30 Μαρτίου, 2011

Fred Bongusto



Ο Fred Bongusto (1935) δεν θεωρήθηκε ποτέ ένας από τους μείζονες Ιταλούς τραγουδιστές. Δεν προέρχεται από κάποια σχολή τών cantautori, δεν υπήρξε στρατευμένος στιχουργός, δεν πολυασχολήθηκε με τη μοναξιά και την επανάσταση. Επίσης δεν πειραματίστηκε ποτέ, δεν έκανε avant-garde music, progressive, alternative κ.λπ. 
Χα! Μα τι λέω;! Ο Fred θα γελούσε αν με άκουγε...Θα μού έλεγε "Ma vaaa...". Αντίθετα, μαζί με τον συνονόματό του Buscaglione, παρέμειναν φανατικοί θιασώτες του Αμερικάνικου ήχου και στίχου τού μεταπολέμου που άφησαν πίσω τους οι Αμερικάνοι. Τραγούδησε, ανενδοίαστα κι ανερυθρίαστα, "απλά" ερωτικά τραγούδια σε εποχές που η Ιταλία διέθετε, από άποψη φωνών, ό,τι καλύτερο πέρασε ποτέ από την υφήλιο (προσωπική μου γνώμη).

29 Μαρτίου, 2011

Υπερθέαμα



Οι ανόητοι πολίτες κοιτάζουν τα βεγγαλικά καθώς στέκονται σε μιας ταράτσας δίχως κάγκελα την άκρη. Τι όμορφα που είναι! Αχ! Πότε θα δουν τέτοια παράσταση ξανά, τόσα χρώματα και τέτοια φωταψία; Κοιτάζουν με τα στόματα ανοιχτά. Το βαθύ μπλε πυροτέχνημα, το κόκκινο το πιο ωραίο, να κι άλλο πανέμορφο, το πράσινο σαν το φωσφόρο! Αχ! Πότε πάλι θα ξαναδούν τέτοιο υπερθέαμα στην πόλη; Και να πιο άκρη στην ταράτσα πάνε, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλονε σιγά-σιγά. Να το μωβ, και το κίτρινο, το χρυσαφένιο το βεγγαλικό, να κι ένα ποτ πουρί από χρωματισμούς. Μη σπρώχνετε παιδιά, περάστε μπρος οι πιο κοντοί, γυναίκες και παιδάκια, προσοχή είπαμε, δεν έχει κάγκελα, κενό είναι από κάτω κι είμαστε ψηλά. Και τέλος να το πυροτέχνημα που στον ουρανό σχέδιο αξιοθαύμαστο, σαν άνθος σχηματίζει, έχει μέσα άσπρο με ροζ, φούξια και τυφλό λευκό, αλλάζει πορεία ξαφνικά και τινάζεται λοξά. Λοξά πέφτουν ένας-ένας στο γκρεμό κι οι θεατές που προλαβαίνουν αστραπιαία να σκεφτούν: Αχ! Πότε άραγε θα δουν ξανά τέτοιο υπερθέαμα στην πόλη; 

27 Μαρτίου, 2011

Το καπέλο τής Ελπίδας




Περπατούσα ώρες σε έρημο τοπίο με έδαφος σκεπασμένο από πέτρες πολυεδρικές με προεξοχές που σου τρυπούσανε το βλέμμα. Οδοιπόρους συνάντησα να περπατάνε κορδωτοί κι είχαν στο κεφάλι του καθείς κι από ένα αστείο καπέλο, πολύχρωμο με κορδέλες υφασμάτινες που μπλέκονταν στα πόδια τους. Και τότε εκείνοι πέφταν και πληγιάζαν τα γόνατά τους τόσο πολύ που μερικοί δε μπορούσαν πιά να προχωρήσουν. Σταματούσαν και με την κοιλιά τους προς τον ουρανό στραμμένη σωριάζονταν στο τραχύ έδαφος που τούς τραυμάτιζε και την πλάτη.

Έμεναν εκεί και, μ' ένα πικρό χαμόγελο, μερικοί από αυτούς γύριζαν το κεφάλι και ρωτούσαν τον πεσμένο διπλανό τους " Ήταν βαριά για σένανε η Ελπίδα σου; Βλέπω πως κάτω σ' έριξε σαν να μην άντεχες το βάρος της...".   Του απαντούσε ο άλλος " Ναι μωρέ, πολύ ψηλά σημάδεψα με το τόξο μα τούτο το καπέλο προς τα πίσω έγειρε τον κορμό μου, την ισορροπία μου έχασα και σωριάστηκα σα σακί γεμάτο χώμα".

