17 Αυγούστου, 2010

Επιστροφή


Φτάνοντας στης πατρίδας σου τη γη, βιαστικά έβγαλες το πουκάμισό σου κατά πως κάνει ο φλογερός ο εραστής και το στέρνο ακούμπησες στην καλοκαιρινή αποβάθρα.

Εκείνη σ' αγκάλιασε γλυκά κι ύστερα σ' άφησε να τρέξεις σα μικρό παιδί που χαϊδεύει από περιέργεια τα απόκρυφα των αγαλμάτων κι ανέμελα βουτάει στα συντριβάνια.

Το βράδυ όλα μοιάζαν να έχουν γίνει από λαγνεία, είχες ώρες που ερωτοτροπούσες μέχρι που, ιδρωμένος κι ένοχος, πεθύμησες γυμνός να εξομολογηθείς.

Τι ακόμα ώφειλε το στόμα σου να δώσει, παρά ένα φιλί, από κείνα τ' απατηλά τής προσωρινής επιστροφής; 

16 Αυγούστου, 2010

14 Αυγούστου, 2010

Σινε - Μαρία



Σαν αιχμαλωτισμένη έμοιαζες μέσα στα καρρέ που σε είδα. Αμέριμνα κοιτούσες τη στέγη διερευνητικά, όπως όταν αρχίζει να πέφτει η βροχή κι είσαι κάτω απ' τα δέντρα. Έσερνες τα βήματά σου με ένα αστείο τρόπο. Η γωνία λήψης τής κίνησής σου θύμιζε παρωδία θρίλερ.

Περιμάζεψες από χάμω μια ζωγραφιά, πρόσκληση σταλμένη από τα χρόνια τού χνουδιού. Παιχνίδια που διδάσκονταν στην τάξη και τα "Ταξίδια τού Γκάλλιβερ" ήταν ό,τι πιό πολύ αγάπησες απ' την εφηβεία σου. Εφηβεία τού μεταπολέμου, λιμάνι και λαθραία τσιγάρα: "Camel... Morris..."

Μωρά εικονίζονταν μέσα στη ξεβαμμένη αφίσσα, σε χαμόγελα αθώα. Χαμένα κουμπιά απ' τη φούστα και το φερμουάρ ήτανε πιά τής μόδας... αν η ψυχή σου ήταν βρεγμένη από βενζίνη, με το πρώτο σου τσιγάρο θα πυρπολούσες όλα τα σινεμά - καυτή movie star. Καλύτερα να σε θυμάμαι σαν κάτι που ποτέ δεν ήσουν.

Δεν θέλω να σε θυμάμαι πιά μέσα στις κρίσεις σου, μέσα στο τρίξιμο τών κίτρινων δοντιών σου. Ανάμεσα στούς ρόγχους τού πανικού σου, καμιά φορά, έμοιαζες να γελάς ενώ από το στόμα σου έτρεχαν τα σάλια. Καημένη Μαρία, τι γίνανε τελικά εκείνα τα Ροζάρια;

Δε θα 'πρεπε να γυρνά πίσω κανείς ποτέ, θα 'πρεπε να ακολουθούμε ασθμαίνοντες τα χρόνια. Είναι αριθμοί που μεγαλώνουν - υπέροχα οι άρτιοι, ασύμμετρα οι περιττοί. Αναρωτήθηκα αν δεν θα ξεπουλούσες όλη την τύχη τής ζωής σου μόνο και μόνο για να μη δεις τον ένα γιό σου να μαζεύει τα κόκαλα τού άλλου.

Βλέποντας σκηνές σου στην ταινία super 8, το περπάτημά σου μοιάζει δειλή περιπλάνηση σε λαβύρινθο αλλά ο κόσμος δεν είναι έτσι. Οι τοίχοι κινούνται τόσο απαλά ώστε να μη σε ξεγελούν, κανείς δε χάνεται. Αν κάποιους δεν τούς βλέπεις πιά, είναι επειδή κρύβονται παιχνιδιάρικα. Ναζιάρικα τώρα κρύβεσαι κι εσύ...

Θα πάρω απόψε δυο ποτήρια από εκείνο το κρασάκι τής παρέας -όπως το έλεγες εσύ- και θα 'ρθω να σε βρώ...Δυο-τρεις κουβέντες, ένα ποτηράκι κι ένα χαμόγελο καμπουριασμένο. Η φωτιά καίει, ποιός ξέρει πόσο θα βαστήξει ακόμη, εγώ έχω βαρεθεί...Ρίξε από πάνω μια χούφτα χώμα εσύ και μια θα ρίξω εγώ. Τα πράγματα πρέπει να περνούν κι εμείς πρέπει να βρίσκουμε το θάρρος τού πιό γενναίου πολεμιστή.


13 Αυγούστου, 2010

Κόμπλεξ



Κάνοντας χρήση ισάριθμων κόμπλεξ κατωτερότητας και κόμπλεξ ανωτερότητας, πέτυχα την ...θαυμαστή ισορροπία μου.

Μια γέννηση




Η γέννηση, η κοινωνική γέννηση, συντελείται πάντα μπροστά σ' ένα τραπέζι. Ξύλινο τετράγωνο τραπέζι, σκεπασμένο με υφασμάτινο τραπεζομάντηλο, όπου ήδη κάθονται δυο ή τρία πρόσωπα. Τα μάτια όλων είναι στραμμένα προς τον νεο συνδαιτυμόνα που, έχοντας ήδη αφήσει τα υγρά τής ζωής, αρχίζει να δοκιμάζει τη γεύση μιάς σούπας που αχνίζει στο τραπέζι, αναδεύεται από τα κουτάλια κι ύστερα βρέχει τούς οισοφάγους.

Πριν καλά-καλά η γεύση τού νεοεισερχόμενου κατασκευάσει ένα επιφώνημα προς τιμήν τής λαδερής γαληνιότητας που δοκίμασε, έρχονται οι μικρές στάλες από ξινά φρούτα να πέσουν σαν ψιλοβρόχι πάνω στην αμάθητη γλώσσα. Μετά, ο φόρος τιμής στη νοσταλγία, χαρισμένος από ένα κουτάλι γλυκό γάλα. Στο τέλος τής γέννησης αυτής, μένει για λίγο στα χέρια η αφή τής υφασμάτινης πετσέτας έως ότου αφεθεί μόνη κι αυτή, πάνω στο άδειο τραπέζι. Και να: ένας άλλος τρόπος να γεννιέσαι.