28 Οκτωβρίου, 2011

Γεννηθήτω φως






Έλαμπαν...Πώς  έλαμπαν! Για μένα ήταν κάτι το άφταστο. Μια ουτοπία μεγάλη ήταν να συγκριθώ με αυτούς. Ήσαν γίγαντες κι ήμουν νάνος. Τώρα θα με ρωτήσετε πώς από εκείνη την ευγένεια και την αρετή   τής ταπεινοφροσύνης, κατρακύλισα σ' αυτή τη γλοιώδη αλαζονεία. Θα φανεί παράξενο πώς εκείνο το χαμηλωμένο κεφάλι σταμάτησε να κοιτά το έδαφος και πρότεινε με θράσος το πηγούνι του.


Όλη η μεταβολή συντελέστηκε μέσα σε μια στιγμή μονάχα: Έλαμψα...Αααχ, έλαμψα για μια στιγμή μονάχα αλλά εκείνη τη στιγμή έλαμψα πιο δυνατά από αυτούς. Μια φορά έλαμψα μέσα στη μισοσκότεινη ζωή μου αλλά έκρυψα τον ήλιο. Έπειτα έσβησα και πάλι αλλά είχα γευτεί "το θείον που δικαιούται ο άνθρωπος". Άλλος λίγο, άλλος πιο πολύ. Σημασία έχει να το γευτείς.


Αν μη τι άλλο, με αυτήν την εξέλιξη τών πραγμάτων, η ζωή μου απαλλάχτηκε από την κατηγορία τής ανώφελης ύπαρξης. Όταν το πρώτο επίτευγμα κατορθώνεται, μπορείς τότε να αρχίσεις τις φαντασιώσεις, όλο εκείνο το μεθύσι, το ντελίριο, την υπερφίαλη φιλοδοξία στην οποία παραδόθηκε ο Θεός όταν άρχισε να δημιουργεί το Σύμπαν. 
  

26 Οκτωβρίου, 2011

25 Οκτωβρίου, 2011

Η αντιπαθής κυρία





Στεκόταν η κυρία μερικά μέτρα μακριά από τη βιτρίνα τού μικρού μαγαζιού με τα περίεργα εκτεθειμένα αντικείμενα, τα οποία κακολογούσε και γέλαγε μαζί τους. Έτσι έκανε κάθε φορά που περνούσε από το δρομάκι εκείνο. Αρκετά συχνά συνέχιζε να χλευάζει την πραμάτεια, ακόμα και παρόντος τού ιδιοκτήτη τού ταπεινού καταστήματος. Εκείνος την άκουγε μα, για πολύ καιρό, έκανε πως δεν την προσέχει.

Όσο εκείνος φαινόταν να μη δίνει σημασία τόσο η κυρία πήγαινε δειλά-δειλά πιο κοντά στη βιτρίνα και όλο και πιο ξεδιάντροπα κακολογούσε τα ξύλινα κουκλάκια, τα μικρά κάδρα, τα μουσικά κουτιά, τις ασημένιες αλυσίδες που ήταν εκεί στη βιτρίνα, όλα βαλμένα στη σειρά. Φτηνά τα έλεγε και άσχημα. Δυσφήμιση κανονική:

-Τι άνθρωπος πρέπει να είσαι συ για να πουλάς τέτοιες ασχήμιες; Αυτά που πουλάς δείχνουν πως μέσα σου έχεις κακιά ψυχή και μάλλον με τους ανθρώπους δεν έχεις πολλά νταραβέρια.

-Μαντάμ, από κει μακριά που στέκεσαι, σωστό συμπέρασμα νομίζεις πως θα βγάλεις; Ξέρεις τι λεπτοδουλειά έχει κάθε κομμάτι που βλέπεις εδώ πέρα; Ααααχ...

Ο μαγαζάτορας μετά από κάθε τέτοια στιχομυθία έτρεχε μέσα στο μαγαζί για να προλάβει να εξυπηρετήσει όλη την πελατεία που μαζευόταν  στη διάρκεια τού καυγά. Να, ο ένας ήθελε το ξύλινο ξωτικό, άλλος το ρολόι με τους δείκτες που γυρίζουν ανάποδα, άλλος τη γραφομηχανή που άλλο πλήκτρο πατάς κι άλλο σου γράφει κ.ο.κ.