_ Να ανταλλάζαμε καπέλα, λες...μήπως εσύ να άντεχες το βάρος τού δικού μου;

_ Και μήπως εσύ, καλύτερα από μένα να σημάδευες ψηλά χωρίς κατάχαμα να σωριαστείς αδέξια; Τι λες;

_ Γρήγορα να κάνουμε την ανταλλαγή, η κεφαλή μου δεν αντέχει πολύ χωρίς το καπέλο μιάς Ελπίδας, όσο βαρύ κι αν είναι αυτό!

_  Ναι, στο πι και φι να ανταλλάξουμε καπέλα...τουλάχιστον μπας και μπορέσουμε όρθιοι να σηκωθούμε.

_ Ευτελίστηκε η ελπίδα και το καπέλο, που αυτή μας αναγκάζει να φορούμε στο κεφάλι, μοιάζει γελοία, πλαστική περικεφαλαία που φορούν μικρά παιδάκια τον καρνάβαλο για να ντυθούνε Ρωμαίοι στρατιώτες.

_ Ναι, ευτελίστηκε η Ελπίδα...Ενώ το καπέλο της φορέσαμε για να ανεβούμε στα ψηλά, στο τέλος καταντήσαμε να προσδοκούμε από τη Χάρη της μονάχα στα πόδια μας να σταθούμε.

Παρ' όλα αυτά εγώ, που τη γελοιότητά τους από κοντά την έζησα και το ανώφελο τής συνήθειάς τους αντιλήφθηκα αμέσως, δεν μπόρεσα να κρατηθώ:
Ευθύς πήγα κι εγώ από πλανόδιο πωλητή ένα καπέλο Ελπίδας να προμηθευτώ κι αν και το πούλαγε ακριβά, για να αποφύγω τα ρεζιλίκια που είχα δει, αγόρασα και δεύτερο πιο πρόχειρο από το πρώτο. Συμβαίνει συχνά, ξέρετε, μόνη προσδοκία σου να είναι όρθιος πάλι να σταθείς στα πόδια σου πατώντας.

26 Μαρτίου, 2011

Πολιτισμικό επίπεδο



Το βρώμικο τούτο τοπίο, που αναπνέει ατμούς φορμόλης κι αλκόλ, κανένα μέρος τού οργανισμού μου δεν μπόρεσε να το ακολουθήσει. Ούτε σώμα ούτε ψυχή. Οι πλέον πολυσύχναστες από παράσιτα περιοχές τού παχέως εντέρου μου μού επέστησαν την προσοχή  στην ανθυγιεινή γειτνίασή μου με τον ομφαλό τής γης.

Φασισμός;  Όχι, τον απορρίπτω στο σύνολό του. Θρησκευτικό καθεστώς;  Όχι, έχει πολλά στολίδια χρυσαφιά κι εμένα μού ταιριάζουν τα λιτά ομοιόμορφα ρούχα τών αγροτών στούς ορυζώνες. Στρατιωτικά καθεστώτα;  Όχι, είναι συνήθως κατασκευασμένα σύμφωνα με τις προδιαγραφές τού πιό ηλιθίου από τούς δεκανείς.

Αναρωτιέμαι, τότε, κι εγώ ο ίδιος τι δουλειά έχουνε τα δύο χοντροκομμένα άρβυλα δίπλα στο κρεββάτι μου αντί για δυό αναπαυτικές παντόφλες. Σκηνοθετεί όποιος σκέφτεται και με ελάχιστες προσπάθειες βρίσκω το αποτέλεσμα ικανοποιητικό σε σχέση με την αισθητική μου:

Εξυψώνει το πολιτισμικό μου επίπεδο μια πορεία με χοντροκομμένα, άκαμπτα άρβυλα που περνώντας από τις βαλμένες στη σειρά καρδάρες, με δυνατές κλωτσιές χύνει τα γάλατα στο δρόμο. Και δίνει τόση ευχαρίστηση αυτό το πολύωρο σημειωτόν πάνω σ' εκείνο το -τόσο υποκριτικό- λευκό χρώμα που φοράει το γάλα!  

25 Μαρτίου, 2011

Ο Ζώρζος



Έκλεισε, λόγω χρεών λέει, το μαγαζί κι ήταν για όλους όσους δεν είχαν πατήσει εκεί ποτέ, τόσο απλό... Ποιός χρειαζόταν ένα τέτοιο μέρος; "Μα άντε τώρα, κάνε μας τη χάρη... με τις παρέες τών ανθρώπων που μαζεύονταν εκεί μέσα χωρίς σκοπό, χωρίς να μπορούν να πουν πως πάνε κάπου για ένα συγκεκριμένο λόγο εκτός από τη σηνήθεια...".

