13 Ιανουαρίου, 2021

Βισκόντι - Καμύ

Ο Μερσώ του σινεμά, το τέκνο δηλαδή του Καμύ και του Βισκόντι είναι ένα πλάσμα προνομιούχο όσον αφορά την δυνατότητα να ζει χωρίς την αίσθηση τής συνέπειας των πράξεών του. Η δυστυχία  ΤΟΥ αλλά και όλων ΜΑΣ αρχίζει την στιγμή που με αφορμή ακόμη και μια απλή παράβαση του νόμου (μια κακή στιγμή, που λένε) ανασύρεται από δεκάδες ερμάρια ένα παρελθόν, ξεπηδούν δεκάδες φάκελοι (φακέλοι λεγόμενοι), υποφάκελοι, δηλώσεις κ.λπ. Και όλα συνδέονται χωρίς να καταλήγουν κάπου αλλά...συνδέονται, αποκτούν μια "λογική συνέχεια", 3 το λάδι, τρεις το ξύδι...

Σοφά ρωτά το δικαστήριο: Είχατε βάλει την μητέρα σας σε οίκο ευγηρίας;...Κλάψατε όταν η μητέρα σας απεβίωσε;...Αληθεύει ότι την επομένη πήγατε σινεμά να δείτε μια κωμωδία; ... Αληθεύει ότι την επόμενη εβδομάδα αρχίσατε να βγαίνετε με μια δεσποινίδα;

Ο Μερσώ απαντά χωρίς εκδραμάτιση και μονολεκτικά, λες και δεν ήξερε ποιά είναι αυτά που θα ελαφρύνουν την θέση του, ποιά είναι αυτά τα ψέματα που ένα δικαστήριο αρέσκεται να ακούει από έναν απελπισμένο, αποσβολωμένο κατηγορούμενο.

Λέει την αλήθεια όσον αφορά το έγκλημά του, το οποίο έχει σχεδόν ξεχαστεί κάτω από τις τόσες ενδείξεις ή αποδείξεις (ποιά η διαφορά!) πως πρόκειται για έναν αναίσθητο. Όπερ έδει δείξαι... Σαν να μην μπορεί άλλο να περιμένει την τιμωρία του, ομολογεί. Αργότερα εκτελείται. 

Λειτουργεί ακόμα μια φορά αριστουργηματικά το δίδυμο Βισκόντι-Μαστροιάννι σε ένα μυθιστόρημα, το "Ο ξένος".


 

30 Δεκεμβρίου, 2020

Βαγγελίστικα

 Ο μικρός Βαγγέλης από τα 3 του χρόνια περνούσε τις μέρες με τον πατέρα του, μιλώντας επί ώρες, μιλώντας επί μέρες, περνούσαν οι ηλικίες. Λόγια όλο και πιο μεγάλα, λόγια από συζητήσεις όλο και πιο θολές, λόγια και λέξεις ορθογραφίας, καλλιγραφία χωρίς φύλο. Πιπίλα που πέφτει και λέξεις. Νερά που καταβρέχουν, σύννεφα που περνούν πετώντας και πάλι λέξεις. Καβούρια στα βράχια, μεγεθυντικός φακός που καίει το χαρτί, Ντελ Πιέρο - Τζίμι Χέντριξ και λέξεις. Μια τόσο μεγάλη επιθυμία να γράφει αυτά που λέγονταν, όμως τί απροθυμία!

Κι έτσι τα λόγια του μοιάζαν νεολεξίες και είχαν κάτι πολύ χαρακτηριστικό. Ήταν αυτό που πολύ εύστοχα είχε παρατηρήσει κάποιος ή κάποια: "Άρχισες πάλι να μιλάς τα Βαγγελίστικα".




24 Δεκεμβρίου, 2020

20 Δεκεμβρίου, 2020

She closed her eyes

              She closed her eyes
                        (Chris Rea)


Έκλεισε τα μάτια για λίγο και όταν τα άνοιξε πάλι πρόσεξε μια επιγραφή στον απέναντι τοίχο..."φασίστες δε σας ξεχνάμαι". Σκέφτηκε πως μόνο όταν πεθαίνεις, μόνο τότε μπορεί να ξεχαστείς. Σουφρώνοντας τα φρύδια η κ. Ένγκλεντιν άρχισε να κοιτά τα αγόρια και τα κορίτσια που κρέμονταν από το μονόζυγο, στα 6-7 μέτρα μακριά της. Εστίαζε στις κοιλιές τους και φαντασίωσε, για λίγα λεπτά, πως τα προεφηβικά κορμιά ήταν γυμνά και ταλαντώνονταν, με τους άγουρους μύες τους να συσπώνται. Η τόση αθωότητα την πήγε πίσω. Πίσω στις μέρες της. Πίσω στα πρόσωπα που της δημιουργούσαν τα ίδια συναισθήματα.  

Ο Μιχάλης, ο Πελοποννήσιος με το αξάν τού Πύργου, βλάχος κανονικός μα τόσο τρυφερός μαζί της. Σκληρός με τους άλλους. Τα γαλάζια του μάτια και εκείνη η αθωότητά του να παρασυρθεί από την γυναίκα τού φίλου του ερωτικά...και εκείνη η ευκολία να δεχτεί να τον κάψουν τον σύζυγο ώστε να μην βρεθεί η σορός του...Πόσο γλυκός όμως!

Έπειτα ο Ευάγγελος, που είχε μάλιστα μοιραστεί το ίδιο κελί με τον Πελοποννήσιο για δυο χρόνια. Από τον Μιχάλη είχε γνωρίσει τον Ευάγγελο η Ένγκλεντιν και τα έφτιαξαν πίσω από την πλάτη του. Φρόντισε όμως να μην πληγωθεί κανείς. Τις άδειες που έπαιρναν οι δύο φυλακόβιοι άνδρες, τις περνούσαν με την Ένγκλεντιν αμφότεροι ο είς εν αγνοία τού άλλου.

Η καϋμένη άκουγε με διαφορετική περιγραφή τα συμβάντα τής φυλακής, τής Ακτίνας Ά, τού κελιού τάδε. Ο Ευάγγελος είχε να το λέει πως το δικό του κακούργημα ήταν ...ευγενέστερο από τού Μιχάλη που "είχε λερώσει τα χέρια του με αίμα"

Θυμήθηκε ακόμα δύο συντρόφους που την είχαν σαγηνεύσει πριν χρόνια (οι ψυχαναλυτές έλεγαν πάντα πως οι εγκληματικοί τύποι γοητεύουν τα άτομα τού αντίθετου φύλου από το δικό τους). Άρχισε να κοιτάζει τα παιδιά τής παιδικής χαράς που είχαν πια λιγοστέψει. Αθώα και χαμογελαστά πρόσωπα μπορούσε να δει όχι όμως προς αυτήν.

Ο τοίχος πάλι τράβηξε την προσοχή της και η ανορθογραφία "...δεν σας ξεχνάμαι" την έκανε να νιώσει μάταια όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω της. Τάξη και λαγνεία χρειαζόταν η ζωή της, υπέθεσε.