερές μικρές ιστορίες

Ο φύλακας άγγελός μου απειλεί να αφήσει το πόστο του. Εκείνος γέρασε, λέει, εγώ δεν κοιμάμαι αρκετά, δουλεύω πολύ, τρώω λίγο, καπνίζω, πίνω...τα πάντα ακριβαίνουν κ.λπ. Ρατσιστής καθώς είναι, μου είπε να βρω κανένα Αλβανό γι' αυτή τη δουλειά.

01 Απριλίου, 2010

L' anno che verra'



Και καθώς είσαι τόσο μακριά, θα σου γράψω πιό δυνατά...

Θλιβερές μικρές ιστορίες

Δεν είχε ποτέ του διαβάσει ούτε ένα λογοτεχνικό βιβλίο ώσπου του μπήκε στο νου η ιδέα να γράψει εκείνος ένα. Κόπιασε πολύ και το έγραψε. Έκτοτε άρχισε να διαβάζει μανιωδώς λογοτεχνία. Εκείνος δεν έγραψε πιά τίποτα.

Α-γωνία

Είναι φορές στις λεωφόρους που αρκεί να τύχεις ένα κόκκινο φανάρι και μετά να τα βρίσκεις όλα κόκκινα, το ένα μετά από τ' άλλο. Παράθυρα στο πεζοδρόμιο, κοιτάς μέσα και πέφτεις σε δωμάτια, σκοντάφτοντας στην περιέργειά σου. Ξαπλώνεις σε κρεβάτια στη σειρά, μαξιλάρια σκονισμένα. Άδειος χρόνος, πηχτή ανία σαν γάζα- από κάποιο τραύμα αιμορραγείς.
 
Ο χειμώνας πέρασε πίσω από το φεγγάρι, άλλαξε ρούχα και νάτος ξανά. Ανάμεσα σε δύο ημέρες υπάρχει πάντα ένας δρόμος να σε οδηγήσει στο ξημέρωμα. Καινούργιο τρένο, πιό ελκυστικό, ξεκινά το πρωί γιά να σε περάσει μέσα από το δάσος των στιγμών σου, με προορισμό που σε γεμίζει αγωνία σα στρογγυλός λαβύρινθος. Ελλείψεις και κύκλοι δεν έχουν γωνίες. Μιλά κανείς, λοιπόν, γιά ανυπαρξία γωνιών, ονομάζοντας την όλη διαδρομή "α-γωνία".

Και τι επιλογές έχει κανείς χωρίς γωνίες; Τα κρησφύγετά σου ψάχνεις στα τόξα των κύκλων! Μα, εάν μπορούσες να τρυπώσεις εκεί μέσα, σίγουρα θα ξάπλωνες στη χορδή κάποιου τόξου. 'Ενα γλυκερό δόλωμα θα σε οδηγούσε αμέριμνο στο κέντρο του κύκλου που σύντομα ανοίγει σε σπιράλ κι αρχίζει η κάθοδός σου στο ξένο νερό.

Το δικό σου νερό έχει ήδη εξατμισθεί κάτω από τον μεσημεριάτικο ήλιο της ματαιοδοξίας σου. Απομεινάρια του ήλιου σου τώρα αναγνωρίζεις μόνο μες τις αχτίδες της μεγαλοψυχίας σου, της συγχώρεσης και της ευγένειας που όλοι ζητούν από σένα με ζωηρά παραγγέλματα. Τύμπανο τσίρκου προαναγγέλλει ακροβασία.

Μα...Τι φως να δώσεις σ' ένα πλήθος που έχει  τόση υπομονή και άνωση, ώστε να μπορεί να επιπλέει στις πιό αραιές ατμόσφαιρες...στο πιό ελαφρύ σκοτάδι;