18 Ιανουαρίου, 2012

Συμφωνία χωρίς επικοινωνία



Το τραγουδάκι εκείνο αναγκαζόμουν να το ακούσω περίπου πέντε έως εφτά φορές την ημέρα. Δεν πιστεύω πως προοριζόταν μόνο για μένα η τακτική αυτή εκτέλεση. Άκουγα το κομμάτι μια φορά στο ραδιόφωνο τού αυτοκινήτου πηγαίνοντας στη δουλειά, μια άλλη επιστρέφοντας από τη δουλειά και μια φορά σίγουρα άκουγα κάποιον στο γραφείο να το τραγουδά χαμηλόφωνα. Άλλες δυο φορές το έπαιζαν στην τηλεόραση σε διαφημιστικά σποτ. Μια-δυο φορές το άκουγα σαν ringtone από κινητά στο δρόμο κι όποτε πήγαινα για καφέ, το άκουγα κι εκεί. Μισούσα αυτό το άκουσμα κι ένα πρωί, στο γραφείο, ρώτησα τον συνάδελφό μου που το τραγουδούσε, δίπλα στο αυτί μου:
-Κομματάρα, ε;

-Σκέτη αηδία, δεν ξέρω πώς μου κόλλησε...Σού αρέσει κι εσένα;

-Όχι αλλά νόμιζα ότι, όπως στους περισσότερους, αρέσει και σ' εσένα. Το σιχαίνομαι αυτό το κομμάτι, είναι η αλήθεια.

-Σκέψου πως άλλοι το έχουν στο διαφημιστικό τους σποτάκι!

-Από ό,τι έχω καταλάβει, για να είναι πετυχημένο ένα επικοινωνιακό εγχείρημα πρέπει να περιέχει ή κάτι πολύ συμπαθές ή κάτι πολύ αντιπαθητικό έως και πολύ αποκρουστικό. Ένα όμορφο μουσικό κομμάτι ή μια κακοφωνία λ.χ...

-Πιστεύω πως δεν φτάνουν αυτά, πάντως.

-Δηλαδή; Δεν αρκεί να γίνει μια "πλύση εγκεφάλου",για να λέμε όλοι τα ίδια, να ακούμε όλοι τα ίδια, να πιστεύουμε όλοι τα ίδια;

-Δεν μου φεύγει από το μυαλό η σκέψη πως όλα αυτά, τα τραγουδάκια, οι ατάκες, τα σποτάκια, οι λόγοι, δεν έχουν καμία ξεχωριστή δύναμη απέναντί μας. Μας αιχμαλωτίζουν τη στιγμή που είμαστε μόνοι ίσως. Ίσως δεχόμαστε κάτι μόνο από κόπωση ή μοναξιά...

-Άρα λες πως όλες οι ατάκες που καθιερώνονται, που τις επαναλαμβάνουμε εμείς αντανακλαστικά, δεν είναι επιτυχίες τού δημιουργού τους;

-Πάρτο σαν παραξενιά αλλά θα συνεχίσω να πιστεύω πως τα μαζικής εμβέλειας αστεία, τα ανέκδοτα, οι νεολογισμοί, οι χειρονομίες, οι στερεοτυπίες στο ντύσιμο -τελικά όλο αυτό το πράγμα που λέμε μόδα- είναι το απομεινάρι τής αποτυχίας για επικοινωνία.

-Συμφωνώ μαζί σου.

-Πιθανόν. Όμως δυσκολεύομαι να το αντιληφθώ ότι "συμφωνείς-μαζί-μου". Πάντως και να συμφωνήσαμε δεν σημαίνει πως επικοινωνήσαμε. Ίσα ίσα, όποτε συμφωνώ με κάποιον, έχω την αίσθηση πως δεν επικοινωνώ μαζί του.

