03 Ιανουαρίου, 2010

Η συνήθεια του φιλιού


Φιλούσε εκείνα τα χείλη για ώρες και ώρες τις χειμωνιάτικες βραδιές. Τα φιλούσε από συνήθεια μα και για να μη χάσει τη συνήθεια τους. Δεν το έκανε τόσο σα συνταγή δοσμένη από μύστες του έρωτα όσο σαν πείραμα σε ένα ερωτικό εργαστήριο που φωτιζόταν από το φεγγάρι μοναχά. Φιλιά κι άλλα φιλιά...Φιλιά: το μόνο που ήξερε για αυτά ήταν αυτό που του είχε πει μια ερωτευμένη επαγγελματίας τού έρωτα : ξέρεις πως αυτό που αξίζει πιο πολύ σ' ένα φιλί είναι εκείνη η στιγμή που τα χείλη ξεκολλάνε αργά-αργά, όταν το ένα στόμα αφήνει τ' άλλο;

Δίπλα μου είναι ένα κρυστάλλινο ποτήρι που μου θυμίζει τη φωνή μιας mezzo soprano.Ρίχνω μέσα νωχελικά τη φωνή του τενόρου κι ο θόρυβος τού κρασιού που βρέχει το κρύσταλλο απλώνει πάνω στο δέρμα μου απαλά το τραγούδι που ερμήνευαν οι δύο τους ένα βράδυ πολύ μακριά από το εδώ και το τώρα:  "for you and I / have a guardian angel / our true love..."

Απόψε εδώ βρέχει δυνατά και είμαι βέβαιος πως θα βρέχει παντού και αύριο. Ο ουρανός μέσα στο καταχείμωνο φτύνει τις θεομηνίες του φέροντας εις πέρας το άχαρο καθήκον του. Μακριά, πολύ μακριά από μένα όμως, μπορώ να δω το τέλος της νεροποντής, εκεί που γέροι κάθονται γελαστοί και αναπολούν ρομάντζα και οδομαχίες εφήβων του έτους 2008, ιστορίες ανδραγαθιών στους δρόμους, ιστορίες ερώτων περασμένων, πτήσεων πάνω από τον Ατλαντικό-ποιος θα μπορούσε να μη νιώσει αγαλλίαση μ' όλα αυτά;

Όταν κάποιος ξαναρχίζει τη ζωή του ,ξαφνικά, περασμένα μεσάνυχτα με μια ειρωνεία για τα πάντα, κάνει μία μεγάλη αρχή. Είναι μια έκπληξη αυτή η αρχή κι η μια έκπληξη φέρνει την άλλη. Η πορεία του θα είναι ίδια με κείνη του Καζανόβα σ' ένα καρναβάλι και το θέατρό του η πλατεία του Αγ. Μάρκου με τις καρέκλες και τα τραπεζάκια των καφέ αναποδογυρισμένα από τα νερά που ανεβήκανε. Αν δειλιάσει και πάρει το δρόμο που οδηγεί στους έρωτες της Γένοβας κάνει τεράστιο λάθος. Ανακατεύει την τράπουλα των στιγμών του όπως ανακατεύει τις ερωμένες του. Στο τέλος καταλήγει πιθανότατα-ψευτοαλχημιστής- έγκλειστος στο κάστρο του Chillon.

Η βροχή συνεχίζεται και λίγες σταγόνες πέφτουν στα ποτήρια των καλεσμένων της δεξίωσης, ανακατεύονται με το ακριβό κρασί τους. Η ανήλικη προσκεκλημένη-διασκεδάστρια δε νοιάζεται και στην τεράστια ταράτσα ξεδιπλώνει το χορό της, φορώντας ψεύτικα βραχιόλια και σκουλαρίκια. Με τις κινήσεις της χαρίζει στη νύχτα της μεγάλης πόλης τη μεγαλύτερη αλήθεια των νυχτερινών ωρών: Τα βραχιόλια της που χτυπιούνται μεταξύ τους: Ding-dinga-li-nga…

Αν ξαναρχίσεις τη ζωή σου ξαφνικά μια νύχτα, μετά τα μεσάνυχτα, θυμήσου την ταράτσα εκείνη κι έχε δίπλα σου δύο κρυστάλλινα ποτήρια κι ένα γλυκό κρασί. Θα συναντήσεις κάποια που θα μοιάζει σ' εκείνη την νεαρή. Θα χορέψει για σένα ένα χορό-πρόταση γάμου εκεί, στην πλατεία του Αγ. Μάρκου. Αν τα νερά έχουν ανέβει, δέξου την πρόταση. Καλά τα μαντάτα. Θα μάθεις κι από πρώτο χέρι πως το πιο όμορφο μέρος του φιλιού είναι στο τέλος του, όταν τα δύο στόματα αφήνουν το ένα τ' άλλο, παίρνοντας ανάσα.

