08 Ιανουαρίου, 2011

Κορίνα


Στάθηκε στη διασταύρωση σκεφτικός κοιτώντας αμήχανα δεξιά κι αριστερά. Ένιωθε παράξενα γιατί, για νιοστή μέρα στη σειρά, δεν μπορούσε να εξηγήσει την αίσθηση παντοδυναμίας  που τον κυρίευε χωρίς όμως αυτή να συνοδεύεται από τη συνηθισμένη σωματική ευεξία. Κάτι ξένο κινήθηκε μέσα του σαν χοντρό ψάρι κι ένα κύμα ναυτίας τού ήρθε κάτω από το στέρνο. Το απέδωσε στο απαίσιο φαγητό τής προηγούμενης βραδιάς αλλά αμέσως παραδέχτηκε πως η αιτία δεν μπορούσε να είναι αυτή.

Οι άνθρωποι γύρω του ψήλωσαν απότομα κι άρχισαν να τον κουτσομπολεύουν πάνω από το κεφάλι του. Μια γαλάζια γλίτσα  έτρεχε από το στόμα τους την ώρα που μιλούσαν κι έπεφτε στα ρούχα του. Ο άμοιρος προσπαθούσε να γλιτώσει τα ακάλυπτα μέρη του από τα εκκρίματά τους. Φαντάστηκε τον εαυτό του να σηκώνεται από τον χλοοτάπητα ενός γηπέδου στις κερκίδες τού οποίου όλοι τον γιούχαραν, χωρίς να ξέρει το γιατί. Ένιωσε όπως νιώθουν τα ποντίκια όταν στο τυφλό τρέξιμό τους, αντί για έξοδο, συναντούν έναν τοίχο που τους ματαιώνει τη φυγή. Κοίταξε βιαστικά γύρω του για να βρει τον πάγκο τής ομάδας του, το πιό φιλόξενο μέρος για έναν ποδοσφαιριστή όταν χτυπηθεί ή όταν ο όχλος τον περιλάβει με τα κέρματα και τους αναπτήρες.

Όταν τέλειωσε η πτώση τών αντικειμένων στην σύντομη φαντασίωση, εκείνος επέστρεψε στην ψυχική κατάσταση που βρισκόταν στην αρχή: μόνος, στατικός μα κι ασταθής ανάμεσα σε άλλους που ήταν ολόιδιοι μ' αυτόν και προσπαθούσαν πανικόβλητοι να τρέξουν δεξιά κι αριστερά για να ξεφύγουν - από τι;  Ένιωθε ακόμα τη ναυτία να ανακατεύει με την ουρά της το στομάχι του και στα αυτιά του άκουγε ένα τύμπανο να χτυπάει σε τρελό κρεσέντο. Θόρυβος σαν από μια μπάλα τού μπόουλινγκ στη δική της αποστολή: να ερημώσει το διάδρομο από τις άχρηστες κορίνες που ματαιόδοξες ορθώνουν το χαμηλό ανάστημά τους, ανήμπορες να ξεφύγουν, ακόμη κι όταν η βαριά μπάλα έχει ειδοποιήσει ότι είναι ήδη πολύ κοντά.


Giusto Pio - Battiato

06 Ιανουαρίου, 2011

Verra' la morte
















Θα 'ρθει ο θάνατος και θα 'χει τη ματιά σου
Αυτός ο θάνατος που ξοπίσω μας αγκομαχά
ξάγρυπνος από το πρωί ως το βράδυ
βύθιος κι υπόκωφος σαν ενοχή παλιά
μυστήρια εμμονή τού χρόνου
Μοιραία λάμψη θα 'ναι το δικό σου βλέμμα
κραυγή πνιγμένη και λυγμός
στης σιωπής τη σκιά κρυμμένος

