09 Αυγούστου, 2012

Και το λέγαν "Μπακαλιάρος"



Μην μιλάς άλλο γι' αυτό ...
αχ, φτάνει πιά
έκανα πολύ καιρό
να το ξεσυνηθίσω,
να ξεχάσω την αθώα του ευωδιά
ίδια με στοματάκι μικρού παιδιού
που θέλω να μυρίσω



07 Αυγούστου, 2012

Ακάκιος


Γίνε άντρας ή γυναίκα, επιτέλους, βάλε θετικό πρόσημο ...ή αρνητικό. Βάλε όμως ένα πρόσημο. Σταμάτα να είσαι επαμφοτερίζων, ερμαφρόδιτος, μικρομέγαλος, Ελληνοευρωπαίος.

-Ακάκιε, φέρε κάτι καινούργιο, μην κάνεις τόσο δρόμο για να φέρεις μία από τα ίδια! Ακάκιο σε λέγανε, τώρα θα λέγεσαι Κάκης ή Κάκις.

Εγώ όμως απευθύνομαι στον Ακάκιο...αυτόν ο οποίος έγινε άντρας μεγαλώνοντας με τον γείτονα που τον ανάγκαζε να τού κάνει πεολειξία για να πάρει μεγαλύτερο δώρο από τον Αη Βασίλη. Κανενός είδους σοβαρότητα δεν είχε μείνει στον κόσμο. Ο πατέρας τού Ακάκιου γελούσε σαρκάζοντας τους Άθλιους. 

Να γιατί δεν μένει η πολυτέλεια να κλαψουρίζεις πάνω στα βιβλία. Αν μισούσες τον Ιαβέρη κάποτε, τώρα μπορείς να τον κάνεις είδωλο, σύμβολο: Αυτοκτόνησε ίσως επειδή θεώρησε (σωστά ή λάθος;) ότι δεν θα κατάφερνε ποτέ να επανορθώσει όλο το άδικο που είχε διαπράξει. Ή επειδή φοβήθηκε πως, αν συνέχιζε να ζει, θα συνέχιζε να διαπράττει απάνθρωπες πράξεις... αδικώντας ανθρώπους που ήδη είχαν αδικηθεί από την ίδια τη ζωή.

Σε κάτι τέτοιες θεωρήσεις τού κόσμου βασίστηκε η σκληράδα τού Ακάκιου. Μα και η δύναμή του, πάνω εκεί χτίστηκε. Μπορούσε να παίζει τύμπανο με τα μακρουλά μηριαία οστά που έβρισκε στους περιπάτους του στα camposanti. Να όμως που αυτό το αουτσάιντερ, χλευάζει ό,τι καθιερωμένο υπάρχει...κι ας πέφτει σε λάθη, με αυτή την τακτική...Πέφτεις σε λάθη-τι έχεις πάθει;

Τίποτα...Καλπασμό και ιδρώτα μού θυμίζει η πορεία τού Ακάκιου. Είμαι σίγουρος πως θα κάνει πολύ μακρύ δρόμο αλλά κάτι καινούργιο θα φέρει.

05 Αυγούστου, 2012

Υπ(έ)γραψε, ρε!

Ακόμα κι αυτό βλέπω να έχει ατονήσει σήμερα...Τις παλιές καλές εποχές ήσαν πολλοί εκείνοι οι οποίοι ήξεραν να χρησιμοποιούν σαν όπλο την ανωνυμία. Η απάντηση (κοινότυπη είναι η αλήθεια) ήταν:

"Λεονταρίζεις πίσω από ένα λάπτοπ, κάνεις το μάγκα κρυμμένος πίσω από την ανωνυμία σου. Ου να μου χαθείς..."

"Πες μου πού κάθεσαι, να δώσουμε ραντεβού...να δούμε πόσο μάγκας είσαι!"

"Να δώσουμε, ρε...να σού βάλω το πληκτρολόγιο στον κ..ο!... Αν δεν στο βάλω, να μην με λένε patataki"

"Εγώ έχω μια ιστορία στον κυβερνοχώρο... aklasti_ellinara με λένε..."

"st@rxidi@ mou...:(...."

Πέρασε μετά ο καιρός...κάτι άρρωστοι που με είχαν βρίσει κουράστηκαν, πήραν θεραπεία ή νοσηλεύτηκαν. Άλλοι κατέληξαν να με διαβάζουν -κρυφά βέβαια. Δεν τους λέω τίποτα. Πλανημένοι ήταν, επαναστάτες  XXL, ποιητές βρωμιάρηδες, ψωνισμένοι. Κάθε τόσο στέλνουν μέηλ προσκλητήρια για συμμετοχή σε φόρουμ...Έβγαλα βιβλίο, θα βγάλω τα μάτια μου...

Τους έχω γράψει κι εγώ σχόλια με το πραγματικό μου όνομα, στις αναρτήσεις τους αλλά πωρωμένοι όπως είναι, διαμαρτύρονται:
"Γράφεις ανώνυμα τι είναι αυτό το ονοματεπώνυμο;;;"

Τους υπογράφω cloudsinthemirror και ησυχάζουν... "Τώρα μάλιστα, ξέρουμε ποιος είσαι! Τι κάνεις, ρε μεγάλε;"

Il postino

03 Αυγούστου, 2012

Παρκέ ή πλακάκι;



Παρκέ ή πλακάκι; Το ίδιο δεν είναι;
Μοιάζει πως όχι...το πλακάκι είναι άψυχη ύλη ενώ το ξύλο είναι ζωντανό. Έχει τα κύτταρά του, προέρχεται από ζώντα οργανισμό, φθείρεται.