Κι αν η βροχή σας μουσκεύει, θυμήσου εμένα, κάπου μακριά θα δεις τον τόπο όπου τελειώνει η καταιγίδα. Μόνο που, αν δεν είσαι ανυπόμονος όπως ήμουν κάποτε εγώ, μπορεί να μη σε νοιάξει διόλου πότε θα σταματήσει η νεροποντή. Συνεχίστε τα φιλιά και μην αφήσετε ποτέ αυτή τη συνήθεια να χαθεί.

02 Ιανουαρίου, 2010

Αφορισμοί (τι είναι;)

Usually an aphorism is a concise statement containing a subjective truth or observation cleverly and pithily written. Aphorisms can be both prosaic or poetic, sometimes they have repeated words or phrases, and sometimes they have two parts that are of the same grammatical structure.

Ψυχή κρυμμένη στην παλάμη

Απόγευμα στους πολυσύχναστους δρόμους της παρακμής, συνήθειας μιάς πόλης του Σαρωνικού. Όλα εδώ παραλιακά ανάκατα εκτίθενται. Φτηνά όλα πουλιούνται. Τα τόξα από τη Σομαλία κι από το Μιλάνο οι τσάντες.
Οι πρώτες σταγόνες από το neon φως αναγγέλλουν πως τέλειωσε η μέρα κι ευθύς το βράδυ έρχεται με νέες αυταπάτες.
Το θέμα είναι με μας τι γίνεται, ευγενείς μου συμπολίτες και συμπαθείς κατά βάθος απατεώνες. Ζούμε στ'αλήθεια ή νιώθετε κι εσείς καμμιά φορά σαν να'στε αγάλματα κινούμενα, ντυμένα με λινά πανάκριβα κοστούμια κι απ'την κορφή ως τα νύχια με ακριβά αρώματα λουσμένα;

Άρχοντες στούς περιπάτους μας, αφήνουμε πίσω του  καθείς -σαν τού σαλιγκαριού το ίχνος- τις συζητήσεις τις μακριές, τις φράσεις πού γερνάνε, τα γέλια μας τα δυνατά, κι αισθήματα που ανάλαφρα για μακριά πετάνε.

Έγινε σιωπή...
Σταματήσατε γιά λίγο να μιλάτε ή έμαθα στην οχλαγωγία σας να κωφεύω; Σημασία έχει η ειλικρίνεια και απ' όλα το τιμιότερων πιστεύω είναι την αναχώρησή μου να ετοιμάζω από το μέρος που με μεγάλωσε και με κρατά χωρίς καμία στοργή ποτέ να μου 'χει δείξει, εξόν ετούτη τη ζεστή βροχή που άρχισε λυγερή πάνω μου να πέφτει γλυκιά, ανήλικη χαδιάρα.

Κάποιος περνάει πίσω μου και δίπλα μου αφήνει, σα βαλίτσα, ένα χαμηλόφωνο χαιρετισμό. Καθώς πρέπει εγώ: με ευγένεια υποκλίνομαι χωρίς βέβαιος να 'μαι...Τι άκουσα, τι μου 'πανε; Ήταν θερμό "εις το επανιδείν" αυτό πού άκουσα ή κρύο κι απότομο "αντίο";

Νομίζω πως κατάλαβα. Ποια η χρεία τού να ακούμε; Ό,τι κι αν πει κανείς λέγεται για να πέσει κάτω. Αυτιά πια δεν υπάρχουνε, μονάχα στόματα-πομποί κουράζουν το μυαλό μου.

Θόρυβος, βράδυ και βροχή. Όμορφες εικόνες! Άλλο ντεκόρ καλύτερο δε θα βρω να πλαισιώσει τη φυγή μου. Έτοιμος είμαι, αν και χωρίς αποσκευές. Φτάνει που στην παλάμη μου τη δεξιά, σφιχτά, κρατάω ακόμα την ψυχή μου.

