04 Ιουλίου, 2010
03 Ιουλίου, 2010
01 Ιουλίου, 2010
Οι συγγραφείς τού "Αλλόκοτου"
Καμμιά φορά, γράφοντας αυτές τις μικρές ιστορίες, ανάμεσα στα διάφορα που περνούν από το μυαλό μου (κατά πόσο γίνομαι σαφής, κατά πόσο μένω νεφελώδης, αν θέλω να δώσω ένα αυτοτελές κείμενο ή μόνο ένα απόσπασμα), σκέφτομαι και κάτι άλλο:
Έχει κανείς την "πολυτέλεια" να χτίζει μια σειρά εικόνων στις οποίες όμως δεν θα τού άρεσε καθόλου να πρωταγωνιστήσει κάποτε; Συνήθως γράφονται ιστορίες όπου ο πρωταγωνιστής / υποκείμενο βρίσκεται σε καταστάσεις, ευχάριστες ή δυσάρεστες, αλλά πάντοτε μέσα στα πλαίσια τής καθημερινότητας: Ιδρώνει, αγαπά ή έχει δυσκοιλιότητα, όπως μπορεί να τύχει σε όλους μας.
Τι γίνεται όμως όταν γράφει κανείς αλλόκοτα κείμενα όπου το παράδοξο και το εξωπραγματικό κυριαρχούν; Τι απόσταση μπορείς να κρατήσεις από το αποτέλεσμα μιας φαντασίωσής ΣΟΥ που σού υπαγορεύει π.χ. να βάλεις ένα συνηθισμένο άνθρωπο να κινηθεί μέσα σ' ένα συρτάρι, κάποιον που τον απορροφάει το video player και τον μασάει σαν κασσέττα ή κάποιον που μέρα με τη μέρα μεταμορφώνεται σε κατσαρίδα;
Κάποιοι λένε πως το αλλόκοτο, το εξωπραγματικό, όταν ... πολυτρίβεσαι μ' αυτό, εκείνο σ' ακολουθεί και στην καθημερινότητά σου, σε στοιχειώνει. Πιό μελοδραματικοί γίνονται αυτοί που υποστηρίζουν ότι αυτή η ενασχόληση / εμμονή στο τέλος σε τρελαίνει, μέχρι και την όψη σου αλλάζει. Οι θιασώτες τής Φυσιογνωμικής πιστεύουν ακράδαντα πως "ο Poe με ...τέτοια φάτσα (άρα και ψυχοσύνθεση) που είχε, τι άλλο θα μπορούσε να γράψει;". Οι ...ζωδιόπληκτοι πάλι θα πουν: "Υδροχόος είναι, με τέτοια θα ασχολείται!". Οι ορθολογιστές θα ψάξουν, εκ των υστέρων, τα παιδικά (ή και πιό όψιμα) βιώματα τών συγγραφέων τού "Αλλόκοτου" για να ανακαλύψουν κάποια σύνδεση ανάμεσα στη ζωή και το έργο τών ανθρώπων αυτών. Άλλοι θα πουν "Μπα! Θέμα ιδιοσυγκρασίας είναι.".
Πλην των ζωδιόπληκτων, θα μπορούσα να συμφωνήσω σχεδόν με όλους όσους προανέφερα. Μοιάζει με το ερώτημα που -λίγο πειραχτικά- θέτουν στους ψυχιάτρους : "Ήσουν μουρλός και σε γοήτευσε η Ψυχιατρική ή μήπως έγινες μουρλός ασχολούμενος μαζί της;". Να ένα καλό ερώτημα, τού οποίου η ειλικρινής απάντηση συνήθως δικαιώνει το πρώτο σκέλος τού ερωτήματος.
Έχοντας τόσο μικρή γνώση(;) τού εξωπραγματικού και τής επιρροής που μπορεί να έχει στον ανθρώπινο νου, μπορούμε να κάνουμε πολλές υποθέσεις: "κάποιο γονίδιο θα 'ναι" ή "τρελός παπάς τον βάφτισε" κ.ο.κ.
