11 Αυγούστου, 2010

Ένας Homunculus στο διαμέρισμα



 Έχοντάς  το πάρει απόφαση πιά πως υπάρχουν πολλές χειρότερες υποχρεώσεις καταχωρημένες στην καθημερινότητά μου, περίμενα κι απόψε, όπως κάθε βράδυ, την επίσκεψη τού Ανθρωπαρίου. Αυτό το όνομα είχα δωσει στο ...φάντασματάκι αυτό. Ανθρωπάριο -homunculus- συμφώνησε κι εκείνο, να το αποκαλώ. Δέχτηκε επίσης τον όρο που τού έθεσα: να μην εμφανίζεται παρά μόνο για μισή ώρα το βράδυ κι ούτε ένα δευτερόλεπτο παραπάνω.

Μετά τις πρώτες του εμφανίσεις, λόγω του φόβο που μού προκαλούσε, είχα απευθυνθεί σε μια σειρά ...ειδικών για να μού εξηγήσουν το φαινόμενο και να με απαλλάξουν απ' αυτό. Οι πιό αρμόδιοι δήλωσαν άγνοια συνιστώντας μου πάντως, να κοιμάμαι περισσότερο, να μην πίνω πολύ και να μη δίνω μεγάλη σημασία στα βιβλία που διαβάζω. Κανείς δε μού εξήγησε τίποτα τελικά.

Το ανθρωπάριο, αντιθέτως, είχε περισσότερη διάθεση να με καθησυχάσει, μια και θα ερχόταν καθημερινά να με επισκέπτεται και δεν θα τού άρεσε να το υποδέχομαι με επιφωνήματα τρόμου. Οι σωληνώσεις τού καλοριφέρ, κάτω από το δάπεδο, μου είπε, που μεταφέρουν το ζεστό νερό για να θερμαίνεται το σπίτι, άφηναν μια ποσότητα υδρατμών η οποία, ξεπερνώντας κάποιο κρίσιμο σημείο, διέφευγε από τα κενά στο πάτωμα και έπαιρνε τη μορφή τού αιωρούμενου νάνου.

Κόντρα στην τεχνολογία θα πήγαινα; Θα τα βάζανε μαζί μου όλοι, που δεν μπορώ να ανεχτώ μια τόσο άκακη παρουσία ακόμη και απολαμβάνοντας ταυτόχρονα το ευχάριστο συναίσθημα που σου δίνει η θέρμανση τού πατώματος και η ισομερώς μοιρασμένη θερμότητα σ' όλο το σπίτι. Εξάλλου, ο homunculus ούτε μιλούσε ούτε λαλούσε, είχε αστεία ημιδιαφανή εμφάνιση  και μού είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή πως δεν είναι φάντασμα ούτε "φαινόμενο τύπου φαντάσματος". Όλα κι όλα...

Η μόνη ένστασή μου ήταν πως στο δάπεδο τού σπιτιού υπήρχαν κι άλλα κενά και δε θα μού άρεσε από κάθε κενό να ξεπηδά κι ένα ανθρωπάριο. Του επέστησα την προσοχή κι εκείνο με καθησύχασε πως, "όσο τα πράγματα εκεί κάτω πάνε καλά", δεν θα έχω να φοβάμαι τίποτα. Κούνησα το κεφάλι μου συγκαταβατικά σαν να τού έλεγα "θα δούμε".

"Κι εσείς έχετε οπτικά φαινόμενα ανεξήγητα στο διαμέρισμα, φυσικά!" μου είπε σε μια συζήτηση που έλαβε χώρα στις σκάλες, η διαχειρίστριά μας, ένοικος τού 3ου ορόφου.
Και συνέχισε: "Σ' εσάς είπε ότι πρόκειται για υγρασία; Σ' εμένα ξεκαθάρισε ευθύς εξαρχής πως είναι μιά ποσότητα εκτοπλάσματος - αβλαβές μεν, εκτόπλασμα δε. Δεν με εκπλήσσει αυτή η...πολυμορφία. Ο εργένης που μένει ακριβώς από κάτω σας, στον 4ο, πήρε τη διαβεβαίωση πως κάθε βράδυ συνομιλεί με το πνεύμα τής Γκρέης Κέλλυ!"