01 Ιανουαρίου, 2010

Τα είδωλα πήραν αέρα

Αν τον καινούργιο χρόνο αλλάξουν τόσα πολλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι και ψύχραιμοι. Δε βλέπω όμως τέτοια προοπτική...Ήδη σήμερα, πρώτη μέρα του χρόνου, το πρωί με πήρε τηλέφωνο κάποιος φίλος και πανικόβλητος μου παραπονέθηκε ότι δεν έβλεπε πιά το είδωλό του μέσα στον καθρέφτη κι άρχισε να πιστεύει πως δεν υπάρχει ή έγινε βρυκόλαξ. Πάντως, και τίποτα απ' αυτά να μην είχε συμβεί, πως θα ξυριζόταν;
Κράτησα την ψυχραιμία μου ξέροντας πως και φέτος έχω ν' ακούσω βλακείες...Οπότε τον καθησύχασα και τον συμβούλεψα,εφ' όσον δεν βρίσκει το είδωλό του ΜΕΣΑ στον καθρέφτη, να κοιτάξει μήπως είναι χωμένο ΠΙΣΩ από τον καθρέφτη.
Όλοι οι κανόνες έχουν τις εξαιρέσεις τους και τα είδωλα σήμερα είναι δύσκολο να τα ελέγξεις. Έχουν πάρει πολύ αέρα.

Απρόβλεπτα Ευρήματα

Μετά την επιστροφή μου από τις καλοκαιρινές διακοπές,βράδια ολόκληρα, καθόμουν και κοιτούσα την απέναντί μου πολυκατοικία με απορημένα μάτια. Καθώς οι γνωστοί και φίλοι μου δεν είχαν επιστρέψει ακόμη, περνούσα τις βραδιές μου μόνος στο μπαλκόνι και δεν είχα τίποτα άλλο να κάνω παρά υποθέσεις περί του ποία μπορεί να είναι η εξήγηση του γεγονότος ότι δεν έβλεπα απέναντι κανέναν από τους ενοίκους που έμεναν εκεί. Ούτε ο μεσήλικας που έλυνε τα σταυρόλεξά του φαινόταν πια να σπάζει το κεφάλι του ούτε η νεαρά που πότιζε τις γλάστρες της επιμελώς έκανε πιά την εμφάνισή της. Ακόμη κι η γηραιά κυρία που χάζευε, παρέα με τις γάτες της,τα τηλεοπτικά προγράμματα μέχρι πρωίας δεν φαινόταν στον καναπέ της.

Ομαδική αποχώρηση; Στεγαστικά δάνεια που είχαν μείνει απλήρωτα;
Όχι, δεν έστεκαν όλα αυτά: από τα ανοιχτά μπαλκόνια μπορούσα να δω καθαρά την επίπλωση των διαμερισμάτων που ήταν ακριβώς όπως πριν τις καλοκαιρινές άδειες. Τα φώτα επίσης άναβαν τις συνήθεις ώρες.

Είχαμε φτάσει στον Οκτώβρη μήνα κι οι μόνες μου πληροφορίες έρχονταν από την αλλοδαπή καθαρίστρια της πολυκατοικίας η οποία συνέχιζε να προσφέρει τις υπηρεσίες της εκεί. Νεοεισελθούσα στη χώρα μας μιλούσε αξιολύπητα Ελληνικά.
-Συγνώμη ,κυρία, σας βλέπω τόσες μέρες να καθαρίζετε τα σπίτια κι ήθελα να σας ρωτήσω αν αυτοί που μένουν μέσα είναι εδώ κι αν είναι καλά.
-Καλά είναι, κύριος.Είναι όλη μέρα μέσα, συγγυρίζουν…ψάκνουν παλιά τους πράγγματα αυτοί.Πρέπει όλα κάνω εγγώ: κουρατσένιε, λουλούντια…

Πρέπει να ήταν η έβδομη φορά που ρώτησα εναγώνια για το καλώς έχειν των απέναντι όταν η καθαρίστρια -για να με καθησυχάσει- μού έφερε μια παλιά φωτογραφία που είχε βρει κατά τα συγυρίσματά της η γηραιά κυρία,όπως μου εξήγησε. Με ευχαριστούσε πολύ για το ενδιαφέρον μου και μου έστελνε μια παλιά φωτό στην οποία την είχαν απαθανατίσει καμιά  20ριά χρόνια πριν, σε κάποιο στιγμιότυπο με τις τότε γάτες της. Σκέφτηκα «και τότε το ίδιο άσχημη ήσουν ,κακομοίρα…». Πάντως ησύχασα και για μια βδομάδα τουλάχιστον γλίτωσε από μένα και η αλλοδαπή.

