03 Ιανουαρίου, 2011

Η πιο σοφή επιλογή




Ευθύς ως άρχισε το όνειρο, είδα τον εαυτό μου σαν επιβάτη ρακένδυτο σε μισοδιαλυμένη άμαξα να προσπαθεί να ζεσταθεί με το αλκοόλ, σε δρόμο χιονισμένο που τον ξέστρωνε απ' την ασπράδα του ο δυνατός αέρας. Με όση δύναμη μού απέμενε, λέει, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, έφτιαξα σωρούς από τα ξύλα και τα κομμάτια τών τροχών στα οποία έβαλα φωτιά για να ζεσταθώ κι ανάμεσά τους αποκοιμήθηκα τουρτουρίζοντας.

Με αφύπνισαν ξαφνικά, τραβώντας με, πέντε-έξι όντα που είχαν το μισό μου ύψος. Οι σιωπηλοί κοντοί ανθρωπάκοι με οδήγησαν σε μέρος περιφραγμένο και σχημάτισαν μια κουστωδία γύρω μου ώσπου φτάσαμε όλοι μαζί σε διάδρομο φωτισμένο με νέον φως και κάδρα κρεμασμένα στους τραχείς τοίχους. Το μικροσκοπικό ανθρωπάκι που βάδιζε στα δεξιά μου, με αργές κινήσεις κι ύφος αυστηρό, μού επέστησε την προσοχή στις εικόνες δεξιά κι αριστερά  και έκανα αμέσως τη μαντεψιά πως στα κάδρα εικονίζονταν οι πρόγονοί μου.

Αριστερά και δεξιά στους τοίχους έβλεπα εικόνες αντρών και γυναικών που είχαν το πρόσωπό μου ολόιδιο, τα ίδια μάτια, τα ίδια χλωμά μάγουλα, το ίδιο αφηρημένο ύφος. Ο διάδρομος ήταν ατέλειωτος και τα πρόσωπα στα σκαλιστά κάδρα ήταν ίδια κι απαράλλαχτα μεταξύ τους. Παρ' όλα αυτά ο νάνος στα δεξιά μου μού τα έδειχνε ένα-ένα με ξεχωριστή έκφραση στο πρόσωπό του. Αυτόν που μόλις προσπεράσαμε τον έδειξε κάνοντας μικρές κυκλικές κινήσεις με το χεράκι του και με το ύφος του ήθελε να πει "σπουδαίος άνθρωπος, μεγάλος". Αντίθετα, λίγο πιό πέρα, το πλάσμα δίπλα μου φοβισμένο γουρλώνει τα μάτια του και δείχνει δειλά μιαν άλλη εικόνα, ανοίγει το βήμα πηδηχτά,  μού ζητά μάλλον να πιστέψω πως στην εικόνα εκείνη βρίσκονταν "άνθρωπος ανυπόφορος κι υπερβολικά σκληρός μα δίκαιος".

Καταλαβαίνοντας ο νάνος πως είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη μου, συνέχισε να μού δείχνει μιά τον πρόγονο που "καθόταν πάντα σκεπτικός", την άλλη εκείνον που "πίσω από το χρήμα έτρεχε μια ζωή". Ανάλογα είχε να μού εκμυστηρευτεί και για τις γυναικείες φιγούρες που προσπερνούσαμε: "Η  αγία αυτή γυναίκα", κατάλαβα πως ήθελε να πει πιθανόν  για κάποια από τις γυναίκες που πέρασαν τη ζωή τους με αυταπάρνηση, ενώ άλλοτε σούφρωνε τα μούτρα του, καθιστώντας ολοφάνερη την απαξίωσή του για κάποια άλλη κυρία. Ήταν αστείο το ότι, παρά την ομοιότητα όλων τών εικονιζομένων, είχα αρχίσει από μόνος μου να εκφέρω γνώμη για το ποιόν κάθε μιανού προγόνου. Αυτό στενοχώρησε την κουστωδία μου η οποία, υποθέτω, θα ένιωσε πως τής έπαιρνα τη δουλειά. Τι άλλο να είναι ικανοί να κάνουν ένα τσούρμο άθλιοι νάνοι;

Τι ανέμελο ζώον που ήμουν! Είχαμε διανύσει γύρω στα πεντακόσια μέτρα με την προσοχή μου στραμμένη στον ...ξεναγό που είχα στα δεξιά μου και δεν είχα παρατηρήσει πως η υπόλοιπη "συνοδεία" μου φρόντιζε να φτάνει -πριν από μένα- στο αμέσως επόμενο κάδρο για να τού ψιθυρίζει αδιάκριτα ποιός θα περνούσε από μπροστά του. Αυτό με αναστάτωσε και θέλησα να φύγω, να γυρίσω έξω -καλύτερα στα χιόνια.

