04 Μαρτίου, 2010
Από μικρός φαινόμουνα...
Ήταν πριν 35-40 χρόνια περίπου που μερικά παιδιά, μαθητές των τελευταίων τάξεων του γυμνασίου τότε, εκστασιάζονταν με αυτό το τραγούδι. Ήταν ο ύμνος τους...Από την άλλη πλευρά ήμασταν εμείς, τα μαγκάκια της πορδής, που τους θεωρούσαμε ρηχούς και ανόητους, κατάπτυστους γιατί ενώ εμείς εντρυφούσαμε στους Doors, τον Hendrix, τον Clapton, εκείνοι "αποχαυνώνονταν" με τον J. Brown, τη Donna Summer, τις Baccara, τους Boney M.
Αυτό λοιπόν το τραγούδι με το "get uppah!" ήταν κι ο λόγος που τους αποκαλούσαμε υποτιμητικά "γκεράπες, γκηράπηδες, γκεραπάδες κ.α.". Εμείς ήμασταν οι "ροκάδες, ροκάκιες, ροκατζήδες" κι αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Και από οικονομικής πλευράς σημαντικό: εμείς οι ροκάδες έπρεπε να ζητάμε από το μπαμπά λεφτά για να αγοράζουμε Levis, Wrangler παντελόνια και κανένα πουκάμισο με κουμπάκια στο γιακά.
Αργότερα το ροκ ντύσιμο περιέλαβε και τα Lacoste, τα Fred Perry ...No problem, ο μπαμπάς πλήρωνε, το ροκ διαφημίστηκε, μερικοί πέσανε στην πρέζα, μερικοί πλουτίσανε με μεταφράσεις των ροκ τραγουδιών και μερικοί/ες χάρη στο ροκ "βρήκαν και γκόμενα/ο" - πιθανόν χωρίς αυτό να μην έβρισκαν ποτέ. Και τώρα;
Τώρα ... "I' d love to change the world...", ακούω και πάω κάτι να θυμηθώ...αλλά μου βγαίνει η Cosmote και κουνάω το κεφάλι, όπως κάνουν όλοι οι γέροι άλλωστε...πριν πούνε: "Νεανικές τρέλες!".
03 Μαρτίου, 2010
Η κ. Μ. κι ο κόσμος της
Παράξενη η δεξίωση, φίλοι μου, που με κάλεσαν να πάω εκείνο το βράδυ. Όλος ο κόσμος τη ντάμα μου κοιτούσε με θαυμασμό πολύ ενώ σ' εμένα σουφρώνανε όλοι τα μούτρα περιφρονητικά. Φορούσε εκείνη τη φούστα τη στενή και αιωρήσεις ξετσίπωτες έκανε με τους γοφούς της σάμπως ζητώντας γελαδάρη στιβαρό, από το βούνευρό του να χτυπηθεί.
Έριχνε το βλέμμα της τριγύρω, κερνώντας φαντασίες κάθε αρσενικό. Τ' άρωμά της ξεπηδούσε από το πρόστυχο μπούστο της, τρέλαινε τις κιθάρες κι εκείνες ανάβλυζαν τραγούδια που κι εμένα θα κάναν ποιητή. Μα αντί για σκέψεις ποιητή είχα στο σακάτη το νου μου στραγγαλισμού εργαλείο φτιαγμένο από χορδές κιθάρας mi, la, re, sol, si.
Ό,τι είν' όμορφο πες το "κακό" κι ό,τι άσχημο είναι "πρόστυχο" πες το. Τρεις σιτεμένες δίπλα μου είχαν κιόλας από τη ζήλια τους ζαλιστεί και μια παρέα από άντρες σαν άξεστοι μεθύστακες τη φανταζόντουσαν σχεδόν γυμνή. Ο σερβιτόρος την είχε περίτεχνα ζωγραφίσει σ' έναν τοίχο με χρώμα άλικο, σαν παρμένο από αίμα γουρουνιού. Έπειτα μου 'παν πως ο άμοιρος ξετρελάθηκε απ' το έργο του κι έτσι έφτασε λίγο πιό ύστερα στο φονικό.