Εκεί μαζεύονταν ρεμάλια κι ακαμάτες που δεν τους ένοιαζε τίποτα χωρίς όμως αυτό να τους εξασφαλίζει και την ξενοιασιά. Για κάποιους ήταν μόνο ένα μέρος όπου μπορούσαν να συναντήσουν τον Ζώρζο, έναν τύπο που άλλοι θεωρούσαν γραφικό κι άλλοι σοφό συμβουλάτορα για κάθε λογής ζήτημα. Μα ποιός διάολος ήταν αυτός ο Ζώρζος;

Ο Ζώρζος ήταν ο ηλικιωμένος θαμώνας που έβαζε με το κιλό την Πίνο Σιλβέστρε κι όταν έμπαινε, αν δεν τον είχες δει, καταλάβαινες πως ήταν εκεί από τη μυρωδιά του και μόνο. Μια μυρωδιά που αλλοιωνόταν όταν είχε γίνει μούσκεμα από τη βροχή, πριν εμφανιστεί στο μπαρ κατά τις οχτώ για να πιεί δυο-τρεις μπίρες και να φύγει κατά τα μεσάνυχτα. Κάπνιζε μερικά τσιγάρα έχοντας το συνήθειο να τα βγάζει από το πακέτο που δεν έβγαζε ποτέ από την τσέπη του κι έτσι κανείς ποτέ δεν ήξερε τη μάρκα του. Υπήρχαν άλλοι που έλεγαν πως τα είχε χύμα στην τσέπη του όλα τα τσιγάρα.

Ο Ζώρζος, που πολλοί τον θεωρούσαν "καλλιτέχνη" εξ αιτίας τών διδακτικών ιστοριών που διηγιόταν ήταν κατά βάθος ένα τυπικό παράδειγμα ζωής "λίγο απ' όλα". Λίγο μποέμ, λίγο καθώς πρέπει, λίγο καλλιεργημένος, ήξερε να μεταμφιέζει την κακοκεφιά του σε στάση ζωής ακόμα και σε ιδεολόγημα. Εκδραμάτιση και υπερβολή, απόσταση από τους άλλους ανθρώπους τέτοια ώστε να τον κάνει να αυτοαποκαλείται "Συναισθηματικά αυτοεξόριστος" ήταν κάτι που, γνωρίζοντάς τον, ένιωθες πως ορίζει τις πράξεις του. Από την πιό ασήμαντη έως την πιό σημαντική.

Οποιοσδήποτε, με τέτοια χαρακτηριστικά, είναι φανερό πως θα σχοινοβατούσε ανάμεσα στο χαρισματικό και στο γελοίο. Εκείνος όμως διέθετε εκείνο το ιστορικό τής δυστυχίας που παρέπεμπε σε αριστοκρατικές φυσιογνωμίες τών βιβλίων τού 18ου αιώνα. Λέγαν πως είχε ζήσει γεγονότα τρομακτικά κι αυτό μόνο τον έκανε να "βλέπει τα πράγματα αλλιώς". Ίσως αυτό να συντελούσε στο σεβασμό και την αποδοχή που απολάμβανε εκεί μέσα. Με τον καιρό εκείνο το μπαρ είχε γίνει όλη του η ζωή.

Από τότε που μαθεύτηκε πως το μπαρ θα έκλεινε, ο Ζώρζος έγινε άλλος άνθρωπος. Άλλαξε ο χαρακτήρας του, δεν τον βαστούσαν πιά τα πόδια του, έπεσε στο κρεββάτι και δεν σηκωνόταν πια. Μετά από λίγες μέρες ανέβασε πυρετό κι είχε μεγάλη εξάντληση, αδικαιολόγητα κατά τους γιατρούς όπως ακριβώς συνέβαινε στα μυθιστορήματα εκείνα τού 18ου αιώνα με τις κορασίδες που μαράζωναν κι έλιωναν ανεξήγητα μέσα τα κρεββάτια τους. Για τον Ζώρζο βέβαια, όλοι οι άνθρωποί του, ξέρανε καλά γιατί συμβαίναν όλα αυτά. Έτσι, τούς φάνηκε καλή η ιδέα, πριν ο άνθρωπος αφήσει τον μάταιο αυτό κόσμο, να τού ψιθυρίσουνε στο αυτί πως τάχα τα χρέη τού μπαρ ρυθμίστηκαν και τις επόμενες μέρες επρόκειτο να λειτουργήσει πάλι.

Έτσι για πρώτη φορά, στο παρά 5" τής ζωής του, ο Ζώρζος ένιωσε την ανάγκη με τα αδύναμα μπράτσα του, να αγκαλιάσει τους τέσσερις πιό αγαπητούς του θαμώνες τού μπαρ με το ανακουφισμένο του πια χαμόγελο.