Ο νάνος μου με ησύχασε, είδε την ταραχή μου και για πρώτη φορά άνοιξε το στόμα του λέγοντάς μου:
Πού πας;  Έξω χιονίζει, εσύ δεν έχεις πού να μείνεις κι εδώ ίσως να ξαναρθείς και πάλι... Μείνε εδώ, γνώρισε και δέξου την πορεία σου, μάθε από αυτήν, καυχήσου αν θες ή, αν προτιμάς, απολογήσου, σού επιτρέπεται εδώ να υποσχεθείς, να μετανιώσεις, να ορκιστείς, για μια φορά απερίσπαστος να κρίνεις τη ζωή σου. Όλοι οι σταθμοί τής ζωής σου είναι δω, κοίταξε τους τοίχους προσεκτικά...κάπου θα βρεις τη θέση για το πορτραίτο τής μορφής σου. Άλλος θα 'ρθεί μετά από σένα εδώ να κρίνει τη ζωή σου: Κοίτα πόσες άδειες θέσεις! Σκέψου καλά: τι θες να πει αυτός που, ύστερα από σένα κι εκείνος, τους πίνακες όλους όμοιους μεταξύ τους θα τους βρει.

"Την εικόνα μου όπως είμαι τώρα θα θελα εδώ πέρα εκτεθειμένη να κρεμάσω, χωρίς μετάνοιες, χωρίς κλάψες, χωρίς αποκαλύψεις" τού απάντησα. "Εκεί έξω όταν βγω σε τίποτα δε θα αλλάξω τη ζωή μου, μόνο με ασήμαντες ψευτιές, με τάχα και με δήθεν, με χίλια τάχα εμπόδια θα μάθω πάλι να πείθω τον εαυτό μου πως δε γινόταν πιό ενάρετος να γίνω ενώ ένας ακόμα ξιπασμένος στα μάτια τών άλλων θα 'μαι."

Έτσι, λέει τ' όνειρο, παρέμεινα εκεί για πάντα...Προτίμησα στον κρύο διάδρομο μια θέση οποιαδήποτε να εξασφαλίσω παρά να βγω έξω στην κρύα νύχτα να ψάχνω δρόμους γυρισμού.

29 Δεκεμβρίου, 2010

Where Eagles Dare




Οι μύθοι τού Αισώπου πάντα με τραβούσαν ιδιαίτερα. Τους θεωρώ αναγνώσματα άξια προς συζήτηση στις τάξεις τού Δημοτικού. Είναι αληθινά μαθήματα για το πνεύμα. Το πνεύμα, ε;
Θέλω να πω για τη χρησιμότητα τού πνεύματος, την ευελιξία του, το κατά πόσο θα πρέπει να μας κάνει περήφανους ή καμιά φορά να ντρεπόμαστε. Ο Αίσωπος που θυμάμαι εγώ δεν είναι και τόσο φρέσκος ούτε τόσο μελέτης προϊόν. Αγοράστηκε σε φτηνές εκδόσεις που πουλιούνταν στα ψιλικατζίδικα τού Κορυδαλλού, πριν δεκαπέντε χρόνια - 150 δρχ το κάθε βιβλιαράκι.

Ο μύθος τής κατσαρίδας και του αετού παρουσιάζει έναν κάπως παράξενο κόσμο. Γιατί παράξενο; Μα γιατί ήδη στην αρχή, ένας ολόκληρος λαγός (καταδιωκόμενος από έναν αετό!) πέφτει στα πόδια τής κατσαρίδας και ζητά προστασία από αυτήν, ώστε να γλιτώσει από το όρνεο.

Η κατσαρίδα δεν καταφέρνει με τα παρακάλια της να υπερασπιστεί το λαγό από το αρπακτικό κι ο ... προστατευόμενός της λαγός καταλήγει να γίνει βορά τού αετού, πράγμα που γεννά στην κατσαρίδα λύπη, συναισθήματα αναξιότητας και θυμού. Προς τούτο βάζει σ' εφαρμογή ένα σχέδιο γενοκτονίας (ας πούμε) εναντίον τού αετού.