Αν η ιστορία αυτή ήταν Βισκοντική ταινία, τότε ο πρωταγωνιστής θα έμοιαζε στον Μαστρογιάννι με μουστάκι όπως τον βλέπουμε πιο πάνω. Ενώ θα διάβαζε την εφημερίδα του, θα κάπνιζε αριστοκρατικά ένα τσιγάρο, φορώντας το λινό του κουστούμι...

Όμως ο ανθρωπάκος μας εδώ, αξύριστος, με ένα σορτσάκι και παντόφλες, διαβάζει την εφημερίδα του μασώντας τα νύχια του, κόβωντας τα "πετσάκια" από τα χέρια του, διώχνει από πάνω του τα κομμάτια τής πιτυρίδας ...ε, που και που, ανήμερος ξύνει τη μύτη του ή τα αυτιά του και ό,τι "εύρημα" υπάρξει το αφήνει να πέσει στο παρκέ. Στο παρκέ...το κρατώ αυτό!

Το παρκέ είναι παλιό, ο μαϊμού Μαρτσέλλο το έχει παραμελήσει...βλέπει τώρα πόσα -και μεγάλα... μεεεγάλα!- κενά, σχεδόν χαραμάδες, υπάρχουν ανάμεσα στα ξύλα τού παρκέ. Όλα αυτά πέφτουν κάτω (πιτυρίδες, πετσάκια, κακάδια - γιατί όχι;) και τουλάχιστον μερικά από αυτά πέφτουν μες τις χαραμάδες.

Μα ... τι έγινε μ' αυτό; δεν είναι βρωμιά η πιτυρίδα, τα πετσάκια... Νεκρά κύτταρα είναι, μισοψόφια, ζωντανά... Κι αυτή η γυναίκα που φέρνει για την καθαριότητα, με τα νερά που ρίχνει, μοιάζει σαν να ποτίζει όλο αυτό το γενετικό υλικό. Κάπου ανησυχεί ο απλοϊκός Μαϊμουτσέλλο ...Σαν τον Σνάπορατζ, στη Πόλη τών Γυναικών, κοιτάζει τη γυναίκα αλλά αντί να τής πει να αποφύγει τα πολλά νερά, αυτός συνεχίζει να κοιτάζει τα στήθια της!

Αν αυτή η ιστορία ήταν ένα φιλμ, τότε την επόμενη νύχτα ο ήρωάς μας θα έκανε έναν ανήσυχο ύπνο, κοιτώντας από το κρεβάτι του τον έναστρο ουρανό, ματαιωμένος σαν τον Antonio bello...Δεν τού σηκώνεται πιά, δεν έχει όρεξη για τίποτα, αναβάλλει τα πάντα γιατί περιμένει τη στιγμή που ΌΛΑ θα ξεκινήσουν μαζί προς μια λύση. Σ' αυτήν την περίπτωση οι δυο ήρωες ταυτίζονται...και οι δυο αγρυπνούν.

Πόσες όμοιες μέρες περνούν! ... Πολλές και όσο πιο πολλές είναι, τόσο πιο εύκολα περνούν. Σε μια ταινία θα έφταναν πέντε λεπτά για να αναδείξουν το πέρασμα πέντε χρόνων. Ε και; Πέντε χρόνια ... και;!

Ε καιαιαι; Μέσα σε πέντε χρόνια...Μέσα σε πέντε χρόνια, πάντα αν είχαμε να κάνουμε με ταινία, όλο αυτό το γενετικό υλικό, αγκαλιάζοντας το ένα το άλλο, τα νεκρά κύτταρα, θα τρέφονταν από το νερό, από την αγάπη που φωλιάζει μέσα στο ξύλο τού παρκέ...μοιάζει τόσο φιλόξενο και θρεπτικό το ξύλο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες θα μπορούσε να γίνει κλωνοποίηση, αναπαραγωγή. Κάθε μια μέρα πλημμυρίζει τον κόσμο μας βλαστοκύτταρα...

ΣΤΟΠΠΠ!

Στην επόμενη σκηνή, ο άνθρωπός μας μπαίνοντας με το σώβρακο στο σαλόνι, με τον καφέ στο χέρι, σταματά και κοιτάζει έκπληκτος τον ξένο που, κοστουμαρισμένος και με ευθυγραμμισμένο μουστάκι, βγάζει τα γυαλιά του και σηκώνεται από τον καναπέ, για να συστηθεί στον οικοδεσπότη.

Εδώ είμαστε...τα νεκρά κομμάτια τού ανθρωπάκου, το νερό, η αηδία τής κάθε ημέρας και, πάνω από όλα, το πέρασμα τού χρόνου αφαιρούν από πάνω μας την ξεφτίλα τής καθημερινότητας - αυτή την κρούστα, την τσίπα, την απόσταση που χωρίζει τη ζωή μας από μια όμορφη ταινία. Ο Μαϊμουτσέλλο γίνεται θεός ...ήρωας ...και τελικά άντρας.

"Χαίρω πολύ, Αλλονζανφάν..."