Επειδή όμως από τη φύση μου είμαι κολλημένος κι όταν μου μπει μια ιδέα  δε φεύγει εύκολα, άρχισα να τρώγομαι με το τι απέγινε ο κυρ-Σπαζοκεφαλιάς. Αχ μωρή κυρούλα, να μου έφερνες και κανένα σταυρόλεξο λυμένο από τα χεράκια του ,όπως έκανες και με τη φωτό της γηραιάς Γατομάνας…Να ησυχάσω κι από την έννοια μπας κι έπαθε τίποτα ο άνθρωπος και δε μου το λέτε!
Η κυρούλα φρόντισε, αφού δεν μπορούσε να με ικανοποιήσει με αυτό που ήθελα, να μου φέρει μια παραπλήσιας ηλικίας φωτό στην οποία ο σταυρολεξολάγνος...έλυνε γρίφους. Η καρδιά μου χτύπησε χαρούμενα. Ε,βέβαια, ο άνθρωπος μου έστελνε φωτό από τα παιδικάτα του με τα χαιρετίσματά του και την υπόσχεση πως όταν τελειώσουν όλα αυτά θα είμαστε πιο πολύ δεμένοι μεταξύ μας εμείς οι γείτονες.
Επανελήφθη βέβαια η ανεκδιήγητη συμπεριφορά μου που, αυτή τη φορά, αφορούσε την νεαρά με τα άνθη της (πιστέψτε με: καταντράπηκα γιατί η καθαρίστρια σίγουρα θα πίστεψε πως ήθελα καμιά φωτό τής κοπέλας σε στυλ Λολίτα)

Ουδέν πρόβλημα: την επόμενη μέρα κιόλας κρατούσα στα χέρια μου μια προ 5ετίας φωτογραφία στην οποία απαθανατιζόταν μια πολύ καλλίγραμμη κοπέλα,στη θάλασσα, με το μαγιό της- για να ακριβολογούμε με το κάτω μέρος του μπικίνι της. Έμοιαζε με τη…Λολίτα αλλά δεν ήταν αυτό το επιδιωκόμενο από μένα, πιστέψτε με!
«Πάρε κι αυτό να ησυχάσεις, κύριος» είπε η καχύποπτη ξένη μ’ ένα πονηρό χαμόγελο.
Πάντως ,λίγο με τις χάρες που πρόθυμα μού έκανε η καθαρίστρια, λίγο με τις ανησυχίες που τόσο εύκολα μού καθησύχαζε (έστω και παροδικά) κατάφερε να μού γίνει συμπαθέστατη. Αποτέλεσμα τούτου αλλά και της τσαπατσούλικης δουλειάς που έκανε η δικιά μου οικιακή βοηθός, ήταν να τής ζητήσω δειλά δειλά τής αλλοδαπής να γίνει και δική μου καθαρίστρια. Κι όχι μόνον! Σιγά-σιγά ανακάλυψα πως είχε το χάρισμα να διευθετεί τις υποθέσεις μου κατά τον λιγότερο αγχογόνο για μένα τρόπο: «Κύριος,τις φωτό που κρατάς όλη μέρα στα χερια σου τα τις βαλλω στο τοίχος απέναντι από τραπέζι σου, ε;»
Στο πι και φι κορνιζάρισε και κάρφωσε τις 3 πολύτιμες για μένα εικόνες στο καταλληλότερο σημείο. Κούνησα το κεφάλι μου επιδοκιμαστικά και έμεινα να τις κοιτώ με τις ώρες και να τις θαυμάζω κιόλας. Μπορώ να μη σας ντραπώ ,αφού πια με ξέρετε, και να εξομολογηθώ ότι ώρες-ώρες τα κάδρα αυτά για μένα έπαυαν να είναι απλά κάδρα. Ήταν κανονική παρέα για μένα. Έτσι όπως ο καιρός είχε αρχίσει να κρυώνει περιόρισα τις εξόδους μου στο μπαλκόνι και μετέφερα τις δραστηριότητες μου μέσα στο σπίτι, ως επί το πλείστον μέσα στο δωμάτιο που φιλοξενούσε τα κάδρα εκείνα.

