Εσείς, κάτω από το παράθυρό μου
μένω εδώ ψηλά για να κοιτάτε προς τα πάνω
να με δείτε από τη θέση σας - χαμηλή θέση
Θα συναντηθείτε και θα αγκαλιάσετε ένας τον άλλον στη γωνία αυτή
Στην επόμενη θα σφαχτείτε μεταξύ σας
Εσείς, κάτω από το παράθυρό μου
μένω εδώ ψηλά για να κοιτάτε προς τα πάνω
να με δείτε από τη θέση σας - χαμηλή θέση
Θα συναντηθείτε και θα αγκαλιάσετε ένας τον άλλον στη γωνία αυτή
Στην επόμενη θα σφαχτείτε μεταξύ σας
Γιατί μερικές στιγμές να σε καταλαμβάνει αυτή η αίσθηση του χαμένου χρόνου που σε γεμίζει ανία και οργή, σαν να 'χεις χαθεί μέσα σ' ένα ξερό δάσος από το οποίο προσπαθείς να βγείς απεγνωσμένα, χωρίς να τα καταφέρνεις; Αντιλαμβάνεσαι ότι περνάς συνέχεια από το ίδιο ξερό δέντρο, από τον ίδιο βράχο, από τις ίδιες λάσπες, παραδεχόμενος τελικά πως δεν είσαι παρά ένας ανόητος που διατηρεί την αισιοδοξία του μόνο και μόνο γιά να μην παραδεχτεί πως έχει χαθεί.
Τρεμοπαίζαν τ' αστέρια και στον αέρα πηγαινοερχόταν μια μυρωδιά από γαζίες, γλυκερή και γαλήνια. Τη σκόρπισε μακριά ο θόρυβος τού αυτοκινήτου που σταμάτησε έξω από την πόρτα τού κήπου, με το βίαιο τράβηγμα τού χειρόφρενου κι ύστερα με το δυνατό χτύπημα τής πόρτας. Εκείνη βγήκε από το όχημά της κι ένα φως από μακριά σχημάτισε τη λεπτή σιλουέττα της καθώς η νέα γυναίκα κατευθύνθηκε προς εκείνον που γευόταν τις πρώτες ρουφηξιές τού τσιγάρου του. Η πόρτα τού κήπου έτριξε κλείνοντας πίσω της.
Ενώ εκείνος σηκώθηκε από την αναπαυτική του πολυθρόνα, εκείνη κοντοστάθηκε αναποφάσιστη και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα βρέθηκαν ο ένας στην αγκαλιά τής άλλης...Πόσα φιλιά, πόσα λάγνα χάδια πρόλαβαν να δοθούν μέσα σ' ελάχιστα μόνο λεπτά τής νύχτας!
Με ανυπομονησία εκείνος άρχισε να βγάζει ένα-ένα τα απαλά τούλια που ντύναν το λεπτό της σώμα κι ανάμεσα σ' αυτά να ψάχνει τις όμορφες καμπύλες που τρέμαν απ' την ταραχή της. Τ' άσπρα βέλα της που πέφταν καταγής νοτίστηκαν απ' το νωπό χορτάρι καθώς τα έσυρε μακριά τους το βραδινό αεράκι. Κι εκείνη αφέθηκε στα τρεμάμενα μπράτσα του. Έπεσαν κι οι δυο απαλά κι ανάσκελα στο παχύ στρώμα τού κήπου κοιτάζοντας τα αστέρια ώσπου τους σκέπασαν, σχεδόν ολότελα, καινούργια ξερά φύλλα.
Έτριξαν ελαφρά τα ξερά φύλλα, λίγο πριν το ξημέρωμα καθώς εκείνη σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει από κάτω τα τούλια ντύνοντας το αδύνατο σώμα της. Οι ανεπαίσθητες κινήσεις της ξύπνησαν τον άντρα που έμεινε εκεί ακίνητος να παρατηρεί τις ετοιμασίες της, τον ελαφρύ βηματισμό της ως την πόρτα τού κήπου που πάλι έτριξε πίσω της, την επιβίβασή της στο αυτοκίνητο.
Έμεινε εκεί τελείως ακίνητος μέχρι που, ενώ ξημέρωνε, άρχισε να πέφτει μια ψιλή βροχή. Μόνο μια εικόνα τού ήρθε στο μυαλό: Εκείνη, λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, ρουφώντας τη μύτη της θα άναβε τους υαλοκαθαριστήρες.
Το θυμάμαι ακόμα
το καμπαναριό του χωριού να φτάνει στην δική μας ταράτσα
τους περιπάτους τα απογεύματα του Σαββάτου στην grande piazza
με τα αγοράκια που κοιτούσαν τις κυρίες αφηρημένα
Τα θυμάμαι ακόμα
τα ζωντανά να κατεβαίνουν την νωπή κατηφόρα
μουγκρίζοντας από τον φόβο και γλιστρώντας
ενώ η φωνή του βοσκού χανόταν μες τις κουδούνες
Το θυμάμαι ακόμα
το σχολείο που όλο τού λιγόστευαν οι τάξεις
τα άχρηστα θρανία γίνονταν ξυλεία, καίγονταν μύριζαν χαρτί
χαρτί με γνώσεις, χαρτί με παρτίδες ναυμαχίας, χαρτί με νότες
Σε θυμάμαι ακόμα
κι εσένα μπροστά στην τηλεόραση να δακρίζεις
να κλειδώνεσαι στο μπάνιο με τις ώρες
και στα τηλεφωνήματα να μου μιλάς γιά τη ζωή