"How come?"-πέταξα μια αγγλικούρα κι εγώ- Πώς έτσι;

-Ως γνωστόν, εκείνη η ντίβα, είχε σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και πιθανόν ζητά να μάθει από τον εργένη κάτι γύρω από τα μηχανικά αίτια που την έστειλαν  στον άλλο κόσμο.

-Οι άλλοι ένοικοι; Τι επιφυλάσσει το κτίσμα αυτό στους άλλους; Καταλαβαίνετε πως θα προτιμούσα να είμαι στη θέση τού εργένη, κάθε βράδυ με τη Γκρέης παρά με τον γρουσούζη τον homunculus.

-Δεν θυμάμαι πιά τι μού εκμυστηρεύτηκε ο καθένας τους. Μόνο τα πιό χαρακτηριστικά ...να λ.χ. ο ένοικος τού 2ου, όχι ο μαυριδερός με τα 2 σκυλάκια, ο άλλος  ο ψηλός και κουνιστός, "φιλοξενεί" κάθε βράδυ για μερικά λεπτά το πνεύμα τού Νιζίνσκι κι έχουν τόσα πολλά να πουν που, μόνο και μόνο για τα λίγα εκείνα λεπτά, δεν θα άφηνε ποτέ το διαμέρισμα.

-Ταιριαστοί συνδυασμοί, θα έλεγα...Χμ! Βλέπετε, εσείς "πετύχατε" το εκτόπλασμα, απ' ό,τι γνωρίζω είσαστε...πώς να το πω...μένταλιστ ή μέντιουμ, δεν ξέρω ποιό από τα δύο προτιμάτε, συγχωρείστε με, δεν ξέρω και τις διαφορές.

-Κι εσείς καθηγητής τής Φυσικής, το ξέρω. Ελάτε στο διαμέρισμά μου, καλέ, να συνεχίσουμε.

-Κατά πως τα λέμε, δηλαδή, και υποθετικά μιλώντας πάντα, εάν αλλάζαμε μεταξύ μας, εμείς οι ένοικοι, τα διαμερίσματά μας, θα μας ακολουθούσε η ίδια ...παρέα; Λίγο νερό, παρακαλώ.

-Αυτό το θέμα μην το ανακινήσετε παρακαλώ. Κανείς δεν έμαθε ποτέ ποιός είναι ο φιλοξενούμενος τού κ. Ιατροδικαστού στον 1ο όροφο και τού κ. Εισαγγελέως, επίσης στον 1ο. Αν τα πράγματα και τα θάματα πηγαίνουν ανάλογα με το επάγγελμα καθενός, έχει καλώς. Αν όμως η υπόθεση που τώρα κάνουμε είναι λανθασμένη, τότε η επόμενη συγκέντρωση ενοίκων/ιδιοκτητών θα καταλήξει σε απαιτήσεις που, εκ των πραγμάτων, θα δημιουργήσουν μεγάλες έχθρες!

-Πράγματι, γιά φανταστείτε τον μηχανικό, καταδικασμένο να περνάει το μισάωρό του με τον Νιζίνσκι αντί με την πριγκίπισσα τού Μονακό, είπα χαμογελώντας με νόημα.

-Μην είστε τόσο επιπόλαια κι απερίσκεπτα αστείος. Θα εξηγήσω γιατί σάς επαναφέρω στην τάξη: Το πρόβλημα είναι στα τρία διαμερίσματα τού ισογείου για τον απλούστατο λόγο πως ενώ όλοι εμείς οι υπόλοιποι προσαρμοστήκαμε με τούς "καλεσμένους" μας, υπήρξαν τουλάχιστον έξι, συνολικά, οικογένειες που τα πρώτα βράδια τής παραμονής τους στο ισόγειο, ξεσήκωσαν την πολυκατοικία με τρομακτικές στριγγλιές, εν ριπή οφθαλμού εκκένωσαν τα διαμερίσματα και τούς παρέλαβαν οι δικοί τους πριν καν χαράξει!

