07 Ιουνίου, 2011

Καφές, τσιγάρο και φόβος








Είχα παρατηρήσει επανειλημμένα πριν είκοσι χρόνια πως όλοι όσοι είχαν δοκιμάσει εκείνες τις θεραπείες τού Δρομοκαϊτείου είχαν μερικά κοινά σημεία: κάναν σαν ...τρελοί για σοκολάτα και καφέ, έκαναν τα πάντα για ένα τσιγάρο και είχαν πάντα σκυμμένο το κεφάλι  -μια στάση μόλις ένα βήμα πριν το φόβο, πριν την υποταγή.

Ο καφές δεν ήταν πάντα κανονικός καφές. Πολλές φορές ήταν η σκόνη του νεσκαφέ που πήγαινε από το φακελάκι κατευθείαν απάνω στη γλώσσα, από πάνω ερχόταν καπάκι ένα φακελάκι ζάχαρη κι ύστερα νερό, πολύ νερό. Κατάποση ...κι ο καφές ήδη κατευθυνόταν προς στο στομάχι όπου έκανε παρέα με το λιγοστό φαγητό και τα πολλά χάπια.

Το τσιγάρο δεν ήταν πάντοτε κανονικό τσιγάρο. Πολλές φορές ήταν προχτεσινή γόπα παρμένη από το έδαφος. Κι όμως ο κάτοχός της ένιωθε τόσο σπουδαίος για το απόκτημά του που σε πλησίαζε με αλαζονικό ύφος και περίμενε, χωρίς καν να στο ζητήσει, να τού ανάψεις το "τσιγαράαακι" του. Έτσι το έλεγαν ακριβώς: το τσιγαράαακι!

Η υποταγή ήταν πάντα υποταγή. Μεγάλη κι εντυπωσιακή...δεν τολμούσες να σηκώσεις το χέρι σου για να ξύσεις το κεφάλι σου κι ο απέναντί σου τραβιόταν πίσω σαν τον σκύλο που θέλει να αποφύγει  τη μπαστουνιά. Αν φοβόταν περισσότερο, τότε ήταν ικανός να σού δώσει και τα πολυτιμότερα αγαθά του (το φακελάκι τού νεσκαφέ, τη ζάχαρη και τη γόπα) προκειμένου να μη φάει την ξυλιά.

Προ εβδομάδων είδα ένα σαχλό ντοκιμαντέρ που είχε ετοιμάσει αυτός ο δημοσιογράφος, ο Θεοδωράκης, που συνήθως μεταχειρίζεται τέτοια θέματα, που ό,τι μπούρδα και να πεις κινδυνεύεις να ...γίνεις πιστευτός. Συνήθως τα σερβίρει υπό μορφήν θεάματος για τη συγκίνηση κυριών και κορασίδων, για την οργή τών ανθρωπιστών κυρίων.

Το να εξηγήσει κανείς το φόβο τών ανθρώπων αυτών δεν είναι δύσκολο. Δε χρειάζεται κανείς γνώσεις ψυχολογίας ούτε συγγράμματα φαρμακολογίας. Πριν είκοσι (και κάτι) χρόνια σταματούσε να λειτουργεί ο Αγ. Ισίδωρος, στο Δρομοκα'ί'τειο. Λίγο αργότερα γκρεμίστηκε. Σε μια 30 ριά χρόνια, όποιος θα γνωρίζει κάτι γι' αυτόν θα το γνωρίζει από αρχεία, κυρίως επιλεκτικές μεταφορές δημοσιογράφων. Οι αυτόπτες μάρτυρες δεν θα υπάρχουν πιά.

Ο φόβος! Είδα αρκετά που φτάνουν για να εξηγήσουν την ντροπή, το σκυμμένο κεφάλι αυτών τών ανθρώπων. Η ελαττωμένη δυνατότητα να νιώσουν συναισθήματα, κυρίως λόγω τών φαρμάκων, αυτοί οι άνθρωποι είναι δεδομένη. Κι όμως σ' αυτό το φόβο, στην κίνηση που κάνει το τετράποδο όταν έχει μάθει πως "πέφτει ξύλο"...σ' αυτό το φόβο λες κι ήταν πιο ευαισθητοποιημένοι απ' τον καθένα.

Είχαν εκείνο το ανοιγόκλεισμα τών ματιών που έχει όποιος βλέπει κάτι να του' ρχεται κατ' ευθείαν στα μούτρα. Κάτι έλεγε ο δημοσιογράφος περί αυτών. Κάτι για ευσυγκινησίες, για στεναχώριες τών τρελών που τους ξεχάσανε οι άλλοι, για δάκρυα που πάνε να κρύψουν. Και αυτό είναι... αλλά και το ποδόσφαιρο που παίζανε οι γνωστικοί, βάζοντας σημάδι τα μούτρα τών τρελών που είχαν βαλμένους στη σειρά ενώ εκείνοι έστηναν, όπως στα πέναλτι, τη μπάλα.