Όταν η κίνηση έδειχνε να "κάνει κοιλιά", ο έμπορος έβγαινε από το μαγαζί κι έβαζε τις φωνές στη γυναίκα που ήταν έξω:

-Φύγε πια από δω, διαβολογυναίκα...μου καταστρέφεις το μαγαζί. Μαζί μ' αυτό καταστρέφεις και το βιός μου. Ω, τι έπρεπε να βρεθεί μπροστά μου! Φυσικό είναι, βέβαια, ο κόσμος να φεύγει όταν ακούει τις συκοφαντίες σου και τις πιστεύει. Θύματα γίνονται στα ψέματά σου οι ανυποψίαστοι.

Τότε η γυναίκα έβαζε πιο δυνατά τις φωνές και πρόσβαλε, καταριόταν τον άτυχο τον καταστηματάρχη, δυσφήμιζε τα είδη που πουλούσε. Τότε ήταν που έτρεχε πάλι ο μαγαζάτορας να κάνει νέες πωλήσεις. Ο κόσμος μαζευόταν μέσα εκεί και κάτι θα αγόραζε... κάτι τις, έτσι, για να βγει κρατώντας ένα πακετάκι. Ένα πακετάκι που, βγαίνοντας από το μαγαζί, θα το κουνούσε επιδεικτικά κάτω από τα μούτρα τής μεσόκοπης, ξινής, αντιπαθητικής κυρίας.


24 Οκτωβρίου, 2011

Το ρεμάλι



Όχι, δεν είναι ο έλληνας Χέλμουτ Μπέργκερ, ο έλληνας Αλαίν Ντελόν, ο έλληνας Ρούπερτ Έβερετ. Και  βέβαια δεν υπάρχει οδός "ΤΗΣ ΦΩΚΙΩΝΟΣ ΝΕΓΡΗ". Ήταν απλώς ο Άλκης Γιαννακάς στην καλτ ταινία "Το ρεμάλι τής Φωκίωνος Νέγρη".

23 Οκτωβρίου, 2011

Αγάπα με τρυφερά


Λοιπόν...έλεγε η γιαγιά της στο χωριό πως, όταν βραδιάζει κι είσαι μόνος σπίτι, δεν κάνει να σφυρίζεις. Να, είναι ένας πάρα πολύ αποτελεσματικός τρόπος να καλείς το διάολο, όταν δε θέλεις να τον βρεις μπροστά σου. Όταν τον θέλεις (και ποιός τον θέλει;) είναι πολύ δύσκολο να σε επισκεφτεί. "Δεν πρέπει να το ξεχνάει κανείς αυτό", έλεγε η γιαγιά της. Τώρα άμα σου ξεφύγει κι αφηρημένη σφυρίξεις, αμέσως πάρτο πίσω, ακύρωσέ το: σφύριξε ρουφώντας τον αέρα προς τα μέσα.

Ένα βράδυ, εκεί που σιδέρωνε με το ραδιόφωνο ανοιχτό, άρχισε να σφυρίζει - το ένα μετά το άλλο- κάτι τραγουδάκια τού Έλβις που της άρεσαν πολύ. Από κει και πέρα, όσο έπαιζε το ραδιόφωνο τόσο σφύριζε αυτή. Όταν πια το συνειδητοποίησε πως είχε βραδιάσει κι αυτή σφύριζε αρειμανίως, την έπιασε τρομάρα. Λες να είχε τρυπώσει ο διάολος και να στριφογύριζε μέσα στο σπίτι;

Έψαξε κάτω από το τραπέζι, εκεί που συνήθως διαισθανόταν πως κρύβεται κάτι κακό και παραμονεύει μόλις καθίσει εκείνη για να κοιτάξει ανάμεσα στα πόδια της, να δει το χρώμα τού βρακιού της. Ύστερα έλεγξε το μπάνιο γιατί κι εκεί -όχι σπάνια- είχε νιώσει πως κάτι κακό κρύβεται που τη βλέπει να κάνει μπάνιο, τη λιγουρεύεται και αυτοϊκανοποιείται. Δε βρήκε τίποτα όμως κι αφού κοίταξε και στον καναπέ και δε βρήκε παρά εκείνο το μαξιλάρι που σαν σάτυρος τρύπωνε μέσα στα απόκρυφά της, ησύχασε κι είπε σε ένα μισάωρο να πάει πια για ύπνο.

Νυσταγμένη μπήκε στην κρεβατοκάμαρα κι είδε ολοφώτεινο και στολισμένο, δυο μέτρα άντρα καθιστό, τον Έλβις να την περιμένει. "Δαίμονά μου αγαπημένε!", είπε και βούτηξε καταπάνω του. Μια ώρα μετά, ακόμα αναρωτιόταν τι στο διάολο εννοούσε η γιαγιά της όταν έλεγε "διάολος".