-Κι ο λόγος; Υποθέτω πολλά θα ειπώθηκαν αλλά όλοι αυτοί που το 'βαλαν στα πόδια δεν έτυχαν μιάς -ανάλογης με ημών τών υπολοίπων- αυτοσυστάσεως εκ μέρους τών εικόνων, τών πλασμάτων που αντίκρυσαν; Ίσως ήσαν κάπως λιπόψυχοι, πιστεύω, ε;

-Μην βγάζετε εύκολα συμπεράσματα, κύριέ μου. Δεν έφυγαν λόγω λιποψυχίας όπως είπατε. Ή πάλι αν θέλετε, κρατήστε όμως, όπως εγώ, το μυστικό, μάθετε πως άφησαν πολύ αίμα πίσω τους. Οι "Καλεσμένοι" εκεί στο ισόγειο, όσο ευγενικοί μπορεί να υπήρξαν με τούς ενήλικες -το είδα με τα ίδια μου τα μάτια- άλλο τόσο τρομακτικά και νοσηρά πεινασμένοι φέρθηκαν στα τα παιδιά τους. Εγώ η ίδια μάζεψα τα σκόρπια μέλη τους - όσα είχαν απομείνει. Αυτός είναι κι ο λόγος που σε υποψήφιους ενοικιαστές έχω έτοιμο το λόγο: "Κύριοί μου, στην πολυκατοικία αυτή τα παιδιά δεν είναι ευπρόσδεκτα."
Εσείς, κ. Καθηγητά, δεν έχετε παιδιά...έτσι δεν είναι;

09 Αυγούστου, 2010

Ο Ρόκκο

Ο Ρόκκο ήταν ο χαζός τής παρέας τών λίγων εφήβων τού μικρού ορεινού χωριού τής Καλαβρίας όπου πέρασα τα πρώτα χρόνια τής ζωής μου και που έκτοτε συνέχισα να επισκέπτομαι τα καλοκαίρια. Το θέμα με τον Ρόκκο ήταν όχι τόσο το ότι δεν ήταν έξυπνος αλλά το ότι έδινε την εντύπωση πως ήταν πολύ χαζός. Ίσως έφταιγε η ομιλία του, ίσως τα πολύ χοντρά γυαλιά του και τα αλλοπρόσαλλα χρώματα τών ρούχων του.
Όταν έφτασε η εποχή να "επισκεφτεί" κι αυτός γυναίκα, όλοι είδαν το θέμα σαν πρώτης τάξεως ευκαιρία για το πολύ γέλιο.
Μιλάμε τώρα για το 1968-1969. Μην πάει κανενός ο νους σε εποχές με μπλογκ, φεησμπουκ, τσατ κι άλλες αηδίες. Αντί για όλα αυτά, τότε ο έφηβος περίμενε τη μέρα που θα επισκεφτεί τη "μινιόττα" τού χωριού η οποία, όταν δεν έκανε τη δουλειά αυτή, συγχρωτιζόταν με τα άλλα κορίτσια τής ηλικίας της χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Ήταν κοινό μυστικό ποιό "έργο" είχε επωμιστεί η εκάστοτε μινιόττα. Ή -μάλλον- δεν ήταν καθόλου μυστικό. Όπως δεν ήταν μυστικό και το ποιανού είχε έρθει η σειρά να "πάει" a donna...
Έτσι, υπήρχε αρκετός κόσμος στο χωριό που δεν περίμενε τίποτα άλλο παρά το αποτέλεσμα τής επίσκεψης τού Ρόκκο στην τότε "μινιόττα" -δε θυμάμαι πιά πώς την έλεγαν. Εκείνη τη μέρα στο χωριό, σε όσα σπίτια άναψε, η τηλεόραση δεν είπε τίποτα το αρκετά ενδιαφέρον. Όλοι περίμεναν πότε θ' αρχίσει η καζούρα κι ο Ρόκκο από το πρωί κρατούσε το προφυλακτικό στο χέρι, περιμένοντας το απογευματάκι. Η παρέα ήταν πανέτοιμη κι είχε αρχίσει να...χρεώνει με αποτυχία το Ρόκκο.
Το επίμαχο μισάωρο που ο έφηβος πήγε να γίνει "άντρας" ετοιμάσαμε μια υποδοχή ...ηττημένου και καθισμένοι στην άκρη τής πλατείας περιμέναμε.
Από μακριά φάνηκε να έρχεται ο Ρόκκο με ταχύ βήμα και τραγουδώντας από τη χαρά του. Η παρέα δεν κατάλαβε πως η επιχείρηση είχε πετύχει κι άρχισε το δούλεμα. Εξοργίστηκε ο επιτυχών και πλησίασε ανεμίζοντας το πλήρες περιεχομένου προφυλακτικό, να δείξει πως τα κατάφερε. Αυτό ήθελε μόνο αλλά καθώς η καζούρα, αντί να κοπάσει κλιμακωνόταν, άλλαξε κι αυτός σχέδια: Γεροδεμένος και δυνατός καθώς ήταν δε δυσκολεύτηκε να πιάσει έναν από τούς χλευαστές και να τού χώσει όλο -μα όλο- το προφυλακτικό στο στόμα.