Στο τέλος της νύχτας ούτε μια λέξη δεν είχε βγει από το μαβί στόμα της όπως συνήθως γίνεται όταν ξέρεις μόνο στίχους και όμορφα λόγια να λες. Συνέχισα να ψάχνω στο τραπέζι της συνάντησης πειστήρια όπως κάνουν οι άφρονες που ενθύμια κυνηγούν. Πρέπει να ρουφάμε την όμορφη στιγμή για να γεμίζει ο νους μας από ωραίες εικόνες όταν η στιγμή θα 'χει πιά χαθεί.
Η κ.Μ. όπως τη φωνάζουν οι φίλοι της, όλοι κύριοι τού καλού τού κόσμου, καθόταν απέναντί μου ως το πρωί, χλωμή και σιωπηλή, πίσω απ' τα μακριά της κατάμαυρα μαλλιά. Αγέρωχη στην καρέκλα της είχε σφιχτά στερεωθεί με κιθάρας χορδές, τεντωμένες και κοφτερές. Από το λαιμό και τους καρπούς της στο πάτωμα έσταζε κόκκινο υγρό με χρώμα άλικο σαν απ' το αίμα του γουρουνιού.
Έπειτα τρεις γυαλιστερές μαύρες κιθάρες ήρθαν κοντά μας μεσ' το ακριβό ρεστοράν και παίζαν πίσω από την κυρία Μ. μια μελωδία παλιά, της νιότης μου, νοσταλγική. Είχαν οι κιθάρες μόνο από μιά χορδή, τη μι καντίνι, και λίγα λόγια παθιασμένα συνοδεύαν, λόγια ρομάντζου, γλυκά γαλλικά :
C'est une chanson qui nous ressemble / Toi tu m'aimais, moi je t'aimais
Et nous vivions, tous deux ensemble / Toi qui m'aimais, moi qui t'aimais.
Έριχνε το βλέμμα της τριγύρω, κερνώντας φαντασίες κάθε αρσενικό. Τ' άρωμά της ξεπηδούσε από το πρόστυχο μπούστο της, τρέλαινε τις κιθάρες κι εκείνες ανάβλυζαν τραγούδια που κι εμένα θα κάναν ποιητή. Μα αντί για σκέψεις ποιητή είχα στο σακάτη το νου μου στραγγαλισμού εργαλείο φτιαγμένο από χορδές κιθάρας mi, la, re, sol, si.
Ό,τι είν' όμορφο πες το "κακό" κι ό,τι άσχημο είναι "πρόστυχο" πες το. Τρεις σιτεμένες δίπλα μου είχαν κιόλας από τη ζήλια τους ζαλιστεί και μια παρέα από άντρες σαν άξεστοι μεθύστακες τη φανταζόντουσαν σχεδόν γυμνή. Ο σερβιτόρος την είχε περίτεχνα ζωγραφίσει σ' έναν τοίχο με χρώμα άλικο, σαν παρμένο από αίμα γουρουνιού. Έπειτα μου 'παν πως ο άμοιρος ξετρελάθηκε απ' το έργο του κι έτσι έφτασε λίγο πιό ύστερα στο φονικό.
Στο τέλος της νύχτας ούτε μια λέξη δεν είχε βγει από το μαβί στόμα της όπως συνήθως γίνεται όταν ξέρεις μόνο στίχους και όμορφα λόγια να λες. Συνέχισα να ψάχνω στο τραπέζι της συνάντησης πειστήρια όπως κάνουν οι άφρονες που ενθύμια κυνηγούν. Πρέπει να ρουφάμε την όμορφη στιγμή για να γεμίζει ο νους μας από ωραίες εικόνες όταν η στιγμή θα 'χει πιά χαθεί.
Η κ.Μ. όπως τη φωνάζουν οι φίλοι της, όλοι κύριοι τού καλού τού κόσμου, καθόταν απέναντί μου ως το πρωί, χλωμή και σιωπηλή, πίσω απ' τα μακριά της κατάμαυρα μαλλιά. Αγέρωχη στην καρέκλα της είχε σφιχτά στερεωθεί με κιθάρας χορδές, τεντωμένες και κοφτερές. Από το λαιμό και τους καρπούς της στο πάτωμα έσταζε κόκκινο υγρό με χρώμα άλικο σαν απ' το αίμα του γουρουνιού.
