14 Ιανουαρίου, 2024

ΕΧΟΥΝ ΔΙΚΙΟ


Έχουνε δίκιο, ναι είναι αλήθεια

Λένε πως είναι χιλιοειπωμένα όλα όσα γράφεις και μας λες και τραγουδάς

Ιστορίες για μοναχικούς ήρωες, μωρές παρθένες μα και γυναίκες του τμήματος ηθών

Λίγο μυστήριο ποτέ δεν λείπει ούτε όμως φτάνει τώρα για να μας ξαφνιάσει

Συγκινήσεις χτίζεις με τα στιχάκια που δάκρυα στα μάτια δεν μας φέρνουν πια

Ιστορίες για πολεμιστές πάνω σε κάστρα, όμορφες πριγκίπισσες και σαλόνια αχανή

 

Μοιάζουν όλα αυτά να κλαίνε, να ξεθωριάζουν, να περιμένουν πότε θα ξεχαστούν

Οι αγάπες περιμένουν νέα ζευγάρια, όνειρα άλλα που δεν μπορείς εσύ να φανταστείς

Γύρισε πίσω στον δικό σου κόσμο, στο πρώτο αυτοκίνητο και στα κορίτσια που σε κοιτούσαν ντροπαλά

Στους παλιούς σου φίλους, στους παλιούς εχθρούς σου

Αναμνήσεις όλα… όλα φωτογραφίες μιας ηλιόλουστης παλιάς αυλής. 

19 Νοεμβρίου, 2023

Μπουρού

 

Μπουρού

 

Είναι όπως όταν κάποιος αναγκάζεται να θορυβεί, για να γίνεται αισθητή και καταγράψιμη η ήρεμη παρουσία του. Ένας προσποιητός βήχας, ένα δήθεν μελωδικό σφυριγματάκι, ένα σύρσιμο επίπλων, μοιάζει με το θόρυβο που "αποκοιμίζει" την προσοχή τού δεσμοφύλακα ούτως ώστε να μην ακούγεται το πριόνισμα τών καγκέλων...το σκάψιμο τού σαθρού τοίχου.

 

Καμιά φορά, βέβαια, οι θόρυβοι αυτοί μοιάζουν τόσο ένοχοι, ίσως πιο ένοχοι από αυτό που θέλουν να κρύψουν. Ίσως ο θόρυβος κάνει τον πόλεμο πιο τρομερό...πιθανόν ένας βουβός πόλεμος να μη φοβίζει κανέναν. Ίσως το αυτί δεν ήταν ποτέ (τουλάχιστον πρωτίστως) όργανο συνεννόησης ή μουσικής απόλαυσης.

 

Ένα αισθητήριο κινδύνου, ένας σπινθήρας που πυροδοτεί το φόβο, ένα απαραίτητο εργαλείο για να γεννηθεί η αίσθηση τού πανικού, είναι μάλλον το αυτί. Κινείται η αγέλη έτσι, το πλήθος το βάζει στα πόδια, όταν αρχίζει να "φωνάζει" η μπουρού.

10 Οκτωβρίου, 2023

Γιώργος και Αντώνης

 

Τα μοιράζονταν σχεδόν όλα ο Γιώργος κι ο Αντώνης. Όλα εκτός από ένα διαμέρισμα, ένα σερβίτσιο πιάτα και μια σειρά έπιπλα. Περνούσαν πολλές ώρες ο ένας στο διαμέρισμα του άλλου ξοδεύοντας αμέριμνοι αγκαλιές. Ο Γιώργος όταν αναφερόταν στον εαυτό του τον αποκαλούσε "Γεωργία" και ήταν πολύ περήφανος όποτε τον αποκαλούσε έτσι κι ο Αντώνης.

 

"Μπορεί να γνωρίζει κι άλλους άντρες αλλά μόνο εμένα καταχώρησε στην ατζέντα του ως θηλυκό: Γεωργία".

Ήταν η άμυνά του του αυτή όταν τον κυρίευαν οι αμφιβολίες σχετικά με τα αισθήματα τού Αντώνη. Έβλεπε τότε τα όνειρά τους να γκρεμίζονται όλα μαζί: Το δάνειο που ήθελαν να πάρουν για να ζήσουν επιτέλους κάτω από μια στέγη, η αγορά των οικοσυσκευών που δε γινόταν, η γνωριμία των συμπεθέρων που πήγαινε από αναβολή σε αναβολή...

 

Αναρωτιόταν ο Γιώργος τι να φταίει που δε θα ζούσε ποτέ με το ταίρι του. Στους μοναχικούς περιπάτους του καθόταν στα παγκάκια χαζεύοντας τα "κανονικά" ζευγάρια -πώς να τα διαχωρίσει από τη δική τους περίπτωση; Άλλη λέξη δεν έβρισκε- να περπατάνε χέρι χέρι, να σταματάνε για ν ‘αγκαλιαστούν κι ύστερα πάλι να συνεχίζουν το δρόμο τους στεφανωμένα μ' εκείνη τη λαμπερή μωβ αύρα που μόνο εκείνος μπορούσε να δει με τα μεγάλα καστανοπράσινα μάτια του. Λίγο ζήλευε και λίγο σκανδαλιζόταν, γύριζε αλλού το βλέμμα δαγκώνοντας τα χείλη του, ίσιωνε την κυρτωμένη του ράχη και συνέχιζε το άσκοπο περπάτημα με τις στάσεις μπροστά στις βιτρίνες.

