29 Ιουνίου, 2011
Το θέμα ήταν...
Οι δυο εκείνες, περί ων ο λόγος, κατσαρίδες ήταν ενωμένες η μία στο πλευρό τής άλλης, σχεδόν σε μια σύνδεση πλάγιο-πλάγια θα λέγαμε. Πιο συγκεκριμένα: η μικρότερη από τις δυο ήταν με την κοιλιά της ενωμένη στη δεξιά μεριά τής ράχης τής λίγο μεγαλύτερής της αδελφής. Οπότε η μεγαλύτερη, εκ τών πραγμάτων, ήταν αναγκασμένη να κουβαλά την άλλη.
Η άλλη, μη κάνοντας κανένα κόπο όλη τη μέρα, είχε όλη την όρεξη να φλυαρεί και να ...εξηγεί πως αυτό που τους συμβαίνει δεν είναι δα και τόσο δραματικό. Εξάλλου συμβαίνει και στους ανθρώπους οι οποίοι, όπως είχε ακούσει, τους λένε Σιαμαίους τους κατ' αυτόν τον τρόπο διαπλεκόμενους ζώντες αδελφούς οργανισμούς.
"Το θέμα είναι πως είμαστε αηδιαστικές έτσι που είμαστε κολλημένες οι δυο μας. Στα μάτια τών άλλων τουλάχιστον..." είπε η κάτω κατσαρίδα παίρνοντας μια κλειστή στροφή ώστε να ταραχτεί αυτό το "παράσιτο" που κουβαλούσε από γεννησημιού της. Αυτό το παράσιτο που τρεφόταν χωρίς να τρώει, που μετακινιόταν χωρίς να κουνάει ένα πόδι. Ίσα ίσα, το ένα πόδι το κούναγε αλλά μονάχα αγορεύοντας, για να τονίσει τις φράσεις και να δώσει έμφαση στους συλλογισμούς της:
_ Αφού ξέρεις ότι δεν φταίει η σύνδεσή μας, δεν είναι αυτό που μας κάνει αηδιαστικές. Οι κατσαρίδες ήμασταν πάντα από τα πιο αηδιαστικά και μισητά έντομα, αδελφή. Σ' όλο τον πλανήτη, μόλις εμφανιστούμε, κάθε χέρι πιάνει μια παντόφλα ή ένα σπρέι κι αρχίζει το σαφάρι.
_Σύμφωνοι αλλά με σένα στην πλάτη είμαστε κι ένα τέρας εκτός από δυο κατσαρίδες. Έχεις δει πως κάνουν από τη σιχαμάρα τους όλοι, άνθρωποι και ζώα, όταν βλέπουν πως ούτε δυο αλλά ούτε μια είμαστε;
_Καλά...ας ήμασταν πεταλούδες και θα σου 'λεγα εγώ! Θα μας πιάναν με ευλάβεια μην τσαλακωθούν τα πολύχρωμα φτερά μας και θα μας είχαν όλη μας τη ζωή σε κανένα γυάλινο θερμοκήπιο με πολλά άνθη. Θα μας έδιναν βιταμίνες για να πετάμε πέρα-δώθε και θα μας δείχναν και στα παιδιά. Φλας, φωτό για βιβλία, ρεκόρ διάφορα...βιβλίο Γκίννες!
_Φαντάζομαι πως θα μας διασταύρωναν και με κανένα αισθησιακό, παρόμοιο... τέρας μήπως και πετύχουν τη δεκαοχτάποδη κατσαρίδα, σύμφωνα με το δικό σου σκεπτικό. Προς το παρόν το κύριο πρόβλημα είναι πως πρέπει να τρέξω εγώ για να σωθούμε ΕΜΕΙΣ, να ψάξω εγώ για να φάμε ΕΜΕΙΣ, να μένω συνέχεια μαζί σου, χωρίς προσωπική ζωή. Πάω για κατούρημα-κινούμαι εγώ, πας για κατούρημα-κινούμαι πάλι εγώ. Αν δεν βραχώ κιόλας!
...........................................................
Έχω ακούσει να λένε πως όταν δυο όντα είναι αναγκασμένα να ζουν μαζί, δεν πρέπει να γκρινιάζουνε γι αυτό. Μόνο γρουσουζιά τους φέρνει η γκρίνια. Πρέπει να μάθουν ποιό είναι το μέλλον τους και να μην το γρουσουζεύουν.
