08 Σεπτεμβρίου, 2011

Morris Albert



Morris Albert ο Βραζιλιάνος.

September morn







Αυτό που κάποτε

Υπάρχει ακόμη ποίηση; Την ποίηση μπορώ να την ορίσω μόνο έτσι: Κάτι που θυμίζει αυτό που κάποτε λέγαμε ποίηση. Την καλή ποίηση, πάλι, θα την όριζα σαν "κάτι που θυμίζει αυτό που κάποτε λέγαμε καλή ποίηση". Την κακή ποίηση δεν μπορώ να την ορίσω. Να πούμε γενικά για καλλιτεχνία; Έστω.

Πάντως μην το φέρουμε βαρέως. Για οτιδήποτε κι αν μιλήσουμε (οικογένεια, σχέσεις, συμπεριφορά) θα αναγκαστούμε να το ορίσουμε ως "κάτι που θυμίζει αυτό που λέγαμε κάποτε οικογένεια", "κάτι που θυμίζει αυτό που κάποτε λέγαμε αγάπη". Κι εδώ βλέπει κανείς την αξία τής προφορικής παράδοσης: μας εφοδιάζει με κάτι που θα πορευτεί στην ιστορία μαζί με τον άνθρωπο, όσο υπάρχει άνθρωπος.

Θυμόμαστε τον Τhomas Albert Sebeok (1920-2001) που ρωτήθηκε για τις δυνατότητες να σηματοδοτηθούν με διάφορα μέσα και να οριστούν οι επικίνδυνες (λόγω πυρηνικών καταλοίπων) περιοχές τής Γης, με τρόπο που να ειδοποιηθεί κι ο μελλοντικός άνθρωπος. Δεδομένου ότι η εκπομπή ραδιενέργειας συνεχίζεται ακόμα και μετά δέκα χιλιάδες χρόνια (χρόνος ημιζωής πολύ μεγάλος) πιθανόν οι γλώσσες που μιλιούνται σήμερα έως τότε να έχουν εξαφανιστεί/αντικατασταθεί από άλλες. Τα σύμβολά μας ίσως να χρειάζονται πολύπλοκους μεταφραστές χωρίς πάλι να μεταφράζονται. Δέστε κάτι απλό όπως ο Δίσκος τής Φαιστού...Ακόμα να ερμηνευθούν οι απεικονίσεις του!

Η λύση λοιπόν που πρότεινε ο φιλόσοφος/σημειολόγος ήταν εν ολίγοις: δημιουργείστε φορείς, ένα είδος σοφών, μια κάστα που θα κατασκευάζει (και θα κρατάει ζωντανές) νέες μυθολογίες, θρύλους, προκαταλήψεις. Αυτός είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να στείλουμε μηνύματα που θα φτάσουν στον άνθρωπο(;) που θα ζει στη Γη, δέκα χιλιάδες χρόνια από τώρα. 

07 Σεπτεμβρίου, 2011

Εφτά καμπάνες



Η Λευκή, μου 'λεγε ένας τρελός, κι ας σ' αγαπάει δεν το δείχνει - προσέχει μη και το αντιληφθεί κανείς. Ο κύριός της, έλεγε, είναι αυστηρός πολύ και τιμωρεί τής γυναικός του κάθε επίδοξο εραστή. Μα κι αν ακόμα δεν σου έχει περάσει από το νου δικιά σου να την κάνεις και τρελή ξοπίσω σου να τρέχει, πάλι θα πρέπει να προσέχεις. Δεν λογαριάζει ο άντρας της ποιος αγαπάει ποιον κι ούτε συγχωρεί τη συμβία του, όταν τελειώσει η Ιώβειός της υπομονή. Τιμωρεί, έλεγε ο παλαβός, και ερωμένη και εραστή.

Ο Κύριος αυτός δεν είναι σαν τους άλλους. Από το Θεό με σκοινί έχει πλαστεί ή, όπως καταλαβαίνεις, από το Θεό έχει πλεχτεί. Φτιαγμένος από κόμπους και θηλιές και ντυμένος στο μετάξι, τις ώρες του περνάει καθισμένος στην ταράτσα του, από μακριά κοιτάζοντας με προσοχή ποια από τις καρακάξες του μακριά πρώτη θα πετάξει. Μετρά την ώρα, τα πουλιά, κοιτάζει τις καμπάνες που 'χει κοντά του το καμπαναριό.

Εφτά είναι μέσα εκεί οι καμπάνες: η Μεγάλη, η Τιμωρία, η Αποστολική, η Ανατέλλουσα, η Μητέρα, η Καλοδεχούμενη κι η Αμόλυντη. Όλες χαρά φέρνουν στον Κύριο με το άκουσμά τους - Ντο, Ρε, Σολ, Λα και τι άλλο, ξέρω γω;! Όλες τού φέρνουν γαλήνη κι αναπαμό στην άρρωστη ψυχή. Εξόν από τη δεύτερη, την Τιμωρία, που ο ήχος της σημαίνει πως κάπου συντελέστηκεν η προδοσία. Πρέπει τότε τα ρούχα τα μεταξωτά να βγάλει, να λυθεί και μια θηλιά μονάχα ν' απομείνει: Αυτή που θα πνίξει τον άντρα που αγάπησε η Λευκή. 

Κλικ 22