07 Ιουνίου, 2013

Προσεχώς



(Μονορούφι, με μια πρώτη ανάσα)
Στριμώχνονται και βρίζονται μπροστά σε πόρτες με κολλημένες ανακοινώσεις και χαρτιά, ΦΕΚ, ενημερώσεις για τις καινούργιες υπηρεσίες που θα τους παρέξουν προσεχώς. Τα πιο καλά γιατρικά θα γίνουν πιο φτηνά, θα εφεύρουν και πιο νέα που τα παίρνεις και ξεχνάς. Θάνατο δε θα θυμάσαι, νεκρό αδελφό θα λησμονάς. Να, βγάλαν ένα χάπι, λέει, που διατηρεί από τις αναμνήσεις μόνο τις καλές, ενώ από τις λύπες σε φυλάει σαν αγκαλιά. Σαν μητέρα ακριβώς και ακόμη πιο καλά...

(Μονορούφι, με μια δεύτερη ανάσα)
Κι έτσι, δεν ήταν δικό μου λάθος που άκουγα να μαλώνουν, να μιλούν ο ένας στον άλλο προσβλητικά "...Εγώ ήρθα πιο νωρίς κυρά μου"..."Άρρωστοι είμαστε όλοι για να βρισκόμαστε εδώ...". Και πλανάται μια ιδρωτίλα, μια μυρωδιά από φαγητό, τηγανητές πατάτες, ψάρια. Κλειδιά στο χέρι χτυπάνε δεύτερα λεπτά, δεύτερες ώρες, μήνες, χρόνια, δεύτερη ζωή. Χάντρες από κομπολόγια μετράνε τον καιρό ώσπου το φάρμακο να βγει...

(Αργά, λαχανιασμένα)
Καημένοι -κάποτε δυνατοί κι ωραίοι- φιλόσοφοι γιαλαντζί, ρήτορες αγοραίοι...Άντρες, γυναίκες, νέοι και γέροι, στρατός από φανατικούς λάτρεις τής Αλ-πρα-ζο-λάμ.



05 Ιουνίου, 2013

Η βιασύνη τής ζωής





Ζω τη ζωή μου στο μάξιμουμ, με χίλια 
Δεν ξαπλώνω ούτε στον οδοντογιατρό 
Βγάζω τα δόντια μου στα όρθια 
Ο πόνος δεν πρέπει να σε βλέπει καθιστό 
ή πρηνή 
Δε χρειάζεται και πολλή ξεκούραση 
η κούραση είναι ντροπή

Ζώντας έτσι, πλησιάζεις σύντομα στο τέλος 
Λες και βιάζεσαι να φύγεις...
Από δω, από κει, από παντού!
Ζώντας σε ψηλές ταχύτητες, ζώντας επικινδύνως, 
Ε;... Το ξέρω.

Μα το αργό, το αβίαστο και το νωχελικό 
έχουν νόημα μόνο σαν σαβουάρ βιβρ, σαν στυλ αριστοκρατικό
Αλλά πάλι...πλησιάζοντας στο τέλος, τι καλύτερο σου απομένει; 
Τι σου ταιριάζει πιο πολύ;

Όλο και πιο πολύ να ζω στο μάξιμουμ, 
να ζω με χίλια. 
Ούτε ξεκούραση
Όχι ανάπαυλα, διάλειμμα ούτε διακοπή.

03 Ιουνίου, 2013

Πενθών Αιγέας




"Ταξίδια", για μένα, ήταν εκείνα τα καράβια που παίρναν μαζί τους καθένα κι από ένα κομμάτι τού σώματός μου, ακρωτηριασμένο, τυλιγμένο σ' ένα μαντήλι κι εκτεθειμένο στη βροχή τού καταστρώματος, στην πηχτή ατμόσφαιρα που πλανάται πάνω από τη ρότα. Το κύμα που χτυπά στα πλευρά το πλοίο σπάει σε σταγόνες, γίνεται πρίσμα.

Ξέρω πως η εικόνα μου που φτάνει εκεί μακριά στον παρατηρητή, δείχνει ψεύτικες μορφές, ολόκληρο κουφάρι κατασκευάζει από ένα μονάχα απόκομμά μου. Και το κουφάρι μου διατυμπανίζει πως από μένα δεν έχει απομείνει ζωντανό τίποτα πια. Μέσα στο νερό, πίσω από την ομίχλη, κάτι πετούν οι ναύτες μέσα στη θάλασσα, κάτι πέφτει και χάνεται στο κύμα.

Όλα είναι θλίψη για όλους. Απορία και αμήχανη διάθεση νιώθω για λίγο. Για έναν Αιγέα που εκεί ψηλά πιστεύει πως χάθηκα και θρηνεί για το χαμό μου, τίποτε δε νιώθω. Τον βλέπω να πέφτει... Κολυμπάω αργά αργά, ώσπου να φτάσω κοντά του - χωρίς πολλή πολλή βιασύνη.