Μια μέρα ζήτησα από την καλή μου και δαιμόνια υπηρετριούλα να κάνει άνω κάτω και τα τρία μου πατάρια και να ψάξει πολύ καλά να βρει και καμια δική μου παλιά φωτογραφία, καμιά δεκαριά καλές, να τις κορνιζάρει με το ίδιο ακριβώς ξύλο, σαν τις άλλες και να τις καρφώσει δίπλα -δίπλα. "Να βρεις το ίδιο ξύλο ακριβώς" της τόνισα: "καφέ σκούρο,σχεδόν μαύρο."
Καθώς όμως μου είχε κολλήσει η ιδέα ότι όλες οι κορνίζες έπρεπε να περιέχουν παρόμοια θέματα αποφάσισα να ανέβω ο ίδιος στα τρία πατάρια μου γιατι σίγουρα αυτηνής κάτι θα της διέφυγε. Σκάλιζα λοιπόν με τις ώρες τα παλιά αντικείμενα εκεί μέσα με αξιοθαύμαστο ζήλο. Κατέβαινα από κει πάνω μόνο όταν είχα αποκάμει κι έπεφτα να κοιμηθώ!

Ο χρόνος για μένα είχε συμπτυχθεί στις ώρες που ασκούσα αυτή την ιδιόμορφη αρχαιολογία."Τι ενδιαφέρουσες κρυψώνες που αφιερώνουμε στο πέρασμα του χρόνου!", σκεφτόμουν μια μέρα που κάποιος χτύπησε το κουδούνι και περιχαρής η -πλέον- οικονόμος μου, ανήγγειλε: «Ο κ. Κώστας, συνάντελφός σας. Έχει έρτει  5 φορές μέχρι τώρα να σάς ντει!!!»
«Ωχ! Πάλι …πες του πως δεν μπορώ, έχω δουλειά!» της είπα απότομα.
«Μα…ανησυχεί για σας. Έχει πολύ καιρό να σας ντει. Τι να του πω;»
«Εεε…δεν ξέρω είπα αδιάφορα. Πες του πως συγυρίζω. Ευχαριστώ που ήρθε αλλά τώρα δεν μπορώ. Δώσε του εκεί πέρα μια φωτογραφία μου και πές του ότι είναι δώρο από μένα με αγάπη και…θα τα πούμε κάποτε, άλλη φορά»
Ο Κώστας έφυγε μουρμουρίζοντας κάτι που μάλλον αφορούσε εμένα, μόνο που δε με ένοιαξε καθόλου. Ανακουφίστηκα κιόλας γιατί δεν είχα όρεξη να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Κατέβηκα από κει πάνω κρατώντας υπό μάλης μια 10ριά παλιές φωτογραφίες μου-τα ευρήματά μου.

Μετά πέντε μέρες ,προς το μεσημέρι έμπαινε στο σπίτι η κυρούλα μου, η κυρά μου και με προσοχή ακούμπησε μπροστά μου 10 μικρά καδράκια με τα πιο ευτυχισμένα στιγμιότυπα της ζωής μου…Τα τοποθέτησα προσεκτικά στους τοίχους ολόγυρά μου και τα θαύμασα.
Πόσες στιγμές ευτυχισμένες είχα περάσει…και πόσο ακόμα πιο όμορφες φαινόντουσαν κλεισμένες γύρω γύρω από εκείνο το σκούρο καφέ, σχεδόν μαύρο, ξύλο.
Πρέπει να ομολογήσω ότι, παρ' όλο που πιά όλοι οι γνωστοί μου βρίσκουν περίεργη τη συμπεριφορά μου,περνώ όλο τον ελεύθερο χρόνο μου ανάμεσα σ' εκείνα τα στιγμιότυπα τα οποία περιεργάζομαι συνέχεια ανακαλύπτοντας όλο και καινούργιες λεπτομέρειες που αρχικά μού είχαν διαφύγει: κάποιο πρόσωπο που έχω καρό να συναντήσω,μιά περίεργη γκριμάτσα, ένα γλυκό χαμόγελο.Κάθε άλλη δραστηριότητα μοιάζει να είναι ασήμαντη, ανιαρή και ενοχλητική.

Με αυτό το πνεύμα και για να μπορώ να αφοσιώνομαι απερίσπαστα σ' αυτή μου την ασχολία,απομάκρυνα και την οικονόμο μου,την τελευταία ουσιαστικά παρουσία που έδινε κάποια κάποια ζωή στο σπίτι φροντίζοντας τα στοιχειώδη. Έμαθα μάλιστα πως έπιασε δουλειά σε κάποιο άλλο σπίτι αφού ούτε εγω ούτε κι οι απέναντί μου τη χρειαζόμασταν πιά.