Ο θάνατος σ' όλους χρωστάει μια ματιά
Για μένα όταν θα 'ρθει
θα έχει τα δικά σου μάτια
Θα είναι το τέλος μιας συνήθειας
η απουσία τής εικόνας σου απ' τον καθρέφτη
για χάρη θαμπού αεικίνητου ειδώλου
που αγωνίζεται να αναδυθεί

Θα 'ναι σαν να ακουμπάω το αυτί μου
λόγια ν' ακούσω από χείλη σφαλιστά
Δε θα υπάρχουν να ακουστούνε λέξεις
μονάχα εκείνη, η δική σου η ματιά
κι εγώ που γιορτάζοντας τον ερχομό σου
αργά θα βυθιστώ σε μία δίνη σιωπηλά


Το παραπάνω ποίημα (που ελεύθερα αποδόθηκε και τού αφαιρέθηκαν στίχοι) είναι μια εκδοχή/αυτοσχεδιασμός τού ποιήματος τού Παβέζε "Verra' la morte e avra' i tuoi occhi".

03 Ιανουαρίου, 2011

Η πιο σοφή επιλογή




Ευθύς ως άρχισε το όνειρο, είδα τον εαυτό μου σαν επιβάτη ρακένδυτο σε μισοδιαλυμένη άμαξα να προσπαθεί να ζεσταθεί με το αλκοόλ, σε δρόμο χιονισμένο που τον ξέστρωνε απ' την ασπράδα του ο δυνατός αέρας. Με όση δύναμη μού απέμενε, λέει, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, έφτιαξα σωρούς από τα ξύλα και τα κομμάτια τών τροχών στα οποία έβαλα φωτιά για να ζεσταθώ κι ανάμεσά τους αποκοιμήθηκα τουρτουρίζοντας.

Με αφύπνισαν ξαφνικά, τραβώντας με, πέντε-έξι όντα που είχαν το μισό μου ύψος. Οι σιωπηλοί κοντοί ανθρωπάκοι με οδήγησαν σε μέρος περιφραγμένο και σχημάτισαν μια κουστωδία γύρω μου ώσπου φτάσαμε όλοι μαζί σε διάδρομο φωτισμένο με νέον φως και κάδρα κρεμασμένα στους τραχείς τοίχους. Το μικροσκοπικό ανθρωπάκι που βάδιζε στα δεξιά μου, με αργές κινήσεις κι ύφος αυστηρό, μού επέστησε την προσοχή στις εικόνες δεξιά κι αριστερά  και έκανα αμέσως τη μαντεψιά πως στα κάδρα εικονίζονταν οι πρόγονοί μου.

Αριστερά και δεξιά στους τοίχους έβλεπα εικόνες αντρών και γυναικών που είχαν το πρόσωπό μου ολόιδιο, τα ίδια μάτια, τα ίδια χλωμά μάγουλα, το ίδιο αφηρημένο ύφος. Ο διάδρομος ήταν ατέλειωτος και τα πρόσωπα στα σκαλιστά κάδρα ήταν ίδια κι απαράλλαχτα μεταξύ τους. Παρ' όλα αυτά ο νάνος στα δεξιά μου μού τα έδειχνε ένα-ένα με ξεχωριστή έκφραση στο πρόσωπό του. Αυτόν που μόλις προσπεράσαμε τον έδειξε κάνοντας μικρές κυκλικές κινήσεις με το χεράκι του και με το ύφος του ήθελε να πει "σπουδαίος άνθρωπος, μεγάλος". Αντίθετα, λίγο πιό πέρα, το πλάσμα δίπλα μου φοβισμένο γουρλώνει τα μάτια του και δείχνει δειλά μιαν άλλη εικόνα, ανοίγει το βήμα πηδηχτά,  μού ζητά μάλλον να πιστέψω πως στην εικόνα εκείνη βρίσκονταν "άνθρωπος ανυπόφορος κι υπερβολικά σκληρός μα δίκαιος".