 

Ο Αντώνης δούλευε στο κομμωτήριο και συνήθως δεν είχε πολύ χρόνο για να σκεφτεί την ονειρεμένη σχέση, την τακτοποίηση, τα δάνεια, το σπιτικό με μια...εντελώς αδελφή, ένα gay, με τα λόγια θα παίζουμε;

Έτσι τού είχε πει: "Δεν είμαι σίγουρος για μας, Γεωργία. Μπορεί να βρω μεθαύριο μια κανονική σχέση, μια σχέση με μια γυναίκα, δεν ξέρω αν μπορώ να μείνω σε μια σχέση σαν τη δική μας για πολύ καιρό. Γιώργο, δεν είμαι ομοφυλόφιλος εγώ...μ' εμάς έτυχε επειδή είσαι τόσο όμορφος και σαγηνευτικός, ζωγραφίζεις τόσο όμορφα, έχεις το χάρισμα, δεν μπορώ παρά να σε θαυμάζω. Αλλά...".

 

Πόσο πολλά ήταν εκείνα τα "αλλά" του Αντώνη που άφηναν τον Γιώργο ξεκρέμαστο, να περνάει τις ώρες του μ' ένα χαρτί μπροστά του προσπαθώντας να ζωγραφίσει κάτι ή να γράψει μια μικρή ιστορία από εκείνες που τόσο αγαπούσε να γράφει. Έγραφε και όμορφες ιστοριούλες ή πάλι κανένα ποιηματάκι σαν εκείνα του Sandro Penna που είχαν επιτυχία όταν τα απήγγελε στην παρέα τους κι όλοι ήξεραν ότι κάθε στίχος μιλάει για τον Αντώνη.

 

Ο Αντώνης πάλι ούτε ένα στιχάκι δεν είχε αφιερώσει ποτέ στον Γιώργο που είχε διαβάσει και ξαναδιαβάσει τα ποιήματά του και τα έβρισκε κάθε φορά "πιό υπέροχα!" από τις άλλες φορές.

Καμμιά φορά, διαβάζοντας μερικές αράδες του Αντώνη, ένιωθε τέτοια ευχαρίστηση που έπαιρνε βαθιά εισπνοή σηκώνοντας τούς τεράστιους ώμους του, έκλεινε τα μάτια κι επαναλάμβανε τους στίχους.

 

Με το πέρασμα τού χρόνου ο Γιώργος άρχισε να φτωχαίνει από ιδέες κι έβλεπε πως ο καιρός περνούσε, εκείνος δεν έγραφε πιά ούτε κανένα σκόρπιο στιχάκι για να το προσφέρει στο ταίρι του.

Συνέχιζε τις βόλτες του, συνήθως στο Θησείο, καθόταν στο τοιχάκι κοντά στο σταθμό τού ηλεκτρικού και παρατηρούσε τον υπόλοιπο κόσμο. Χαμογελούσε ασυναίσθητα όταν η ματιά του έπεφτε πάνω σε καμμιά μαθήτρια που έτρεχε γελώντας προς κάποιο νεαρό κι ύστερα οι δυο τους απομακρύνονταν μέσα στην οικεία πιά σ' αυτόν μωβ αίγλη, που άλλοτε γινόταν κόκκινη φωτιά κι άλλοτε κατάλευκο φως.

 

Καταχνιά και ερημιά γίνονταν όλα τότε. Θυμόταν, από τη Ρουμάνα μητέρα του, τη λέξη για την "καταχνιά της ψυχής": Pustiu.

"Πούστης και pustiu..." έλεγε μέσα του.

 

Ήταν σε κάποιον από αυτούς τους περιπάτους που, βήμα-βήμα, δρόμο με δρόμο, δάκρυ στο δάκρυ, μια μέρα σκόνταψε στην πραγματικότητα που του έλεγε σκληρά μα και ρομαντικά πως τα χρώματα της αγάπης, οι μωβ αύρες της, οι στίχοι της κι οι αγκαλιές της, δεν ήταν μοιρασμένες ομοιόμορφα σε όλους κι ίσως εκείνος να έμενε για πάντα ένας θεατής τους.

Ένας θεατής μονάχος σε έναν άδειο κινηματογράφο, βλέποντας ένα φιλμ όπου ό,τι πιό όμορφο υπάρχει στη ζωή παίζεται ανάμεσα σε ένα δυνατό άντρα που γελά γοητευτικά και μια νεαρά που κλαίει με το όμορφο πρόσωπο της χωμένο ανάμεσα σε δυο μαξιλάρια.