Κλικ 3


05 Ιουνίου, 2011

Καλησπέρες




Ο καου-μπόυ μπήκε στο μπαρ, κατά το συνήθειο του, το Σάββατο λίγο μετά τη δύση τού ήλιου. Τα αυτιά του ήταν τεντωμένα. Ήθελε να διαπιστώσει αν για ακόμα μια φορά θα άκουγε  -εκτός απο τα συνηθισμένα "σπέρααα"-   εκείνο το κωλογλειφτάδικο "καλησπέρα" που λεγόταν ξεχωριστά από τις υπόλοιπες χαιρετούρες. Είτε θα λεγόταν επιδεικτικά νωρίς, πριν το χαιρετισμό τών άλλων είτε επιδεικτικά αργά, μετά το χαιρετισμό τών άλλων.

Ο Μακ Κλάουντ, έτσι τον έλεγαν το γελαδάρη, πλησίασε τον πάγκο ανταποδίδοντας τα "σπέρααα!" τών θαμώνων και ενώ παράγγελνε μια παγωμένη μπίρα άκουσε τη γνωστή, μακρόσυρτη φωνή: "Καλησπέρα Κλάουντ!"

"Καλησπέρα και σε σένα" είπε ο κάου-μπόυ, με την πλάτη γυρισμένη προς τη μεριά από όπου ερχόταν η φωνή και συνέχισε:
-Μπορείς να μού εξηγήσεις γιατί η καλησπέρα σου δεν συμπίπτει ποτέ με αυτή τών άλλων παρά ή που θα ακουστεί πρώτη ή που θα ακουστεί τελευταία;

-Ίδιος είναι ο χαιρετισμός τών άλλων με το δικό μου, φίλε μου;

-Εκτός του ότι ο δικός σου είναι πιο γλυκερός  -κι αυτό δεν πειράζει, στον κόσμο καθείς έχει τους τρόπους του-  άλλη διαφορά δε βλέπω.

Ο θαμώνας πατώντας στις μύτες τών ποδιών πλησίασε τον γελαδάρη και του πέρασε το χέρι γύρω από την πλάτη, λέγοντάς του με χαμηλή φωνή:

-Έλα τώρα, Μακ Κλάουντ, αφού εμείς έχουμε περάσει τα ίδια, ξέρουμε το νόημα τής ζωής εμείς...Τι σχέση έχουμε με τους υπόλοιπους; Αυτοί δεν ξέρουν πού παν' τα τέσσερα κι εμείς γυρίσαμε τον κόσμο.

-Α...Εσύ γύρισες τον κόσμο; Ναι τον γύρισα κι εγώ κάμποσο αλλά θέλω να τον γνωρίσω πιο καλά.

-Μα τι σου λέω τόση ώρα; Δεν πιάνεις την ουσία; Εμείς έχουμε διαβάσει και μια χιλιάδα βιβλία ο καθένας κι αυτοί πανάθεμά με αν έχουν διαβάσει πάνω από δυο.

-Α...Έχεις διαβάσει κι εσύ πολλά βιβλία, ε; Κρίμα που σταμάτησα εγώ το διάβασμα περίπου στα χίλια βιβλία. Ήθελα να διάβαζα άλλα τόσα.

-Βλέπεις λοιπόν; Σκέψου λίγο...Ποιός άλλος, εξόν από μας, κυκλοφορεί με κάτασπρο άλογο σ' αυτήν την κωλοπόλη;

-Ώστε δικό σου είναι το άσπρο τ' άλογο που βλέπω δεμένο έξω από το μπαρ κάθε μέρα που πάω στο σπίτι; Κι εγώ ένα άσπρο έχω μα για να μένει άσπρο το βουρτσίζω κάθε μέρα.

-Βλέπεις λοιπόν πόσο μοιάζουμε; Κι ύστερα με ρωτάς γιατί σε χαιρετώ ξεχωριστά...Μα αφού είμαστε ίδιοι και διαφορετικοί από τους άλλους!

-Δε μοιάζουμε εμείς, φίλε. Αυτά που έχουμε μοιάζουν, είναι τα ίδια ίσως. Έλα όμως που τα βλέπουμε με διαφορετική ματιά! Ο ένας άνθρωπος δε συγκρίνεται με τον άλλον άνθρωπο με κριτήριο αυτά που έχει αλλά με κριτήριο τη γνώμη του απέναντι στον κόσμο. Κι όπως έλεγε ένας πολύ γνωστός φίλος μου γελαδάρης: "η γνώμη είναι σαν τα ...μπαλάκια: καθένας έχει τα δικά του!".

Fuoco nel fuoco