01 Νοεμβρίου, 2023
10 Οκτωβρίου, 2023
Γιώργος και Αντώνης
Τα μοιράζονταν
σχεδόν όλα ο Γιώργος κι ο Αντώνης. Όλα εκτός από ένα διαμέρισμα, ένα σερβίτσιο
πιάτα και μια σειρά έπιπλα. Περνούσαν πολλές ώρες ο ένας στο διαμέρισμα του
άλλου ξοδεύοντας αμέριμνοι αγκαλιές. Ο Γιώργος όταν αναφερόταν στον εαυτό του
τον αποκαλούσε "Γεωργία" και ήταν πολύ περήφανος όποτε τον αποκαλούσε
έτσι κι ο Αντώνης.
"Μπορεί να
γνωρίζει κι άλλους άντρες αλλά μόνο εμένα καταχώρησε στην ατζέντα του ως
θηλυκό: Γεωργία".
Ήταν η άμυνά του
του αυτή όταν τον κυρίευαν οι αμφιβολίες σχετικά με τα αισθήματα τού Αντώνη.
Έβλεπε τότε τα όνειρά τους να γκρεμίζονται όλα μαζί: Το δάνειο που ήθελαν να
πάρουν για να ζήσουν επιτέλους κάτω από μια στέγη, η αγορά των οικοσυσκευών που
δε γινόταν, η γνωριμία των συμπεθέρων που πήγαινε από αναβολή σε αναβολή...
Αναρωτιόταν ο
Γιώργος τι να φταίει που δε θα ζούσε ποτέ με το ταίρι του. Στους μοναχικούς
περιπάτους του καθόταν στα παγκάκια χαζεύοντας τα "κανονικά" ζευγάρια
-πώς να τα διαχωρίσει από τη δική τους περίπτωση; Άλλη λέξη δεν έβρισκε- να
περπατάνε χέρι χέρι, να σταματάνε για ν ‘αγκαλιαστούν κι ύστερα πάλι να
συνεχίζουν το δρόμο τους στεφανωμένα μ' εκείνη τη λαμπερή μωβ αύρα που μόνο
εκείνος μπορούσε να δει με τα μεγάλα καστανοπράσινα μάτια του. Λίγο ζήλευε και
λίγο σκανδαλιζόταν, γύριζε αλλού το βλέμμα δαγκώνοντας τα χείλη του, ίσιωνε την
κυρτωμένη του ράχη και συνέχιζε το άσκοπο περπάτημα με τις στάσεις μπροστά στις
βιτρίνες.
Ο Αντώνης δούλευε
στο κομμωτήριο και συνήθως δεν είχε πολύ χρόνο για να σκεφτεί την ονειρεμένη
σχέση, την τακτοποίηση, τα δάνεια, το σπιτικό με μια...εντελώς αδελφή, ένα gay, με τα λόγια θα παίζουμε;
Έτσι τού είχε
πει: "Δεν είμαι σίγουρος για μας, Γεωργία. Μπορεί να βρω μεθαύριο μια
κανονική σχέση, μια σχέση με μια γυναίκα, δεν ξέρω αν μπορώ να μείνω σε μια
σχέση σαν τη δική μας για πολύ καιρό. Γιώργο, δεν είμαι ομοφυλόφιλος εγώ...μ'
εμάς έτυχε επειδή είσαι τόσο όμορφος και σαγηνευτικός, ζωγραφίζεις τόσο όμορφα,
έχεις το χάρισμα, δεν μπορώ παρά να σε θαυμάζω. Αλλά...".
Πόσο πολλά ήταν
εκείνα τα "αλλά" του Αντώνη που άφηναν τον Γιώργο ξεκρέμαστο, να
περνάει τις ώρες του μ' ένα χαρτί μπροστά του προσπαθώντας να ζωγραφίσει κάτι ή
να γράψει μια μικρή ιστορία από εκείνες που τόσο αγαπούσε να γράφει. Έγραφε και
όμορφες ιστοριούλες ή πάλι κανένα ποιηματάκι σαν εκείνα του Sandro Penna που είχαν επιτυχία όταν τα απήγγελε στην παρέα τους κι όλοι ήξεραν ότι
κάθε στίχος μιλάει για τον Αντώνη.
