02 Δεκεμβρίου, 2013

Όμοια μαξιλάρια



Στο τραπέζι ήμουν χαμηλότερα από όλους, ώσπου έβαλα πάνω στο κάθισμά μου ένα μαξιλάρι. Ξανακάθισα. Ααα, έτσι ένιωσα τόσο καλά που ήμουν σαν όλους τους άλλους. Πειρασμός νέος: ψηλότερα από τους άλλους γίνεται; Μα βέβαια...Έβαλα ένα δεύτερο μαξιλάρι, ήμουν ξεκάθαρα πιο ψηλά από τους άλλους. Κι ένιωσα τόσο πιο καλά! Θέλω ακόμα πιο ψηλά, να δείξω σ' αυτούς τους αλαζόνες ότι μπορώ να τους ταπεινώσω!

Μαξιλάρι πάνω σε μαξιλάρι...παράξενο ύψος αυτό που σου δίνουν τα μαξιλάρια. Πάνω στα έξι-εφτά μαξιλάρια παλάντζαρα κι έπεσα κάτω, στα χαμηλά τών χαμηλών. Μα δεν είναι αυτό το ζήτημα. Το θέμα είναι: ποιο από όλα τα μαξιλάρια έφταιξε για το πέσιμό μου; Μοιάζανε όλα τόσο βολικά, όλα τόσο κατάλληλα γι' αυτό που τα χρησιμοποίησα.

Αλαζονεία



Η αλαζονεία, εάν δεν είναι έμφυτο ελάττωμα, τότε είναι ένας καλός τρόπος αυτοδιαφήμισης για ντίβες.

29 Νοεμβρίου, 2013

Στα δύσκολα, εσύ φάτα




Ρώτησα να μάθω
Αρώτηξα:
Πού είναι πιό ασφαλές
Να φυλάξω τα λεφτά μου
Όταν θα 'ρχότανε ο πόλεμος;

Σε κουτιά από τιτάνιο
Στο τούνελ τού Αγ. Γοτθάρδου
Κάτω απ' το στρώμα τής γιαγιάς
Στον τάφο τού προπάππου;

"Φάε τα, καλύτερα!" μου είπαν

Τόσα πολλά...Μα πώς;
Μια Μαζεράτι Μπιτούρμπο
Μιαν έσκορτ κάθε βράδυ
Μια λευκή, μια κινέζα, μια μαύρη
Μαγνητικό τομογράφο για το Νοσοκομείο να πάρω;

"Φάε τα, καλύτερα μωρέ!
Κι όταν σου λέω "φά' το"
Το εννοώ:
Στο στόμα σου χώστα, με δύναμη, βαθειά
Ώσπου να σου βγουν από τον πάτο!"


27 Νοεμβρίου, 2013

Τι θα πει "Ποιός είσαι; Δε σε ξέρω..."



Θα μπαινοβγαίνουμε στο σπίτι τού γεροπαράξενου από την πόρτα, από τα παράθυρα...απ' όπου βρίσκουμε τρύπα που να χωράμε να περάσουμε. Μια εγώ, μια εσύ. Θα πλησιάζουμε το γερόντιο και θα τού λέμε, εκεί που θα κάθεται μονάχο:

- Ρε παππού, τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα; Τι; ...Τι με κοιτάς έτσι; Τι θα πει "Ποιος είσαι; Δε σε ξέρω..."; Έλα να σε πάω για ύπνο. Έλα να σε πάει στο κρεββάτι σου ο ανηψιός σου, το καλό παιδί, ο γιός τής αδρεφής σου. Άσε την πλάκα τώρα "Δεν έχω αδρεφή, ήμουν μοναχοπαίδι"! Εξυπνάδες πάλι...Ξέχασες τον παππού μου; Λοιπόν, ο παππούς μου είχε δυο παιδιά, παππού: εσένα και τη μάνα μου. Τη μάνα σου τη θυμάσαι; Πάει καλά, δεν είναι και τόσο τρομερό να μη θυμάσαι καλά τους γονείς σου. Έχουν πεθάνει άλλωστε από καιρό. Πιό χοντρό θα ήταν να μη θυμάσαι την αδρεφή σου. Ναι...κι εκείνη "έφυγε" πρόσφατα, βέεεεβαια. Ναι, θλιβερή περίπτωση...ιατρικό λάθος. Πόσο υπέφερα! Κι ακόμα υποφέρω...Κι έχω κι εσένα που όλο ξεχνάς αυτά που σου λέω πως έχω τραβήξει!



Τη μια φορά θα του τα λέω εγώ, την άλλη θα τού τα επαναλαμβάνεις εσύ:

- Ρε παππού, ακόμα ξύπνιος είσαι; Έλα να σε πάω για ύπνο εγώ, ο καλός σου ο ανηψιός...Να δούμε τι θα θυμηθούμε κι απόψε από τα παλιά. Πιο πολύ εσύ, δηλαδή...Εγώ τα θυμάμαι. Να δούμε τι θυμάσαι. Κι αν μου πεις πάλι από κείνα τα τρελά σου, ότι τάχα ήσουνα μοναχοπαίδι, πως ταξίδευες στη θάλασσα τόσα χρόνια και δε σε θυμάται πια κανένας, θα γελάσουμε πάλι. Είναι ποτέ δυνατόν, υπάρχει άνθρωπος που να μην τονε θυμάται κανένας;