30 Ιανουαρίου, 2011

Η Λογοκρισία τους





Η λογοκρισία τους είναι η χειρότερη. Και η χειρότερη τών λογοκρισιών είναι η αίσθηση πως αυτό που λες δεν γίνεται αντιληπτό.




29 Ιανουαρίου, 2011

Ο Λευκός Αγριόχοιρος






Το τελευταίο τσιγάρο τής ημέρας κάπνιζα ως συνήθως στο κρεβάτι ξαπλωμένος, κοιτάζοντας αφηρημένος τις γωνίες τού παραθύρου στ' αριστερά μου, ώσπου ο ελάχιστος φωτισμός τού δωματίου αναστατώθηκε από την ελλειπτική τροχιά ενός ολόλευκα φωτεινού εντόμου που, αφού μπήκε από το ορθάνοιχτο παράθυρο κι έκανε δυο ή τρεις εναέριες στροφές, προσγειώθηκε στο κομοδίνο.

Ο απρόσκλητος καλεσμένος στάθηκε λίγο εκεί και έδιωξε τη νύστα μου με την επιμονή του να μένει ακίνητος μισό μέτρο απέναντί μου, προκαλώντας το βλέμμα μου να τον περιεργαστεί αφού πρώτα άναψα το φως. Ήταν φανερό πως ο επισκέπτης μου ήξερε πως είναι σφαλερή η επικοινωνία  μεταξύ δυο όντων όταν δε γνωρίζει ο ένας τη μορφή τού άλλου.

Έτσι λοιπόν μού δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω πως επρόκειτο για ένα έντομο σχήματος νυχτοπεταλούδας και μεγέθους πολύ μικρού πουλιού. Τα φτερά του ήταν λευκά και σκέπαζαν σχεδόν ολόκληρα τα τέσσερα πόδια του. Το στρογγυλό κεφάλι του διέθετε τρία μάτια και κατέληγε σε ρύγχος το οποίο ανοιγοκλείνοντας μπορούσε να αρθρώνει φράσεις. Από τη μυθολογία ξεπήδηξε, ταιριαστά γι' αυτό που είχα μπροστά μου, το όνομα τού Λευκού Αγριόχοιρου. Όντως η στάση τού σώματος τού εντόμου θύμιζε αγριογούρουνο έτοιμο να επιτεθεί. Άνοιξε το στόμα και με βραχνή φωνή είπε αργά και καθαρά:

-Πάνω στο δέρμα σου κηλίδες άσπρες και κηλίδες μαύρες και κάθε μαύρη κηλίδα περιέχει μέσα της άσπρες κηλίδες όπως κάθε άσπρη κηλίδα περιέχει μέσα της μαύρες κηλίδες. Με τη σειρά τους κι αυτές οι μαύρες κηλίδες έχουν μέσα τους λευκές...κι όπως καταλαβαίνεις αυτό δεν τελειώνει εκεί. Επαναλαμβάνεται πέρα από τις δυνατότητές σου να το παρακολουθήσεις...

"Τι λες τώρα, χρυσόμυγα; Παίζεις μ' εμένα το παιχνίδι τού "Άσπρο-Μαύρο" ή το καθρέφτισμα τού καθρέφτη μέσα στον καθρέφτη; Το όνειρο μέσα στ' όνειρο; Ή μήπως ετοιμάζεσαι να μού πεις ότι δεν κοιμάμαι αλλά ονειρεύομαι πως κοιμάμαι;" ήταν η απάντησή μου και φύσηξα τον καπνό μου προς τη μεριά του.

-Νόμιζα θα μού έλεγες πιό ευγενικά κάτι κοινότυπο, όπως ας πούμε ότι δεν υπάρχει μόνο άσπρο και μαύρο.