15 Ιανουαρίου, 2012

Εγώ δεν είμαι πια ποιητής


Μαλώνουν στο απέναντι οικόπεδο οι σκύλοι όλη τη νύχτα. Δεν σταματούν έως ότου κάποιος χριστιανός ανοίξει το παράθυρό του κι αρχίσει κι εκείνος να φωνάζει ή πάλι αν κάποιος από την πόρτα του σπιτιού του βγει κι εξαπολύσει καμιά πέτρα εκεί προς τα σκοτάδια. Μάταια ψάχνει ησυχία ο ποιητής να ολοκληρώσει ένα γραφτό του, τέλος να δώσει σ' ένα ποίημα. Τι έγραψε ως τα τώρα, δυο ώρες πάνω απ' το χαρτί;


Εγώ δεν είμαι ποιητής
κι αν γράφω ποιήματα, ύμνους, έπη
να με παρεξηγείτε σεις δεν πρέπει

Θόρυβοι πάλι από σκυλιά, πέτρες που χτυπούν σε ξύλα, άλλες σπάνε κατά λάθος τζάμια. Ύβρεις διόλου ποιητικές, σταυρογαμίδια ένα σωρό, αυτοκίνητα παρκάρουν ή απλά περνάνε από κεί και οι προβολείς τους φωτίζουν τους τοίχους τής κάμαρής του. Δυο ώρες ακόμα πέρασαν κι απάνω στο χαρτί μονάχα αράδες τρεις - 3 στίχοι- προστεθήκαν:

Με βδελυγμία το απορρίπτω
"δεν είμαι ποιητής, δόξα δεν θέλω"
απλά βγάλτε μου το καπέλο

"Ποίημα, έτσι, δεν γράφεταιαιαι!" ούρλιαξε ο ποιητής κι επέταξε το μολύβι του στον τοίχο. Με τόσο θόρυβο πώς να συγκεντρωθεί, πώς να βάλει μουσικότητα στο στίχο, πού να τη βρει τη γλυκιά τη συλλαβή, τη ρίμα την πετυχημένη... Σχεδόν μια ώρα πριν το χάραμα επιτέλους συμπληρώνει:

Σκυλιών που μαλώνουν, θεατές
Ποίημά μου η ανήσυχη νύχτα μιάς ζωής
....;;;

"Εεεε...Εγώ δεν είμαι πια ποιητής" σκέφτηκε να συμπληρώσει, να τα κλείσει, να το παραδώσει. Δεν γίνεται υπό τοιαύτας συνθήκας! Ξαφνικά σκέφτηκε, μάλλον θυμήθηκε, πώς έτυχε, πότε και πού, και "υπό ποίας συνθήκας" είχε γράψει το πρώτο ποίημά του. Στο ίδιο το δωμάτιο ήταν πάλι, χειμώνας και το οικόπεδο απέναντι, οικόπεδο ήταν ακόμα. Σκυλιά γαυγίζανε και τότε, νύχτα ήτανε περίπου το ίδιο κρύα. Μα ήταν όλα αυτά ακριβώς που τον έκαναν να πιάσει το μολύβι και τις συνθήκες τις ίδιες τότε είχε βρεί ιδανικές μια δεκαριά στίχους να γράψει και να 'ναι με αυτούς τρισευτυχής.

Τη νύχτα τούτη όμως, με το ζόρι, εννέα στίχους μόνο έγραψε...μάλλον μόνον οχτώ. Τελευταίο στίχο έβαλε:
"Εεεε...Εγώ δεν είμαι πια ποιητής!"  

12 Ιανουαρίου, 2012

Προορισμός




Μέρες θολούρας οι τελευταίες και ο ύπνος της τις νύχτες γεμάτος με την επανάληψη ενός ονείρου: Ένα αδύνατο γεροντάκι με κατουρημένο παντελόνι εμφανιζόταν και τής υποσχόταν πως θα την περιμένει σ' ένα σταθμό τρένου για να την οδηγήσει από κει στο μοναστήρι, στον τόπο όπου θα έβρισκε ησυχία το πνεύμα της. Το όνειρο "έκανε παράσιτα" και έτσι άργησε να ακούσει καθαρά το όνομα τού σταθμού. Τελικά άκουσε καθαρά πως λεγόταν Κβασιορκόρ. Βρισκόταν κοντά στα σύνορα τής Ζουριλάντ και της Νουιλάντ, πέντε ώρες δρόμος δηλαδή.