Έπειτα τρεις γυαλιστερές μαύρες κιθάρες ήρθαν κοντά μας μεσ' το ακριβό ρεστοράν και παίζαν πίσω από την κυρία Μ. μια μελωδία παλιά, της νιότης μου, νοσταλγική. Είχαν οι κιθάρες μόνο από μιά χορδή, τη μι καντίνι, και λίγα λόγια παθιασμένα συνοδεύαν, λόγια ρομάντζου, γλυκά γαλλικά :
C'est une chanson qui nous ressemble / Toi tu m'aimais, moi je t'aimais
Et nous vivions, tous deux ensemble / Toi qui m'aimais, moi qui t'aimais.
02 Μαρτίου, 2010
Κάτσε ρε φίλε!
Κάτσε ρε φίλε!
"Τι φταίω εγώ να πληρώνω για την κρίση; Εγώ τα έφαγα τα λεφτά; Να τα πάρουν από τα λαμόγια που κάνανε τις απάτες!", φωνάζεις.
Κάτσε ρε φίλε!
Εσύ δεν έφαγες τίποτα;;; Εσύ δεν ψήφισες τα "λαμόγια" και σε αντάλλαγμα ζήτησες μιά-δυό θέσεις στο Δημόσιο για σένα ή το παιδάκι σου ή τα ανήψια σου;
Το 1 εκατομμύριο άχρηστοι δημόσιοι υπάλληλοι x 14 μισθούς έκαστος , δεν είναι κι αυτά "κλεμμένα λεφτά";
Κάτσε ρε φίλε!
Τόσα μπόρεσες, τόσα έφαγες...Μέχρι εκεί έφτανες.
Κάτσε ρε φίλε!
Πιό πολύ με στενοχωρούν οι "διανοούμενοί" σου, οι "άνθρωποι του πνεύματος" που άλλος λόγω άνοιας, άλλος από άγνοια, άλλος γιά να φανεί καλός (και εννοώ τους Θεοδωράκη, Γαβρά, Φασιανό κ.λπ.) τα βάλανε με τους Ευρωπαίους και τους τα είπανε χύμα που δε σέβονται "τα φώτα που τους δώσαμε",
αντί να πούνε στο φακό:
"ΚΆΤΣΕ, ΡΕ ΦΊΛΕ ΈΛΛΗΝΑ!!!"
"Τι φταίω εγώ να πληρώνω για την κρίση; Εγώ τα έφαγα τα λεφτά; Να τα πάρουν από τα λαμόγια που κάνανε τις απάτες!", φωνάζεις.
Κάτσε ρε φίλε!
Εσύ δεν έφαγες τίποτα;;; Εσύ δεν ψήφισες τα "λαμόγια" και σε αντάλλαγμα ζήτησες μιά-δυό θέσεις στο Δημόσιο για σένα ή το παιδάκι σου ή τα ανήψια σου;
Το 1 εκατομμύριο άχρηστοι δημόσιοι υπάλληλοι x 14 μισθούς έκαστος , δεν είναι κι αυτά "κλεμμένα λεφτά";
Κάτσε ρε φίλε!
Τόσα μπόρεσες, τόσα έφαγες...Μέχρι εκεί έφτανες.
Κάτσε ρε φίλε!
Πιό πολύ με στενοχωρούν οι "διανοούμενοί" σου, οι "άνθρωποι του πνεύματος" που άλλος λόγω άνοιας, άλλος από άγνοια, άλλος γιά να φανεί καλός (και εννοώ τους Θεοδωράκη, Γαβρά, Φασιανό κ.λπ.) τα βάλανε με τους Ευρωπαίους και τους τα είπανε χύμα που δε σέβονται "τα φώτα που τους δώσαμε",
αντί να πούνε στο φακό:
"ΚΆΤΣΕ, ΡΕ ΦΊΛΕ ΈΛΛΗΝΑ!!!"
01 Μαρτίου, 2010
All of me
Armstrong was a major financial supporter of Martin Luther King Jr. and other civil rights activists. Armstrong mostly preferred to work quietly behind the scenes, not mixing his politics with his work as an entertainer.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)