Το γαργοϋλικό τέρας που τόσο καιρό διατηρούσα στην ζωή δίνοντάς του να φάει σιχαμένα αποφάγια, όταν με έβλεπε γρύλιζε τρυφερά, λες και με ευχαριστούσε. Ένα χαμόγελο σαν αυτό τών επαιτών και δυο υγρά μάτια στρέφονταν προς εμένα.
Ανταπέδιδα έναν απαξιωτικό μορφασμό... Μία των ημερών πηγαίνοντας για την τροφοδοσία του, δεν βρήκα εκεί το τέρας. Παρόλο που η συνήθης δυσοσμία του δεν ήταν πια παρούσα, υπήρχε η αίσθηση πως κάτι ζούσε εκεί μέσα...θόρυβοι, ψίθυροι και ένα φως που έτρεμε.
Ψάχνοντας βρήκα ένα ανθρωπάριο παχουλό και κοντό με όψη βρέφους που χαμογελούσε με δυο δοντάκια να ανατέλουν...ένα πρόσωπο σαν αυγή. Του χαμογέλασα από καρδίας και εκείνο δεν άλλαξε όψη: γελαστό ήταν, γελαστό παρέμεινε. Σκέφτηκα πως σε ένα τέτοιο αγγελούδι άξιζε ένα πολύ καλύτερο πιάτο με γευστική και υγιεινή τροφή.
Γύρισα στο σπίτι και επέστρεψα με δύο πιάτα γεμάτα λειχουδιές και φρούτα διαίτης. Έφαγε αχόρταγα και κάθησε στο πάτωμα. Έπαιζε και το έβλεπα από πίσω μέχρι που γύρισε το κεφάλι του προς εμένα. Το κοίταξα με τρυφερότητα, χαμογέλασα πατρικά. Εκείνο γρύλισε και μου χαμογέλασε με ένα χαμόγελο σαν αυτό των επαιτών και δυο υγρά μάτια.