Καθόταν ύστερα ανάμεσα στο παράθυρο τού τρένου και σ' έναν συνεπιβάτη κι όλο κοίταζε το χλωμό του πρόσωπο με τα μακριά μαλλιά πάνω στα κλειστά του μάτια. Σκανδαλιζόταν γιατί ο νέος είχε το πρόσωπο γυρισμένο προς αυτήν κι όπως ο φωτισμός άλλαζε μέσα στα τουνέλια, έτσι άλλαζε και το ύφος τού προσώπου του. Μια σαν κοιμισμένο παιδί, μια σαν πεινασμένος άντρας, μια τής φαινόταν πως σηκώνεται, μια πως είναι πολύ κοντά της. Περισσότερο ντράπηκε όταν ο ξένος, βλέποντάς την να τρέμει από αιδώ, της πρόσφερε το κόκκινο μακρύ, τεράστιο κασκόλ του για να ζεσταθεί. Μα ήταν τόσον το πάθος! Και η υπόσχεση στο γέρο κατρουλή; Θα την περίμενε αυτός, θα ένιωθε σπουδαίος κερδίζοντάς την.

Ναι αλλά πέντε ώρες εκεί, με τον ερωτολήπτη νεαρό, θα ήταν σίγουρα αρκετές για να την πείσουν να συνεχίσει το ταξίδι πέραν τού σταθμού τού Κβασιορκόρ. Όχι, έπρεπε να συναντήσει τον γέρο, το δίχως άλλο. Με δυσκολία απομακρύνθηκε από εκείνο το σώμα στο οποίο κι η πλέον εγκρατής γεροντοκόρη δύσκολα θ' αντιστεκόταν. Έδεσε δυνατά τη μια άκρη τού κασκόλ στο πόμολο τής "ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ" και την άλλη άκρη σφιχτά στο δεξιό αστράγαλό της. Χάζεψε καμιά ώρα ακόμα το νεαρό που ακόμα άλλαζε πρόσωπα και ύφος. Απόλαυσε τη θωριά του από μακριά, μ' όλη της την ησυχία - το μήκος τού κασκόλ δεν της επέτρεπε να τρέξει πια κοντά του.

Μια ώρα πριν το Κβασιορκόρ, εκεί που σκεφτόταν πως πάει να τελειώσει η ζωή τής ηδονής, άνοιξε την πόρτα "ΚΙΝΔΥΝΟΣ" για να πηδήξει έξω. Ο νεαρός μεταλλάχτηκε ακαριαία και κει στη θέση του καθόταν ο γέρο κατρουλής που, μ' ένα τρομαγμένο νεύμα, την ικέτεψε να μην το κουνήσει ρούπι. Ούτε μια στιγμή αυτή δε σκέφτηκε να αλλάξει τα σχέδιά της. Λίγο την ένοιαζε αν μέσα στο βαγόνι ήταν ο γέρος ή ο νεαρός, η μυρωδιά από κάτουρο ή ο νεανικός ιδρώτας. Ο προορισμός της ήταν ομολογουμένως ο συγκεκριμένος ο σταθμός. Αυτός που τ' όνομά του δυσκολεύτηκε ν' ακούσει τόσες νύχτες. Αβέβαιη ήταν τώρα αν το όνομά του ήταν αυτό που θυμόταν...Κβασιορκέρ, -κορ;

Άνοιξε την πόρτα "ΚΙΝΔΥΝΟΣ" και κατέβηκε με το τρένο εν κινήσει, έτσι όπως ήταν, δεμένη από τον αστράγαλο με το μακρύ κασκόλ. Κάπου ένα τέταρτο μετά από αργό σύρσιμο στο έδαφος, έφτανε με το τρένο στο σταθμό τού προορισμού της. Σταμάτησε, ξεψυχώντας, δυο-τρία μέτρα μακριά από τα πόδια ενός μεσήλικα που μόλις πρόλαβε να τής προσφέρει τα απαραίτητα για να επανέλθει. Αυτά που είναι απαραίτητα για να επανέλθει μια γυναίκα στη ζωή μα πολύ λίγα για να την κρατήσουν για πολύ καιρό σ' αυτήν. Ήταν σαν τη φλόγα τής φωτιάς που, σβήνοντας, ξανανάβει λίγο κι ύστερα σβήνει οριστικά.