"Αν σε έπαιρνα στα σοβαρά, τέτοια ώρα, κάτι τέτοιο θα σού έλεγα ή μπορεί και να σού έλεγα πως το άσπρο είναι άσπρο και το μαύρο είναι μαύρο κι εσύ μιλάς για ...λεκέδες. Δεν ξέρω. Τι θα σε έβγαζε από τα ρούχα σου, που μού ντύθηκες σαν τον Λιμπεράτσε;!" του απάντησα.

-Αλλά η λογική σου όμως θα έμενε το ίδιο στατική, σταματημένη είτε στο ένα είτε στο άλλο ενώ πρόσεξε τη δική μου λογική: δεν σταματά πουθενά, δεν αποκλείει το ότι κάπου, σε κάποια άσπρη κηλίδα για παράδειγμα, μπορείς να βρεις απρόσμενα και μια κηλίδα κόκκινο ή γαλάζιο. Η λογική δεν είναι για να φτάνεις σ' ένα συμπέρασμα, το πιο βολικό, κι εκεί να σταματάς. Πρέπει να τη σπρώχνεις πιο βαθιά. Να υπεραναλύεις!

"Αυτό κάνω αλλά μόνο όταν θέλω να καταλήξω κάπου συγκεκριμένα. Ύστερα σταματάω. Είναι λάθος, ε; Το ξέρω...Η επιθυμία μου να φτάσω -ή να μην φτάσω- κάπου αλλοιώνει τον τρόπο που κινούμαι. Και η προσδοκία τών άλλων να φτάσω κάπου επηρεάζει τον τρόπο που κινούμαι ή σκέφτομαι.", είπα κι έσβησα το τσιγάρο.

-Τότε γιατί δεν σκέφτηκες, όταν κινείσαι, να κινείσαι μακριά απ' τα βλέμματα τών άλλων; Γιατί ακόμα δεν έμαθες να κινείσαι σαν το φίδι που έρπει κάτω από τη γη, ξέροντας μόνο αυτό πού πάει και πώς θα φτάσει εκεί που θέλει;

"Ίσως φοβάμαι να ακολουθήσω ένα δρόμο ή μια σκέψη χωρίς την ενδεχόμενη κατακραυγή τών άλλων. Η αποδοκιμασία τών άλλων δεν είναι πάντα επιζήμια. Είναι άλλα τα μειονεκτήματα που συνεπάγεται η παρουσία τών άλλων...". Σταύρωσα τα χέρια μου καθώς μού διέκοπτε τη φράση.

-Η λογοκρισία τους είναι το χειρότερο. Και η χειρότερη λογοκρισία είναι η αίσθηση πως αυτό που λες δεν γίνεται αντιληπτό. Χμμμ...

"Να που συμφωνούμε. Δηλαδή, ίσως κι αυτό να το έμαθα απόψε από σένα. Υποτίθεται πως αυτό ήταν το νόημα τής επίσκεψής σου. Έτσι δεν είναι, δάσκαλέ μου;"

-Ακριβώς έτσι, ήθελα να σού προσφέρω κι άλλη ανάλυση στη δική σου που μοιάζει να έχει κουραστεί. Πετώντας έξω απ' το παράθυρό σου οι κεραίες μου "πιάσαν" μηνύματα μπλεγμένα. Ξεκόλλησες τώρα λιγάκι;

"Ίσως ναι...ξεκόλλησα λιγάκι. Μα κάτι μέσα μου νιώθω πως σε σύγχυση πιο μεγάλη θα με βάλει...".
                  






28 Ιανουαρίου, 2011

Incontro





Βιαστικά συναντηθήκαμε στις σκάλες
εκείνη έμοιαζε ολόιδια όπως παλιά
ύστερα η θλίψη μάς τύλιξε σαν μέλι
για το χρόνο μας που είχε αναλωθεί
Ο ήλιος που κιόλας κρυβόταν
την πόλη έντυνε αυστηρά
μια πόλη κάποτε γνώριμη
μα τώρα απρόσιτη, απόλυτα ψυχρή
Σαν μια στιγμή, σαν ντεζα-βυ
έγινε ομίχλη η μακρινή
σκιά κάποιας αθώας νιότης