Ο Αντώνης πάλι
ούτε ένα στιχάκι δεν είχε αφιερώσει ποτέ στον Γιώργο που είχε διαβάσει και
ξαναδιαβάσει τα ποιήματά του και τα έβρισκε κάθε φορά "πιό υπέροχα!"
από τις άλλες φορές.
Καμμιά φορά,
διαβάζοντας μερικές αράδες του Αντώνη, ένιωθε τέτοια ευχαρίστηση που έπαιρνε
βαθιά εισπνοή σηκώνοντας τούς τεράστιους ώμους του, έκλεινε τα μάτια κι
επαναλάμβανε τους στίχους.
Με το πέρασμα τού
χρόνου ο Γιώργος άρχισε να φτωχαίνει από ιδέες κι έβλεπε πως ο καιρός περνούσε,
εκείνος δεν έγραφε πιά ούτε κανένα σκόρπιο στιχάκι για να το προσφέρει στο
ταίρι του.
Συνέχιζε τις
βόλτες του, συνήθως στο Θησείο, καθόταν στο τοιχάκι κοντά στο σταθμό τού
ηλεκτρικού και παρατηρούσε τον υπόλοιπο κόσμο. Χαμογελούσε ασυναίσθητα όταν η
ματιά του έπεφτε πάνω σε καμμιά μαθήτρια που έτρεχε γελώντας προς κάποιο νεαρό
κι ύστερα οι δυο τους απομακρύνονταν μέσα στην οικεία πιά σ' αυτόν μωβ αίγλη,
που άλλοτε γινόταν κόκκινη φωτιά κι άλλοτε κατάλευκο φως.
Καταχνιά και
ερημιά γίνονταν όλα τότε. Θυμόταν, από τη Ρουμάνα μητέρα του, τη λέξη για την
"καταχνιά της ψυχής": Pustiu.
"Πούστης και
pustiu..." έλεγε μέσα
του.
Ήταν σε κάποιον
από αυτούς τους περιπάτους που, βήμα-βήμα, δρόμο με δρόμο, δάκρυ στο δάκρυ, μια
μέρα σκόνταψε στην πραγματικότητα που του έλεγε σκληρά μα και ρομαντικά πως τα
χρώματα της αγάπης, οι μωβ αύρες της, οι στίχοι της κι οι αγκαλιές της, δεν
ήταν μοιρασμένες ομοιόμορφα σε όλους κι ίσως εκείνος να έμενε για πάντα ένας
θεατής τους.
Ένας θεατής
μονάχος σε έναν άδειο κινηματογράφο, βλέποντας ένα φιλμ όπου ό,τι πιό όμορφο
υπάρχει στη ζωή παίζεται ανάμεσα σε ένα δυνατό άντρα που γελά γοητευτικά και
μια νεαρά που κλαίει με το όμορφο πρόσωπο της χωμένο ανάμεσα σε δυο μαξιλάρια.
18 Σεπτεμβρίου, 2023
Παιδικό δωμάτιο
Θα σου έλεγα να μας ξεχάσεις
αντί να μας θυμίζεις κάθε μέρα
πόσο ανιαροί είμασταν για σένα
και πόσο παρωχημένοι
Ξέρω πως έχουμε μείνει
προσκολλημένοι στα παλιά
αφού το δωμάτιό σου είναι γεμάτο
από παιχνίδια παιδικά
ακόμη και ξερές πιπίλες
02 Σεπτεμβρίου, 2023
Το βιβλίο
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Επέστρεφα πέντε χρόνια
μετά, από ένα ταξίδι στη Βόρεια Αφρική.
Είχα περάσει αμέτρητες φορές κάθε μέρα ανάμεσα στους πάγκους, στους
χωματόδρομους κάτω από τον ήλιο, αν και
στις φλέβες μου αισθανόμουν ακόμα την παγωνιά των Πόλων. Μου είχαν λείψει τα
μακρόσυρτα γράμματά σου, με τους αστερίσκους και τις διορθώσεις που έγραφες
κάποτε για να με περιπαίξεις, άλλοτε να με πληγώσεις. Κάθε φορά κοίταζα με
αγωνία στα στοιχεία του αποστολέα αν έχεις αλλάξει σπίτι.