Θυμάμαι πως κάποτε διάβασα ότι ο τόσο συμπαθής Camus, μετά όλη εκείνη την ατέρμονα παραλογολογία του ήταν αναμενόμενο να έχει ένα "παράλογο" τέλος:
Όταν τον ανέσυραν από το σμπαραλιασμένο του αυτοκίνητο, λένε, βρήκαν στην τσέπη του ένα εισιτήριο τρένου με επιστροφή , με διαδρομή και ώρα ακριβώς την ίδια μ' αυτήν που, την τελευταία στιγμή, αποφάσισε να ταξιδέψει οδικώς, με το αυτοκίνητό του.
Αυτό βέβαια πιθανόν να ήταν ένα πολύ πιασάρικο τρικ τού εκδοτικού του οίκου. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε, στην περίπτωση αυτή, και τη δήλωση τού Camus στην οποία διαβεβαίωνε πως προτιμούσε να είχε συνεχίσει την (πετυχημένη ως τερματοφύλακας) σταδιοδρομία τού ποδοσφαιριστή, πράγμα που τον εμπόδισε να κάνει η φυματίωση που τον προσέβαλε.
"Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον", θα σκεφτούμε. Άραγε υπάρχει μεγαλύτερο παράλογο από αυτές τις μεμονωμένες "λεπτομέρειες" με τα τόσο τραγικά επακόλουθά τους;
Έχει κανείς την "πολυτέλεια" να χτίζει μια σειρά εικόνων στις οποίες όμως δεν θα τού άρεσε καθόλου να πρωταγωνιστήσει κάποτε; Συνήθως γράφονται ιστορίες όπου ο πρωταγωνιστής / υποκείμενο βρίσκεται σε καταστάσεις, ευχάριστες ή δυσάρεστες, αλλά πάντοτε μέσα στα πλαίσια τής καθημερινότητας: Ιδρώνει, αγαπά ή έχει δυσκοιλιότητα, όπως μπορεί να τύχει σε όλους μας.
Τι γίνεται όμως όταν γράφει κανείς αλλόκοτα κείμενα όπου το παράδοξο και το εξωπραγματικό κυριαρχούν; Τι απόσταση μπορείς να κρατήσεις από το αποτέλεσμα μιας φαντασίωσής ΣΟΥ που σού υπαγορεύει π.χ. να βάλεις ένα συνηθισμένο άνθρωπο να κινηθεί μέσα σ' ένα συρτάρι, κάποιον που τον απορροφάει το video player και τον μασάει σαν κασσέττα ή κάποιον που μέρα με τη μέρα μεταμορφώνεται σε κατσαρίδα;
Κάποιοι λένε πως το αλλόκοτο, το εξωπραγματικό, όταν ... πολυτρίβεσαι μ' αυτό, εκείνο σ' ακολουθεί και στην καθημερινότητά σου, σε στοιχειώνει. Πιό μελοδραματικοί γίνονται αυτοί που υποστηρίζουν ότι αυτή η ενασχόληση / εμμονή στο τέλος σε τρελαίνει, μέχρι και την όψη σου αλλάζει. Οι θιασώτες τής Φυσιογνωμικής πιστεύουν ακράδαντα πως "ο Poe με ...τέτοια φάτσα (άρα και ψυχοσύνθεση) που είχε, τι άλλο θα μπορούσε να γράψει;". Οι ...ζωδιόπληκτοι πάλι θα πουν: "Υδροχόος είναι, με τέτοια θα ασχολείται!". Οι ορθολογιστές θα ψάξουν, εκ των υστέρων, τα παιδικά (ή και πιό όψιμα) βιώματα τών συγγραφέων τού "Αλλόκοτου" για να ανακαλύψουν κάποια σύνδεση ανάμεσα στη ζωή και το έργο τών ανθρώπων αυτών. Άλλοι θα πουν "Μπα! Θέμα ιδιοσυγκρασίας είναι.".