06 Αυγούστου, 2010

Συγχαρητήρια, κ. Εισαγγελέα

Συγχαρητήρια, κ. Εισαγγελέα.

Δεν είμαι από εκείνους που έχουν τυφλή εμπιστοσύνη στην Ελληνική Δικαιοσύνη, όπως δεν έχω τυφλή εμπιστοσύνη σε τίποτα. Ένας πεσσιμιστής είμαι. Ένας πεσσιμιστής που περιμένει, όμως.
Απόλυτη δικαιοσύνη δεν ευελπιστώ να δω. Παρ' όλα αυτά δεν έχω χάσει εντελώς τις ελπίδες μου για απόδοση Δικαιοσύνης σε θέματα που αφορούν την προστασία τής ζωής και την ανελέητη τιμωρία εκείνων που παραβαίνουν τούς σχετικούς νόμους για την προστασία της.

Είναι δύσκολη η απόδοση Δικαιοσύνης σε όλες τις περιστάσεις. Πώς όμως θα περιμένουμε τιμωρία τών ενόχων για οικονομικά εγκλήματα λ.χ., αν πρώτα δεν εξασφαλιστεί η τιμωρία τών ενόχων απέναντι στη ζωή; Πώς θα σταματήσει να πλανάται πάνω από την Ελλάδα η πεποίθηση πως ό,τι και να γίνει, θα περάσει ατιμώρητο; Πώς θα σταματήσει η Δικαιοσύνη να είναι ...καταδικασμένη στη συνείδηση τών Ελλήνων;

Από κάπου πρέπει ν' αρχίσει κανείς. Προφανώς από την προς όλους έμπρακτη διαβεβαίωση πως "Κύριοι, μέχρι εδώ ήταν. Δεν δικαιούται κανείς, πολύ περισσότερο οι τηρητές τής Τάξης, ούτε καν να θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή".

Στην Άμφισσα, κ. Εισαγγελέα, ίσως κάνατε την αρχή.

05 Αυγούστου, 2010

Παιχνιδίσματα στο δάσος



"Συνιστάται  γενικά, σαν ιδιαίτερα χαλαρωτικός και υγιεινός, ένας περίπατος στο δάσος."


Μετά από ένα πολύμηνο σκοτείνιασμα στο οποίο είχα καταδικάσει το μυαλό μου με διάφορες καταχρήσεις και νοσηρές ενασχολήσεις, ήρθε μια κοινή φθινοπωρινή μέρα που ο νους μου άνοιξε και ένιωσα δεκτικός σε κάθε είδος ερεθίσματος που θα μπορούσε ανθρώπινος νους να δεχτεί.