Εντοπίζοντας τα νέα αυγά στη φωλιά τού αετού, μόλις ο τελευταίος έφευγε από κοντά τους, η κατσαρίδα γκρεμοτσάκιζε στους βράχους τα αυγουλάκια τού αετού, ο οποίος όταν επέστρεφε δεν έβρισκε πια τίποτα στη φωλιά.

Ο Ζευς που προσφέρθηκε να βοηθήσει τον αετό τού πρότεινε να κρατήσει εκείνος στην αγκαλιά του, τυλιγμένα στο πανωφόρι του, τα καινούργια αυγά του αγαπημένου του αετού, ούτως ώστε να μην κινδυνέψουν.

Η απογοήτευση ήρθε όταν η κατσαρίδα πέταξε πάνω από το κεφάλι τού Δία, ο οποίος φύλασσε τα αυγά, εξαπολύοντας τα χοντρά περιττώματά της πάνω στα ρούχα τού αρχι-θεού. Από τη σιχαμάρα του ο Δίας σηκώθηκε απότομα, αφήνοντας τα αυγά τού αετού να πέσουν και να σπάσουν.

Έκτοτε, λέει ο μύθος, οι αετοί σταμάτησαν να χτίζουν φωλιές την εποχή που εμφανίζονται οι κατσαρίδες.

26 Δεκεμβρίου, 2010

Όταν γυρίζεις πίσω συνήθως βρέχει



       "E lucevan le stelle..."


Τρεμοπαίζαν τ' αστέρια και στον αέρα πηγαινοερχόταν μια μυρωδιά από γαζίες, γλυκερή και γαλήνια. Τη σκόρπισε μακριά ο θόρυβος τού αυτοκινήτου που σταμάτησε έξω από την πόρτα τού κήπου, με το βίαιο τράβηγμα τού χειρόφρενου κι ύστερα με το δυνατό χτύπημα τής πόρτας. Εκείνη βγήκε από το όχημά της κι ένα φως από μακριά σχημάτισε τη λεπτή σιλουέττα της καθώς η νέα γυναίκα κατευθύνθηκε προς εκείνον που γευόταν τις πρώτες ρουφηξιές τού τσιγάρου του. Η πόρτα τού κήπου έτριξε κλείνοντας πίσω της.

Ενώ εκείνος σηκώθηκε από την αναπαυτική του πολυθρόνα, εκείνη κοντοστάθηκε αναποφάσιστη και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα βρέθηκαν ο ένας στην αγκαλιά τής άλλης...Πόσα φιλιά, πόσα λάγνα χάδια πρόλαβαν να δοθούν μέσα σ' ελάχιστα μόνο λεπτά τής νύχτας!

Με ανυπομονησία εκείνος άρχισε να βγάζει ένα-ένα τα απαλά τούλια που ντύναν το λεπτό της σώμα κι ανάμεσα σ' αυτά να ψάχνει τις όμορφες καμπύλες που τρέμαν απ' την ταραχή της. Τ' άσπρα βέλα της που πέφταν καταγής νοτίστηκαν απ' το νωπό χορτάρι καθώς τα έσυρε μακριά τους το βραδινό αεράκι. Κι εκείνη αφέθηκε στα τρεμάμενα μπράτσα του. Έπεσαν κι οι δυο απαλά κι ανάσκελα στο παχύ στρώμα τού κήπου κοιτάζοντας τα αστέρια ώσπου τους σκέπασαν, σχεδόν ολότελα, καινούργια ξερά φύλλα.

Έτριξαν ελαφρά τα ξερά φύλλα, λίγο πριν το ξημέρωμα καθώς εκείνη σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει από κάτω τα τούλια ντύνοντας το αδύνατο σώμα της. Οι ανεπαίσθητες κινήσεις της ξύπνησαν τον άντρα που έμεινε εκεί ακίνητος να παρατηρεί τις ετοιμασίες της, τον ελαφρύ βηματισμό της ως την πόρτα τού κήπου που πάλι έτριξε πίσω της, την επιβίβασή της στο αυτοκίνητο.

Έμεινε εκεί τελείως ακίνητος μέχρι που, ενώ ξημέρωνε, άρχισε να πέφτει μια ψιλή βροχή. Μόνο μια εικόνα τού ήρθε στο μυαλό: Εκείνη, λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, ρουφώντας τη μύτη της θα άναβε τους υαλοκαθαριστήρες.