Πλην των ζωδιόπληκτων, θα μπορούσα να συμφωνήσω σχεδόν με όλους όσους προανέφερα. Μοιάζει με το ερώτημα που -λίγο πειραχτικά- θέτουν στους ψυχιάτρους : "Ήσουν μουρλός και σε γοήτευσε η Ψυχιατρική ή μήπως έγινες μουρλός ασχολούμενος μαζί της;". Να ένα καλό ερώτημα, τού οποίου η ειλικρινής απάντηση συνήθως δικαιώνει το πρώτο σκέλος τού ερωτήματος.
Έχοντας τόσο μικρή γνώση(;) τού εξωπραγματικού και τής επιρροής που μπορεί να έχει στον ανθρώπινο νου, μπορούμε να κάνουμε πολλές υποθέσεις: "κάποιο γονίδιο θα 'ναι" ή "τρελός παπάς τον βάφτισε" κ.ο.κ.
Θυμάμαι πως κάποτε διάβασα ότι ο τόσο συμπαθής Camus, μετά όλη εκείνη την ατέρμονα παραλογολογία του ήταν αναμενόμενο να έχει ένα "παράλογο" τέλος:
Όταν τον ανέσυραν από το σμπαραλιασμένο του αυτοκίνητο, λένε, βρήκαν στην τσέπη του ένα εισιτήριο τρένου με επιστροφή , με διαδρομή και ώρα ακριβώς την ίδια μ' αυτήν που, την τελευταία στιγμή, αποφάσισε να ταξιδέψει οδικώς, με το αυτοκίνητό του.
Αυτό βέβαια πιθανόν να ήταν ένα πολύ πιασάρικο τρικ τού εκδοτικού του οίκου. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε, στην περίπτωση αυτή, και τη δήλωση τού Camus στην οποία διαβεβαίωνε πως προτιμούσε να είχε συνεχίσει την (πετυχημένη ως τερματοφύλακας) σταδιοδρομία τού ποδοσφαιριστή, πράγμα που τον εμπόδισε να κάνει η φυματίωση που τον προσέβαλε.
"Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον", θα σκεφτούμε. Άραγε υπάρχει μεγαλύτερο παράλογο από αυτές τις μεμονωμένες "λεπτομέρειες" με τα τόσο τραγικά επακόλουθά τους;
29 Ιουνίου, 2010
Αρχή αλληλογραφίας
Η μητέρα μου με έντυνε με άτσαλες κινήσεις ενώ εγώ ούρλιαζα μπροστά στον τεράστιο καθρέφτη. Στο δωμάτιο βρίσκονταν άλλοι τέσσερις μεγαλόσωμοι άντρες που έστεκαν ανυπόμονοι να με εγκαταλείψουν εδώ μέσα.
Τα χέρια τής μητέρας μου δεν είχαν επιλεγεί τυχαία. Παρείχαν μια καλή εγγύηση πως η διαδικασία θα έπαιρνε λιγότερο χρόνο μιας και η αντίστασή μου θα ήταν η ασθενέστερη δυνατή. Μέσα σε λίγα λεπτά βρέθηκα να φοράω κιόλας την κίτρινη στολή που πρέπει να φοράει όποιος πρόκειται να μείνει εδώ οριστικά.
Η κίτρινη περιβολή, μια φόρμα μάλλον παρά μια στολή, κλειδώθηκε γύρω από το στήθος μου με μερικά χοντρά κορδόνια που η αγαπητή μου μητέρα έδεσε σε σφιχτούς κόμπους. Τα δυνατά, σταθερά χέρια της με παρέλυσαν με την αποφασιστικότητά τους.
Έκλαιγα. Μόνο έκλαιγα. Αυτό μόνο μπορούσα να κάνω, κι αυτό με πολλή δυσκολία γιατί ο θώρακάς μου δεν μπορούσε να ανοίξει περισσότερο από ό,τι χρειάζεται για μια μικρή ανάσα.