Βρισκόμουν μπροστά σε ένα ονειρεμένο τοπίο κι ακριβώς μπροστά μου είχα ένα πυκνό, κιτρινισμένο δάσος που με τραβούσε με ένα παράξενο μαγνητισμό να το επισκεφτώ. Η θαλπωρή που υποσχόταν το δάσος έπαιρνε μορφή από το παρατημένο, στο πρώτο δέντρο του, παιδικό ποδήλατο με τα δυο σπουργίτια κουρνιασμένα στη σέλλα του.

Προσπέρασα την όμορφη εικόνα, με απαλά βήματα για να μην την διαταράξω και προχωρώντας στο εσωτερικό τού δάσους εντυπωσιάστηκα από τα σπάνια αλλά μεγάλα ξέφωτα που κινούνταν όπως ακριβώς κινείται μια κούνια λιγο πριν σταματήσει. Αντιλήφθηκα, προχωρώντας, πως δεν ήμουν μόνος εκεί. Αναπαυτικά ξαπλωμένο στις ρίζες ενός δέντρου ένα νήπιο έπαιζε ήσυχα και αθόρυβα, μετρώντας τα μικρά του δαχτυλάκια. Χάιδεψα το κεφαλάκι του και προχώρησα ενώ εκείνο συνέχισε το παιχνίδι του.

Ένα φύσημα τού αέρα κούνησε τις φυλλωσιές τών δέντρων και τα ξέφωτα μπροστά μου άλλαξαν σχήμα φωτίζοντας μικρές σκιές, ζωάκια που χασομερούσαν εδώ κι εκεί και έτρεξαν να κρυφτούν φοβισμένα από το ξάφνιασμά μου όταν διαπίστωσα την  παρουσία ενός νεαρού που, σχεδόν δίπλα μου, ήταν απασχολημένος με το σκάλισμα ενός ονόματος πάνω σ' ένα κορμό.

Μού πέρασε από το μυαλό η εντύπωση πως εκεί η σιωπή δεν ήταν έλλειψη θορύβων αλλά κάτι τεχνητά και προσεκτικά διατηρημένο, πιθανόν λόγω τής παρουσίας μου. Σε άλλες εποχές θα σκεφτόμουν πως ολόγυρά μου μια ομάδα από αυστηρούς, εχέμυθους συνωμότες παρατηρούσε αθόρυβα την περιπλάνησή μου. Υπόγειος φόβος έφτασε ως τούς αστραγάλους μου από εκείνη τη στιγμή.

Η σκιά ενός σωματώδη μεσήλικα, μια τρακοσαριά βήματα μπροστά μου, με έκανε να επιταχύνω το περπάτημά μου. Είχα αρχίσει να χρειάζομαι τον ήχο μιας ανθρώπινης ομιλίας και ήδη είχα έτοιμη μια δεκαριά πρόχειρες ερωτήσεις, όπως "από εδώ που θα βγω;" ή "ξέρετε, μάλλον δε βρίσκω πώς θα βγω από το δάσος". Η ερώτηση θα γινόταν μοναχά για ν' ακουστεί μια ανθρώπινη φωνή. Πριν κάνω την ερώτηση, ο μεγαλόσωμος άντρας μού έδειξε με το χέρι του πως δεν είχα παρά να προχωρήσω στην ίδια κατεύθυνση.

Η ανασφάλειά μου μεγάλωνε κι έτσι συνέχισα την πορεία μου, όσο πιό μακριά μπορούσα από τούς κορμούς τών δέντρων. Η σιωπή γινόταν ακόμα πιό αισθητή, αν είναι δυνατόν να κατανοήσει κανείς πως υπάρχουν καταστάσεις πιό σιωπηλές από την ήδη πλήρη απουσία ήχων. Αντιστάθηκα επίμονα στην παρόρμησή μου να κοιτάξω πίσω μου, συνήθειά μου από παιδί να στρέφω το βλέμμα μου προς τα πίσω όταν βαδίζω. Συχνά παραπατούσα...