Με μια μικρή βαλίτσα στο
χέρι ήρθα κάτω από την πόρτα σου και χτύπησα δυνατά το κουδούνι σας, χωρίς να
σκεφτώ τη μητέρα σου που τέτοια ώρα
συνήθως κοιμόταν. Κι εκείνη με ξέρει, θυμάται τις συνήθειές μου. Δεν θα με
παρεξηγούσε. Στο παράθυρο φαινόταν αναμμένο το φως και δυο σκιές κινούνταν
πέρα-δώθε αργά, πίσω από την κουρτίνα. Θυμήθηκα πολλά τέτοια βράδια. Κάποιος θα
έπαιζε κάτι στο πιάνο, κάποιος θα απήγγειλε στίχους. Στη σκέψη αυτή, ένιωσα πιο
έντονη την ανάγκη να βρεθώ ανάμεσά σας. Φώναξα το όνομά σου από κάτω, από τον
δρόμο.
Επιτέλους, η μπαλκονόπορτα
εκεί ψηλά άνοιξε και στο περίγραμμά σου είδα πως άλλαξες χτένισμα. Στα πέντε
χρόνια απόστασης μόνο οι συνήθειες αντέχουν και δεν θα έχουν αλλάξει, σκέφτηκα.
Η μουσική του ασανσέρ μ’ έκανε να χάσω τη διάθεση για τέτοιες υποθέσεις. Είχα
ανάγκη λίγη χαλαρή κουβέντα κι ένα βράδυ
με εκείνες τις διηγήσεις που όλο και κάτι ξεχνάνε. Άνοιξες εσύ την πόρτα.
«Τα ταξίδια είναι πολλά, η
ζωή πολύ σύντομη για να τα χωρέσει», ήταν οι μόνες λέξεις που είπα, όταν
καθίσαμε στο σαλόνι, κοιτάζοντας βουβοί τη φωτιά που έκαιγε ακόμα στο τζάκι. «Αυτό
μπορείς να το υποθέσεις» είπες κι ακούστηκε σαν στίχος και λίγο σαν γρίφος. Η
μητέρα αποκοιμήθηκε κουρασμένη. Πάνω -πάνω, μέσα στη βαλίτσα είχα το βιβλίο που
έγραψα στο ταξίδι με τη γλώσσα που αρέσει σ’ εσένα. Ημερολόγιο με πολλές
κοινοτυπίες, ευτράπελα και στίχους ανακατεμένα.
Περίμενα κάτι να πούμε,
ενώ τα βλέφαρά μου άρχισαν να κλείνουν λίγο από την φωτιά, λίγο από την παλιά
θαλπωρή που ξαναβρήκα. Τόσο γνώριμα όλα και οικεία. Ένιωσα βαθιά κουρασμένος.
Αγαπημένα όλα αυτά. Πόσο γλυκό το έχω να τα νοσταλγώ… Mήπως η νοσταλγία είναι
πιο γλυκιά από όλα αυτά;
Πήγα προς την πόρτα και σε
λίγα λεπτά βρέθηκα πάλι στο δρόμο. Το περίγραμμά σου εκεί στο μπαλκόνι, το
έβλεπα τώρα λίγο διαφορετικό. Σκιές δεν κινούνταν πια στην κουρτίνα.
Ίσως, μια άλλη φορά,
γυρίζοντας πάλι μετά από κάποιο ταξίδι, να σου φέρω ένα άλλο αγαπημένο βιβλίο.
Να σημειώνεις μόνο, όταν μου γράφεις, την διεύθυνση του αποστολέα.
20 Αυγούστου, 2023
Πώς να μου γράφεις
Να μου γράφεις τακτικά, μην με ξεχνάς
να απευθύνεσαι σε μένα θέλω με το δέον σέβας
που νιώθουν όλοι όταν μιλούν με τον νεκρό τους
και τον πείθουν πως δεν τον ξέχασε κανένας
Σαν να στέκεσαι πάνω στο λευκό μου μνήμα
κάνε γράμματα καλλιγραφίας και διόρθωνε τα λάθη
λέγε μου πολλά, πότιζε με λίγα δάκρυα το χαρτί
όπως θα πότιζες ολόγυρά μου τα άνθη
Βράδυ σαν γράψεις άσε τον πολύ το σεβασμό
και μίλα μου ερωτικά, πολύ ερωτικά
να φτάνει η ζεστασιά από τα λόγια σου
σαν λάμψη από τα αναμμένα τα κεριά