Σύντομα έκαναν την εμφάνισή τους δυο παράξενες γυναίκες που στάθηκαν δεξιά κι αριστερά τής μητέρας μου. Η μια κρατούσε το στόμα μου ανοιχτό κι η άλλη το πλημμύριζε μ' ένα άγνωστο σε μένα υγρό, μεγάλης περιεκτικότητας σε αλκοόλ. Καθώς ξεχείλιζε το στόμα μου, μια μεγάλη ποσότητα υγρού κινδύνεψε να λερώσει τη φόρμα μου. Τελικά αυτό αποφεύχθηκε αφού οι περίεργες θεραπαινίδες έστριψαν με σπουδή το ζαλισμένο κεφάλι μου στο δεξί πλάι.
Ανέλαβαν δράση αμέσως μετά οι τέσσερις άντρες, προσπαθώντας να εξευτελίσουν ό,τι από μένα είχε μείνει ικανό να νιώσει κάποιο συναίσθημα εξευτελισμού κι εκμηδένισης. Άσεμνες χειρονομίες, βρισιές, ακόμα και φτυσίματα στο πρόσωπο θυμάμαι πως δέχθηκα. Ο συνεχιζόμενος τραυματισμός τών θηλών και τών όρχεών μου, αφαίρεσε κάθε αίσθηση φόβου: δεν μπορούσε να επακολουθήσει δυνατότερος πόνος. Μέσα σε δευτερόλεπτα πρέπει να λιποθύμησα, ενώ μια φωνή επαναλάμβανε "πιό σιγά, πιό σιγά...". Ακόμη και σήμερα η θύμηση εκείνης της φωνή μού φέρνει στο νου εικόνες από παράθυρα που ανοίγουν, από βρύσες που αφήνουν το νερό τους να με δροσίσει.
Με εγκατέλειψαν στο δωμάτιο και για μέρες ολόκληρες ένιωθα απέραντη ευχαρίστηση όταν στο τέλος τής ημέρας δεν είχα νιώσει ούτε ένα χτύπημα στο πονεμένο μου σώμα που σιγά σιγά ξανάβρισκε τις δυνάμεις του.
Το δωμάτιο είναι άδειο κι από όσο κατάλαβα εδώ μέσα επιτρέπεται μόνο να γράφεις, να γράφεις και να γράφεις. Να γράφεις πράγματα όπως τα θυμάσαι, να γράφεις κάτι που δεν θυμάσαι αν συνέβη ή όχι αλλά πρέπει να το εφευρίσκεις για να μην υπάρχουν κενά στη χρονική σειρά τών συμβάντων. Υπάρχουν τόσες ιστορίες να ειπωθούν πέρα από το αληθινό και το ψεύτικο, πέρα από το πιθανό και το αδύνατο.
Ο χώρος είναι μικρός. Δεν περιέχει τίποτ' άλλο παρά στοίβες χαρτιά και καλοξυσμένα μολύβια. Έκανα την αρχή σήμερα γράφοντας αυτές τις γραμμές, διαδικασία που δεν αντικαθιστά την ανθρώπινη συζήτηση αλλά πιστεύω πως είναι θέμα χρόνου να εξοικειωθώ μ' αυτήν. Ίσως, μάλιστα -δεν αποκλείεται κάποτε- να εξαρτηθώ απόλυτα από αυτήν.
Τα χέρια τής μητέρας μου δεν είχαν επιλεγεί τυχαία. Παρείχαν μια καλή εγγύηση πως η διαδικασία θα έπαιρνε λιγότερο χρόνο μιας και η αντίστασή μου θα ήταν η ασθενέστερη δυνατή. Μέσα σε λίγα λεπτά βρέθηκα να φοράω κιόλας την κίτρινη στολή που πρέπει να φοράει όποιος πρόκειται να μείνει εδώ οριστικά.