Αγάλματα-ηρωικοί διαβάτες
ετοιμόρροπους τοίχους διακοσμούν
Με λίγες σύντομες λέξεις,
πόσων χρόνων φράσεις λες μπορούν να ειπωθούν;
"Τι κάνεις τώρα; Τα θυμάσαι;
Όμορφα χρόνια, περασμένα
Σου είχα γράψει... Απάντησαν: λείπει.
Δεν πήρα πια είδηση καμμία"

Οι κουβέντες λες και ήμασταν δυο γέροι
κουτσομπόλευαν το χρόνο πίσω μας
πρωτοέψαξα βαθιά μέσ' στους καθρέφτες
με βρήκα σε φωτογραφίες με συγγενείς
Όπως η ποιητική του Χεμινγουέη
έτσι κι ο ροκ τραγουδιστής
η ποδοσφαιρική ομάδα τής πόλης
ό,τι άλλο θυμηθείς
πριν η Αμερική γεμίσει τους δρόμους
τής ανίας μας με ξένη  μουσική

Παλιόχαρτα, αέρας, κρύο και φώτα
κυνηγιόνταν μέσα στο σταθμό
σκηνές από χιλιοπαιγμένο φιλμ
με τέλος λίγο έως πολύ γνωστό
πλοκή μελό, ξεπερασμένη
Χριστούγεννα κι ο ήρωας πεθαίνει
η αργή κίνηση τονίζει
το πέσιμό του στο κενό

Εσύ, καημένη, που διηγιόσουν
μια ζωή με λίγα λόγια ενώ εγώ σ' άκουγα μόνο

Μετά σκεφτόμουν με το κούνημα τού τρένου
"Ό,τι χάνεται το ξαναφέρνει ο καιρός
τρέχουμε βιαστικά προς τον προορισμό μας
χωρίς για κείνον να γνωρίζουμε πολλά
κάτι όνειρα ξεμένουν, σαν πινελιές ζωγραφικής
που ξεθωριάζει καθως βγαίνει αχνός ο ήλιος της αυγής"

Μικρό λογίδριο η ζωή μας
φράσεις κι ιδέες τάχα σπουδαίες
μακρύς δρόμος είναι το μέλλον
κι η καρδιά μας τον ακολουθεί


Μια ελεύθερη διασκευή τού "Incontro", τού F. Guccini

23 Ιανουαρίου, 2011

21 Ιανουαρίου, 2011

Γκούσταβ Άχενμπαχ

























Όταν έρθει η στιγμή τη Γόνδολα να πάρεις
να έχεις καλά προετοιμαστεί
το άλμα σου σωστά να ΄ναι μετρημένο
ψηλά όσο πρέπει απάνω απ' το νερό

Η στάθμη όλες τις μέρες ίδια δεν είναι
φταίει το φεγγάρι, φταίει ο καιρός
για να πηδήξεις στη μαύρη βάρκα
δεν θα είσαι πάντα το ίδιο επιδέξιος

Βλέπεις η ζωή παίζει τη Βενετία
δεν επιτρέπονται οι φυγές τής στιγμής
  η πόλη σε θέλει κοντά της κι άλλο
    εσύ δε θέλεις να την αποχωριστείς

...Μα έχει αρχίσει η μυρωδιά να σε ζαλίζει...
    ο αέρας της είναι για σένανε βαρύς
   Στη βάρκα σαν μπεις, να τα ξεχάσεις όλα
   και το κεφάλι γείρε στο κόκκινο βελούδο
   τού μαξιλαριού που μέσα εκεί θα βρεις

   Αργότερα ακόμα μια φωτογραφία πάρε
   από έναν κόσμο που βουλιάζει μονήρης
   καθώς μονήρης βουλιάζεις κι εσύ


"Θυμήθηκα την προηγούμενη φορά που, μη έχοντας ακόμα για τα καλά φτάσει, διακαώς επιθυμούσα να είχα ήδη φύγει από εκεί..."
 T. Mann