24 Δεκεμβρίου, 2009

Ο Κοχλίας

"Πρέπει να ξεφύγω, ν' αποδράσω...κάπου να κρυφτώ", συνήθιζε να λέει κοιτώντας με εναγωνίως σα να περίμενε από μένα τη λύση.

Θυμάμαι όλες τις στιχομυθίες και τους διαλόγους μας στους καθημερινούς περιπάτους σ' εκείνα τα επαρχιώτικα δρομάκια. Μετά από μήνες, κάποιος περαστικός θα μας πέρναγε για ένα αλλόκοτο ντουέττο, στο οποίο ο ένας παραληρεί κι ο άλλος προσπαθεί να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα.

Δεν μπορούσα τότε κι ούτε αργότερα μπόρεσα ποτέ να καταλάβω τι ήταν αυτό που τον έκανε να επαναλαμβάνει διαρκώς εκείνο το "Ποτέ δεν είναι αργά. Κάποτε, όμως, είναι το τέλος".
Τού έλεγα πως αυτό το ξέρουμε όλοι αλλά δεν πρέπει να στοιχειώνει την κάθε μας μέρα. Ξανάρχιζε τότε με την άλλη εμμονή του:

-Θα κοιμηθώ ποτέ; Πάνε δέκα χρόνια που πιά δεν κοιμάμαι...

-Θα περάσω το χέρι μου πάνω από τα βλέφαρά σου αργά κι αυτά θα κλείσουν.
Τι ψέματα που λέμε σ' αυτούς που πιό πολύ αγαπούμε!

-Ναι αλλά μετά θα ξυπνήσω πάλι,ε; Όλοι δε θα ξυπνήσουμε; Θέλω κάποτε να ξυπνήσω. Θα'ναι προς το καλύτερο σίγουρα. Είναι η κόλαση, γιά μένα,εδώ!

-Είναι η κόλαση αλλά θα έρθει και το τέλος της. Σκέψου κάτι ωραίο τώρα. Να, σκέψου το τελευταίο καλοκαίρι της Γης που θα 'ναι και το ομορφότερό της. Άσε τώρα τις σκέψεις σου να εξατμιστούν απ'το μυαλό σου. Μέσα σ' ένα τόσο όμορφο καλοκαίρι, πόσο γαλήνια το νερό θα αφήνει τις αλυκές!


Αυτή τη συζήτηση τήν κάναμε πολλές φορές και θα την κάναμε άλλες τόσες αν δεν ερχόταν εκείνη η μέρα που έκλεισε χτυπώντας την πόρτα πίσω του και βγήκε από το ψηλοτάβανο δωμάτιο μας. Άφησε τα πράγματά του τακτοποιημένα και τα ρούχα στα συρτάρια με τη ναφθαλίνη.

Αναρωτήθηκε, φεύγοντας, αν ήταν αρκετά αυτά που απέκτησε χωρίς μετά να τα χάσει. Αυτό είχε κάποια σημασία, φαίνεται, γι' αυτόν. Σημασία που ποτέ δεν μπόρεσα να συλλάβω με το νου μου. Η απάντηση πάντως ήταν θετική κι έτσι ακολούθησε το δρόμο προς τον Κοχλία. Έφτασε μπροστά στην είσοδό του και κοντοστάθηκε λίγα λεπτά. Ψηλάφησε με την παλάμη του τα τοιχώματά του κι η επαφή τον τρόμαξε λίγο.

"Που οδηγεί αυτός ο δρόμος;" μονολόγησε κι έκλεισε τα μάτια του. Έφερε στο νου του μιάν ανάμνηση από κάποια μεγάλη γιορτή, την εικόνα των χεριών του να απλώνονται προς ένα τεράστιο στήθος, ένα Πάσχα στο χωριό της μάνας του όπου ο Χριστός αναστήθηκε γιά χάρη του και μόνο - λαϊκή παράσταση...κάθε Κυριακή του Πάσχα.