Αυτό, όπως λέει η ιστορία μας, έγινε τη μέρα εκείνη που η καλοζυγισμένη παντόφλα έφτασε και προσγειώθηκε ακριβώς πάνω στη μεγάλη κατσαρίδα που τα 'βαζε με τη μοίρα της. Την πλάκωσε, την έκανε κομματάκια με τέτοιο τρόπο ώστε να αποδεσμευθεί απ' αυτήν η μικρότερη κατσαρίδα και να αρχίσει, για πρώτη φορά στη ζωή της, να τρέχει για τη ζωή της.
Οι παντοφλιές συνέχιζαν να πέφτουν προς τη μεριά τής μικρής από τις Σιαμαίες που αγωνιζόταν να διαφύγει. Άτσαλο το τρέξιμό της, εύστοχες οι παντοφλιές...παρ' την κάτω κι αυτήν. Ξεψυχώντας γύρισε το κεφάλι προς τη μεγάλη της αδελφή και σαν να τής έκανε νόημα:
"Είδες που το πρόβλημα ήταν μόνο το ότι ήμασταν κατσαρίδες...και μόνη μου σαν έμεινα τίποτε δεν άλλαξε!".
28 Ιουνίου, 2011
One for the vine
Μια αφιέρωση.
Fifty thousand men were sent to do the will of one.
His claim was phrased quite simply, though he never voiced it loud,
I am he, the chosen one.
In his name they could slaughter, for his name they could die.
Though many there were believed in him, still more were sure he lied,
But they'll fight the battle on.
Then one whose faith had died
Fled back up the mountainside,
But before the top was made,
A misplaced footfall made him stray
From the path prepared for him.
Off of the mountain,
On to a wilderness of ice.
This unexpected vision made them stand and shake with fear,
But nothing was his fright compared with those who saw him appear.
Terror filled their minds with awe.
Simple were the folk who lived
Upon this frozen wave.
So not surprising was their thought,
This is he, God's chosen one,
Who's come to save us from
All our oppressors.
We shall be kings on this world.
Follow me!
I'll play the game you want me,
Until I find a way back home.
Follow me!
I give you strength inside you,
Courage to win your battles--
No, no, no, this can't go on,
This will be all that I fled from.
Let me rest for a while.
He walked into a valley,
All alone.
There he talked with water, and then with the vine.
They leave me no choice.
I must lead them to glory or most likely to death.
They travelled cross the plateau of ice, up to its edge.
Then they crossed a mountain range and saw the final plain.
Still he urged the people on.
Then, on a distant slope,
He observed one without hope
Flee back up the mountainside.
He thought he recognised him by his walk,
And by the way he fell,
And by the way he
Stood up, and vanished into air.
27 Ιουνίου, 2011
Σκέφτηκε
Σκέφτηκε πως αν είχε δεχτεί να κάνει εκείνη την περίφημη συζήτηση, εκείνη που θα έλυνε όλες τις παρεξηγήσεις...Ύστερα, αν στα όρια που του επέτρεπε η δουλειά του, έβρισκε το χρόνο για εκείνη τη συνάντηση. Σκέφτηκε...Αν μπορούσε κιόλας να αποφύγει κάτι κοινωνικές υποχρεώσεις που είχαν πια χρονίσει κι έπρεπε να διεκπεραιωθούν επειδή κάθε μέρα αναβάλλονταν... Αν δεν επρόκειτο να χάσει δυο ώρες στη διαδρομή, στο πήγαινε-έλα...Να μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη πως αυτά που θα ακούσει θα είναι η αλήθεια, ολόκληρη η αλήθεια...Θα προτιμούσε βέβαια εκείνη η συνάντηση να έμενε μυστική, να μην το μάθαινε όλος ο κόσμος. Σκέφτηκε...Αν υπήρχε ένα κατάλληλο μέρος για μια τόσο σοβαρή συζήτηση, με ησυχία και χωρίς διακοπές. Ευχής έργον βέβαια θα ήταν να ένιωθε κι ο ίδιος τόσο άνετα ώστε να εκφράσει ελεύθερα αυτό που ήθελε να πει. Σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε μέχρι που αργότερα θυμήθηκε πως με το πρόσωπο εκείνο μιλούσαν μια γλώσσα ο καθένας, μια γλώσσα διαφορετική από αυτήν του άλλου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)