Καταλαβαίνοντας ο νάνος πως είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη μου, συνέχισε να μού δείχνει μιά τον πρόγονο που "καθόταν πάντα σκεπτικός", την άλλη εκείνον που "πίσω από το χρήμα έτρεχε μια ζωή". Ανάλογα είχε να μού εκμυστηρευτεί και για τις γυναικείες φιγούρες που προσπερνούσαμε: "Η  αγία αυτή γυναίκα", κατάλαβα πως ήθελε να πει πιθανόν  για κάποια από τις γυναίκες που πέρασαν τη ζωή τους με αυταπάρνηση, ενώ άλλοτε σούφρωνε τα μούτρα του, καθιστώντας ολοφάνερη την απαξίωσή του για κάποια άλλη κυρία. Ήταν αστείο το ότι, παρά την ομοιότητα όλων τών εικονιζομένων, είχα αρχίσει από μόνος μου να εκφέρω γνώμη για το ποιόν κάθε μιανού προγόνου. Αυτό στενοχώρησε την κουστωδία μου η οποία, υποθέτω, θα ένιωσε πως τής έπαιρνα τη δουλειά. Τι άλλο να είναι ικανοί να κάνουν ένα τσούρμο άθλιοι νάνοι;

Τι ανέμελο ζώον που ήμουν! Είχαμε διανύσει γύρω στα πεντακόσια μέτρα με την προσοχή μου στραμμένη στον ...ξεναγό που είχα στα δεξιά μου και δεν είχα παρατηρήσει πως η υπόλοιπη "συνοδεία" μου φρόντιζε να φτάνει -πριν από μένα- στο αμέσως επόμενο κάδρο για να τού ψιθυρίζει αδιάκριτα ποιός θα περνούσε από μπροστά του. Αυτό με αναστάτωσε και θέλησα να φύγω, να γυρίσω έξω -καλύτερα στα χιόνια.

Ο νάνος μου με ησύχασε, είδε την ταραχή μου και για πρώτη φορά άνοιξε το στόμα του λέγοντάς μου:
Πού πας;  Έξω χιονίζει, εσύ δεν έχεις πού να μείνεις κι εδώ ίσως να ξαναρθείς και πάλι... Μείνε εδώ, γνώρισε και δέξου την πορεία σου, μάθε από αυτήν, καυχήσου αν θες ή, αν προτιμάς, απολογήσου, σού επιτρέπεται εδώ να υποσχεθείς, να μετανιώσεις, να ορκιστείς, για μια φορά απερίσπαστος να κρίνεις τη ζωή σου. Όλοι οι σταθμοί τής ζωής σου είναι δω, κοίταξε τους τοίχους προσεκτικά...κάπου θα βρεις τη θέση για το πορτραίτο τής μορφής σου. Άλλος θα 'ρθεί μετά από σένα εδώ να κρίνει τη ζωή σου: Κοίτα πόσες άδειες θέσεις! Σκέψου καλά: τι θες να πει αυτός που, ύστερα από σένα κι εκείνος, τους πίνακες όλους όμοιους μεταξύ τους θα τους βρει.

"Την εικόνα μου όπως είμαι τώρα θα θελα εδώ πέρα εκτεθειμένη να κρεμάσω, χωρίς μετάνοιες, χωρίς κλάψες, χωρίς αποκαλύψεις" τού απάντησα. "Εκεί έξω όταν βγω σε τίποτα δε θα αλλάξω τη ζωή μου, μόνο με ασήμαντες ψευτιές, με τάχα και με δήθεν, με χίλια τάχα εμπόδια θα μάθω πάλι να πείθω τον εαυτό μου πως δε γινόταν πιό ενάρετος να γίνω ενώ ένας ακόμα ξιπασμένος στα μάτια τών άλλων θα 'μαι."

Έτσι, λέει τ' όνειρο, παρέμεινα εκεί για πάντα...Προτίμησα στον κρύο διάδρομο μια θέση οποιαδήποτε να εξασφαλίσω παρά να βγω έξω στην κρύα νύχτα να ψάχνω δρόμους γυρισμού.