Οι υπόλοιπες σκέψεις ήταν οι τυπικές εικόνες ευτυχίας. Κοινές για όλους μας...κόκκινα αυτοκινητάκια, μικροί Αη Βασίληδες, αυλές σχολείων, ένας γάμος, ένα ασήμαντο πτυχίο, η πρώτη του δουλειά, μια πτήση πριν την πτώση.

Η ώρα είχε περάσει, όμως. Η μητέρα του τον φίλησε στο μέτωπο κι ο πατέρας του τού χά'ι'δεψε τα μαλλιά παρακινώντας τον με ένα νεύμα να προχωρήσει μέσα στον Κοχλία.

Ο Κοχλίας...Ατέλειωτος λένε όλοι πως είναι ο Κοχλίας και σε ταξιδεύει μεσ' τον χρόνο. Εκεί λένε βρίσκεις ό,τι στερήθηκες σ' αυτόν τον κόσμο. Άλλοι πάλι λένε πως είναι ένα μέρος τόσο μεγάλο, αχανές, ώστε να χωράει όλα του κόσμου όσα τελειώνουν.

Paris Paris





I feel love, Paris Paris 
Love to love, Paris Paris 
Feelings so close to my heart 

Barman dans le shaker, d'abord de l'élégance 
Un trait de Sacré-Coeur et deux doight de Doisneau 
Une Piaf, quelques moineaux et Joséphine Baker... 

Là une de Prévert, mais sans raton-laveur 
Prenons un dernier verre pres Bateau lavoir 
Une Sinone de Beauvoir et deux singes en hiver... 
Last night was made for love 

Mettez trois notes de jazz dans un quatier latin 
Un menu sur l'ardoise un fond d'un bar-tabac 
Et la résille d'un bas sur un genou qu on croise 

Oh Baby, just take my frozen hands and hear me say 
Don't let me turn to sand and blow away 
Though this crowded desert called Paris 

I feel love, Paris Paris 
Love to love, Paris Paris 
Feelings so close to my heart 

Un zeste de Javanaise, un tour de 
Moulin Rouge et deux de Notre-Dame 
Nappé de macadam, décoré d'un chaland 
D'Anvers ou d'Amsterdam un canal, Arletty 

Oh Baby, just hold this lonely fan and hear him say 
Don't let me turn to sand and blow away 
Though this crowded desert called Paris 
Sans doute la seule femme qui pouvait dire 
"Paname" 

I feel love, Paris Paris 
Love to love, Paris Paris 
Feelings so close to my heart 

Mettez trois notes de jazz dans un quatier latin 
Un menu sur l'ardoise un fond d'un bar-tabac 
Et la résille d'un bas sur un genou qu on croise 

I feel love, Paris Paris 
Love to love, Paris Paris 
Feelings so close to my heart 

Saupoudrez, pour finir, de poussière du métro 
Mais n'en prenez pas trop, Paris perdrait son âme

21 Δεκεμβρίου, 2009

Καλοκαιρινές αποδράσεις

Αυτά τα πανάκριβα χάπια που του είχε πριν τρεις ώρες συστήσει ο ψυχίατρος και που με τόση λαχτάρα στην αρχή είχε αγοράσει από το φαρμακείο,τώρα τα έβλεπε και σκεφτόταν: "Μα αυτή είναι η σωτηρία μου; Θα μου διώξουν αυτά τη στενοχώρια; Δε θέλω πια να σκέφτομαι αυτά που πέρασα, να γίνομαι μίζερος, να με αποφεύγουν οι φίλοι μου και σιγά-σιγά να μένω όλο και πιό μόνος.Θέλω να σκεφτώ μια καλή μέρα, χωρίς στενοχώριες, μόνο ευχαρίστηση. Να τι χρειάζομαι, κάτι ευχάριστο."

Η έκφραση "κάτι ευχάριστο" ήταν πολύ αόριστη. "Διακοπές, ίσως. Γιατί να πρέπει όμως ντε και καλά να σηκωθώ να φύγω από δω, από την πόλη μου; Ή γιατί πρέπει πάλι φέτος να τη βγάλω εδώ με τις μπίρες και τα τσιγάρα;".
Έπιασε στα χέρια του ένα φυλλάδιο που του πάσαραν βιαστικά στο δρόμο εκεί που περπατούσε ιδρωμένος, επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Γεμάτο φωτογραφίες ήταν.
Α! Η λέξη-κλειδί : ΑΠΟΔΡΑΣΕΙΣ!