Η διάθεσή μου είχε σχεδόν αντιστραφεί κι είδα με ανακούφιση βαθιά πως, περίπου ένα χιλιόμετρο πιό πέρα, το έντονο φως τής μέρας έκανε την εμφάνισή του. Στα μισά τής απόστασης διέκρινα ένα περίγραμμα σαν από βράχο χαμηλό και φαρδύ. Πλησιάζοντας, η εικόνα ξεκαθάριζε και παρατήρησα πως ο "βράχος" είχε χέρια, μεγάλη κοιλιά και σκέλη ανοιχτά. Αυτό που αντιστοιχούσε στο κεφάλι του είχε μακριά μαλλιά και γένεια, γύρω από ένα στόμα που ανοιγόκλεινε με αγωνία σαν να ήθελε να αναπνεύσει βαθιά ή σαν να είχε ανάγκη να φωνάξει κάποιον.

Έτρεξα κοντά του αλλά, μόλις στο ένα μέτρο, κατάφερα να ακούσω -πάντα πολύ χαμηλόφωνα- ένα μελαγχολικό ταίριασμα ασυνάρτητων λέξεων και ρυθμικών λυγμών. Άκουσα μόνο συγγεχυμένα μια προτροπή του: "Μην πας πιό πέρα...γύρνα πίσω...τελειώνει εδώ...". Έπειτα σώπασε και εγώ σχεδόν τρέχοντας κατευθύνθηκα προς το φως. Σωστή βουτιά έκανα προκειμένου να βρεθώ νωρίτερα έξω από το δάσος και γέμισα το πρόσωπό μου και τα χέρια μου από χώματα και πέτρες.

Οι θόρυβοι της φύσης επέστρεψαν μεμιάς κι αφού σήκωσα το ζαλισμένο μου κεφάλι είδα μια γυναίκα, γύρω στα 35 θα μπορούσα να πω η ηλικία της, που απευθύνθηκε σε μένα και δακρυσμένη με ρώτησε με αγωνία:

Μα που πήγε το λουλούδι μου; Το έφερα εδώ, να ξεδώσει με το ποδηλατάκι του μα εκείνο, σταματώντας εδώ κι εκεί, χάθηκε. Είχε υποσχεθεί πως δε θα έμπαινε βαθιά σ' αυτό το δάσος. Αχ, τα παιδιά δεν πιστεύουνε πιά στούς μύθους. Το ποδηλατάκι του είναι αυτό και δυο μερόνυχτα περιμένω πότε θα βγει απ' το δάσος γιατί εγώ δεν τολμώ να μπω εκεί μέσα. Κι ήταν μικρό...ήξερε μόνο να μετράει...

Έρμη μητέρα, της είπα, δεν μπορώ να εξηγήσω τι συμβαίνει στο δάσος αυτό. Πάντως, καλό δεν είναι. Αγνή ψυχή χρειάζεται να μπει εκεί μέσα για να τ' αλλάξει όλα, να πέσει σαν πέτρα βαριά μέσα εκεί, με δύναμη ν' αναταράξει το παιχνίδισμα τών σκιών. Όλη τη δύναμη που μου έχει απομείνει εγώ τη βάζω μα πού είναι η πέτρα, η αγνή ψυχή;

Συρρικνώθηκε η μάνα και, πριν προλάβω να τελειώσω τα λόγια μου, μπροστά μου είχα μια στρογγυλή, στιλπνή πέτρα. Την μάζεψα από κάτω, σημάδεψα το πιό βαθύ σημείο τού δάσους και, με όλη μου τη δύναμη, την εκσφενδόνισα μέσα σ' εκείνο το μέρος τού κόσμου, όπου κάτι τόσο ακριβό είχε χαθεί. Περίμενα εκεί όλη τη νύχτα ξάγρυπνος κι όρθιος, μέχρι που την αυγή  άκουσα τις πρώτες γελαστές φωνές. Έπειτα, παρ' όλη την περιέργειά μου, συνέχισα την περιπλάνησή μου ξεμακραίνοντας βιαστικά από εκείνο το δάσος.