Η κίτρινη περιβολή, μια φόρμα μάλλον παρά μια στολή, κλειδώθηκε γύρω από το στήθος μου με μερικά χοντρά κορδόνια που η αγαπητή μου μητέρα έδεσε σε σφιχτούς κόμπους. Τα δυνατά, σταθερά χέρια της με παρέλυσαν με την αποφασιστικότητά τους.
Έκλαιγα. Μόνο έκλαιγα. Αυτό μόνο μπορούσα να κάνω, κι αυτό με πολλή δυσκολία γιατί ο θώρακάς μου δεν μπορούσε να ανοίξει περισσότερο από ό,τι χρειάζεται για μια μικρή ανάσα.
Σύντομα έκαναν την εμφάνισή τους δυο παράξενες γυναίκες που στάθηκαν δεξιά κι αριστερά τής μητέρας μου. Η μια κρατούσε το στόμα μου ανοιχτό κι η άλλη το πλημμύριζε μ' ένα άγνωστο σε μένα υγρό, μεγάλης περιεκτικότητας σε αλκοόλ. Καθώς ξεχείλιζε το στόμα μου, μια μεγάλη ποσότητα υγρού κινδύνεψε να λερώσει τη φόρμα μου. Τελικά αυτό αποφεύχθηκε αφού οι περίεργες θεραπαινίδες έστριψαν με σπουδή το ζαλισμένο κεφάλι μου στο δεξί πλάι.
Ανέλαβαν δράση αμέσως μετά οι τέσσερις άντρες, προσπαθώντας να εξευτελίσουν ό,τι από μένα είχε μείνει ικανό να νιώσει κάποιο συναίσθημα εξευτελισμού κι εκμηδένισης. Άσεμνες χειρονομίες, βρισιές, ακόμα και φτυσίματα στο πρόσωπο θυμάμαι πως δέχθηκα. Ο συνεχιζόμενος τραυματισμός τών θηλών και τών όρχεών μου, αφαίρεσε κάθε αίσθηση φόβου: δεν μπορούσε να επακολουθήσει δυνατότερος πόνος. Μέσα σε δευτερόλεπτα πρέπει να λιποθύμησα, ενώ μια φωνή επαναλάμβανε "πιό σιγά, πιό σιγά...". Ακόμη και σήμερα η θύμηση εκείνης της φωνή μού φέρνει στο νου εικόνες από παράθυρα που ανοίγουν, από βρύσες που αφήνουν το νερό τους να με δροσίσει.
Με εγκατέλειψαν στο δωμάτιο και για μέρες ολόκληρες ένιωθα απέραντη ευχαρίστηση όταν στο τέλος τής ημέρας δεν είχα νιώσει ούτε ένα χτύπημα στο πονεμένο μου σώμα που σιγά σιγά ξανάβρισκε τις δυνάμεις του.
Το δωμάτιο είναι άδειο κι από όσο κατάλαβα εδώ μέσα επιτρέπεται μόνο να γράφεις, να γράφεις και να γράφεις. Να γράφεις πράγματα όπως τα θυμάσαι, να γράφεις κάτι που δεν θυμάσαι αν συνέβη ή όχι αλλά πρέπει να το εφευρίσκεις για να μην υπάρχουν κενά στη χρονική σειρά τών συμβάντων. Υπάρχουν τόσες ιστορίες να ειπωθούν πέρα από το αληθινό και το ψεύτικο, πέρα από το πιθανό και το αδύνατο.
Ο χώρος είναι μικρός. Δεν περιέχει τίποτ' άλλο παρά στοίβες χαρτιά και καλοξυσμένα μολύβια. Έκανα την αρχή σήμερα γράφοντας αυτές τις γραμμές, διαδικασία που δεν αντικαθιστά την ανθρώπινη συζήτηση αλλά πιστεύω πως είναι θέμα χρόνου να εξοικειωθώ μ' αυτήν. Ίσως, μάλιστα -δεν αποκλείεται κάποτε- να εξαρτηθώ απόλυτα από αυτήν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)