Άρχισε να ξεφυλλίζει αργά-αργά αυτό το φυλλάδιο με τις "αποδράσεις" στην Πάρο, τη Νάξο, τη Σαντορίνη, με τις ηλιοκαμένες καλλονές, τις πολύχρωμες μπάλες και τα φωταγωγημένα μπαρ με τα πυροτεχνήματα. Δέκα μέρες οχτακόσια ΕΥΡΩ με ημιδιατροφή. Τα ναύλα σας πληρωμένα (τα δικά σας και των δαιμόνων που κουβαλάτε ο καθένας σας).

"Ε! Κι αυτοί οι δαίμονές μου, που ησυχία δεν έχουν! Άφησα μερικούς στη Ρώμη, πρόπερσι. Επίσης και στο Παρίσι, πέρυσι, την «πόλη του φωτός". Ξεφορτώθηκα στο Σηκουάνα αρκετούς μπας και πνιγούνε και γλιτώσω από δαύτους. Έλα όμως που τους περισσότερους τους βρήκα μπροστά μου μόλις γύρισα φρέσκος-φρέσκος από την καλοκαιρινή μου άδεια!... Πω-πω! Ναύπλιο, Σάμος, Λήμνος. Ωραία, τα γύρισα αυτά. Πάλι όταν επέστρεψα, οι αναθεματισμένοι δαίμονες πάλι με κάνανε μαρτυρικά να περάσω. Λες κι είναι παιδάκια που χίλια χατίρια τους κάνεις αλλά αν τυχόν πας ν' ανάψεις ένα τσιγάρο, το κάνεις με χίλιες τύψεις γιατί τα πειράζει ο καπνός..."

Ασυναίσθητα στη μια παλάμη κρατούσε ένα ροζ χάπι και στη δεξιά παλάμη το ορθάνοιχτο φυλλάδιο.
Κάποια στιγμή, ίσως από τη ζέστη, τα μάτια του άρχισαν να κλείνουν σιγά-σιγά και το χέρι του έπεσε πάνω στα ψίχουλα που είχαν απομείνει από το μεσημεριανό του τοστ. Περνώντας οι ώρες, χωρίς να το καταλαβαίνει, άρχισε να κόβει σε χαρτάκια το φυλλάδιο -φτιάχνοντας χωνάκια- και να αδειάζει τα χαπάκια στο τραπέζι μπροστά του, μοιράζοντάς τα σε ισομερείς ποσότητες.

Είχε πια νυχτώσει,ξέχασε από πού είχε αρχίσει όλη αυτή η προεργασία και συνέχισε γεμίζοντας με χάπια τα καλοφτιαγμένα χωνάκια μέχρι που όλα ήταν πια στη θέση τους. Μάλιστα παράχωσε μηχανικά, μαζί με τα χάπια και κάτι απομεινάρια του τοστ.
Κι ύστερα τα απομεινάρια της ημέρας του.

Α! απόψε δεν θα την έβγαζε με μπίρες και με τσιγάρα.Θα ονειρευόταν όπως όλος ο κόσμος! Έστω και με χάπια...
Έλεγε πως θα έβρισκε μιαν άκρη με αυτά τα καινούργια που του πάσαραν πάλι σήμερα: χάπια και φωτογραφίες.

Το επόμενο πρωί, αφού ξύπνησε και ντύθηκε επιμελώς, βγήκε στο δρόμο για το γραφείο. Ένιωθε καλά, σχεδόν θαυμάσια. Ούτε καν την απόρριψη των φίλων σκεφτόταν ούτε το ότι συνέχιζε να είναι ένας μίζερος, ένας γρουσούζης τύπος.
Ένα πράγμα μόνο έκανε την ψυχή του κάθε τόσο να σκιρτά λυπημένη: Δεν έβρισκε πιά μέσα του πουθενά εκείνη τη λαχτάρα για φευγιό, αναχώρηση και...απόδραση.