30 Οκτωβρίου, 2011
29 Οκτωβρίου, 2011
Κιοτήδων φάρα, καταραμένη
Να θυμάται άραγε πόσες φορές έγλειψε εκεί όπου τώρα κατουράει;
Να καταλαβαίνει άραγε πως δεν κάνει επανάσταση -εξάλλου δεν θα έκανε ποτέ- απλά θυμώνει και ασχημονεί επειδή δεν τον μεταχειρίζονται όπως είχε κακομάθει; Του πήραν και το μέλλον τού παιδιού του!
Πόσα θέλει ένας Ριγολέττος για να πάει πάλι σπίτι του; Στο κάτω-κάτω τού έμεινε η επιλογή να αρχίσει πάλι από το μηδέν...
Κι ο αγανακτισμένος Ριγολέττος έχει το αντίτιμό του. Κι εγώ σε ξέρω πολύ καλά, σύντροφε Ριγολέττο, μικρή είναι η τιμή σου. Εγώ θα συμφωνούσα να σου δώσουν ένα γεμάτο πουγκί για να πας στο σπίτι σου, ξεχνώντας ακόμα και το παιδί σου.
Δεν το κάνω όμως γιατί ...είμαι αγανακτισμένος με την οργή σου. Όπως αγανακτισμένος ήμουν και με την ευφορία σου, δυο-τρία χρόνια πριν.
Συνέχισε, λοιπόν, να βρίζεις κι ας μη σε ακούει κανείς:
"Αυλικοί, κιοτήδων φάρα καταραμένη!"
28 Οκτωβρίου, 2011
Γεννηθήτω φως
Έλαμπαν...Πώς έλαμπαν! Για μένα ήταν κάτι το άφταστο. Μια ουτοπία μεγάλη ήταν να συγκριθώ με αυτούς. Ήσαν γίγαντες κι ήμουν νάνος. Τώρα θα με ρωτήσετε πώς από εκείνη την ευγένεια και την αρετή τής ταπεινοφροσύνης, κατρακύλισα σ' αυτή τη γλοιώδη αλαζονεία. Θα φανεί παράξενο πώς εκείνο το χαμηλωμένο κεφάλι σταμάτησε να κοιτά το έδαφος και πρότεινε με θράσος το πηγούνι του.
Όλη η μεταβολή συντελέστηκε μέσα σε μια στιγμή μονάχα: Έλαμψα...Αααχ, έλαμψα για μια στιγμή μονάχα αλλά εκείνη τη στιγμή έλαμψα πιο δυνατά από αυτούς. Μια φορά έλαμψα μέσα στη μισοσκότεινη ζωή μου αλλά έκρυψα τον ήλιο. Έπειτα έσβησα και πάλι αλλά είχα γευτεί "το θείον που δικαιούται ο άνθρωπος". Άλλος λίγο, άλλος πιο πολύ. Σημασία έχει να το γευτείς.
Αν μη τι άλλο, με αυτήν την εξέλιξη τών πραγμάτων, η ζωή μου απαλλάχτηκε από την κατηγορία τής ανώφελης ύπαρξης. Όταν το πρώτο επίτευγμα κατορθώνεται, μπορείς τότε να αρχίσεις τις φαντασιώσεις, όλο εκείνο το μεθύσι, το ντελίριο, την υπερφίαλη φιλοδοξία στην οποία παραδόθηκε ο Θεός όταν άρχισε να δημιουργεί το Σύμπαν.
26 Οκτωβρίου, 2011
25 Οκτωβρίου, 2011
Η αντιπαθής κυρία
Στεκόταν η κυρία μερικά μέτρα μακριά από τη βιτρίνα τού μικρού μαγαζιού με τα περίεργα εκτεθειμένα αντικείμενα, τα οποία κακολογούσε και γέλαγε μαζί τους. Έτσι έκανε κάθε φορά που περνούσε από το δρομάκι εκείνο. Αρκετά συχνά συνέχιζε να χλευάζει την πραμάτεια, ακόμα και παρόντος τού ιδιοκτήτη τού ταπεινού καταστήματος. Εκείνος την άκουγε μα, για πολύ καιρό, έκανε πως δεν την προσέχει.
Όσο εκείνος φαινόταν να μη δίνει σημασία τόσο η κυρία πήγαινε δειλά-δειλά πιο κοντά στη βιτρίνα και όλο και πιο ξεδιάντροπα κακολογούσε τα ξύλινα κουκλάκια, τα μικρά κάδρα, τα μουσικά κουτιά, τις ασημένιες αλυσίδες που ήταν εκεί στη βιτρίνα, όλα βαλμένα στη σειρά. Φτηνά τα έλεγε και άσχημα. Δυσφήμιση κανονική:
-Τι άνθρωπος πρέπει να είσαι συ για να πουλάς τέτοιες ασχήμιες; Αυτά που πουλάς δείχνουν πως μέσα σου έχεις κακιά ψυχή και μάλλον με τους ανθρώπους δεν έχεις πολλά νταραβέρια.
-Μαντάμ, από κει μακριά που στέκεσαι, σωστό συμπέρασμα νομίζεις πως θα βγάλεις; Ξέρεις τι λεπτοδουλειά έχει κάθε κομμάτι που βλέπεις εδώ πέρα; Ααααχ...
Ο μαγαζάτορας μετά από κάθε τέτοια στιχομυθία έτρεχε μέσα στο μαγαζί για να προλάβει να εξυπηρετήσει όλη την πελατεία που μαζευόταν στη διάρκεια τού καυγά. Να, ο ένας ήθελε το ξύλινο ξωτικό, άλλος το ρολόι με τους δείκτες που γυρίζουν ανάποδα, άλλος τη γραφομηχανή που άλλο πλήκτρο πατάς κι άλλο σου γράφει κ.ο.κ.
Όταν η κίνηση έδειχνε να "κάνει κοιλιά", ο έμπορος έβγαινε από το μαγαζί κι έβαζε τις φωνές στη γυναίκα που ήταν έξω:
-Φύγε πια από δω, διαβολογυναίκα...μου καταστρέφεις το μαγαζί. Μαζί μ' αυτό καταστρέφεις και το βιός μου. Ω, τι έπρεπε να βρεθεί μπροστά μου! Φυσικό είναι, βέβαια, ο κόσμος να φεύγει όταν ακούει τις συκοφαντίες σου και τις πιστεύει. Θύματα γίνονται στα ψέματά σου οι ανυποψίαστοι.
Τότε η γυναίκα έβαζε πιο δυνατά τις φωνές και πρόσβαλε, καταριόταν τον άτυχο τον καταστηματάρχη, δυσφήμιζε τα είδη που πουλούσε. Τότε ήταν που έτρεχε πάλι ο μαγαζάτορας να κάνει νέες πωλήσεις. Ο κόσμος μαζευόταν μέσα εκεί και κάτι θα αγόραζε... κάτι τις, έτσι, για να βγει κρατώντας ένα πακετάκι. Ένα πακετάκι που, βγαίνοντας από το μαγαζί, θα το κουνούσε επιδεικτικά κάτω από τα μούτρα τής μεσόκοπης, ξινής, αντιπαθητικής κυρίας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)