14 Οκτωβρίου, 2021

Το ελιξήριο της νεότητος

 Η βαθιά σκιά μιας ρυτίδας, ξεφύτρωσε ανάμεσα στα δυο του φρύδια. Οι γροθιές του σφίχτηκαν και το στήθος του άδειασε μεμιάς. Μπροστά του, λίγα μέτρα από τον αφρό τής θάλασσας, έβλεπε εκείνους τους νεαρούς, μυώδεις, ψηλούς και ευλύγιστους... άλλοι μάλιστα ήσαν και ξεδιάντροπα ξανθοί. 

Ένιωσε μια αιώνια στιγμή φθόνου μέχρι να συνέλθει χάρις στην εκλογίκευση και την ντροπή. Δίπλα του ήταν η αγαπημένη, την οποία κοίταξε λοξά μέχρι να κινδυνέψει να γίνει αντιληπτός. Ήταν υπερβολική πάντως η ανάγκη του να διαπιστώσει αν εκείνη κοίταζε τα λαστιχένια εκείνα σώματα.

Τελικά τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν και η άμμος πάγωσε, οι ήχοι τής παραλίας σταμάτησαν να ακούγονται. Έπρεπε μια απόφαση να ακουστεί, μια ετυμηγορία. "Κοίτα τι θάλασσα, τι όμορφα σύννεφα, μοιάζει το καθένα τους να μιμείται κάτι", είπε κείνη.

"Τίποτε άλλο δεν κοίταξε τόση ώρα" σκέφτηκε εκείνος και μέσα του φώναξε "Με αγαπά, την νοιάζει για μένα μόνο, με θέλει ακόμα!". Μετά από λίγα δεκάλεπτα συνέλαβε τα μάτια του να περιεργάζονται την μορφή, την αναπνοή και την κίνηση τής ράχης μιάς σχεδόν έφηβης που με άλλες έπαιζε το παιχνίδι τού βολλευμπώλ.




09 Οκτωβρίου, 2021

Παράγοντες

 Παράγων 1 (αδύνατος άντρας, 83 ετών, μακρύ άσπρο μαλλί, ξερακιανός, άγριο βλέμμα, παλτό ψαροκόκαλο, κασκόλ κι ένα σακουλάκι σταφίδες στο χέρι):

- Μα εσύ είσαι...ζεις στον κόσμο σου, ε; Δεν είναι δυνατόν να διαβάζεις συνέχεια σκυφτός, σαν κακομοίρης, για να βρεις ποιος εκδότης ή δημοσιογράφος προωθεί τις υποθέσεις τών 80αρηδων, τών υπέργηρων. Ή πιο κόμμα σε έχει στις προτεραιότητές του...

Παράγων 2 (κοιλιά, άσπρο μούσι, ύφος φοβισμένο, ηλικία γύρω στα 88, καπνίζει σα φουγάρο και πίνει ρακί, με το ποτήρι ακουμπισμένο πάνω στη ΧΡΥΣΗ ΗΛΙΚΙΑ):
- Γιατί; Βλέπεις...είμαστε τόσοι πολλοί 79-99 ετών, με όλα αυτά τα προβλήματα υγείας που μαζέψαμε από τις κακουχίες! Ποιος θα μας σκεφτεί εμάς, εμάς που περάσαμε κατοχή και πολέμους και τώρα μας έχουν παραπεταμένους στη γωνία της ζωής;

Π1: Μα είσαι παρανοϊκός ή δεν καταλαβαίνεις πως όχι μόνο παροπλισμένος δεν είσαι, αλλά είσαι κι ένας σημαντικός μοχλός πίεσης τών πραγμάτων. Ο κόσμος βλέπει εσένα, 86 χρόνων, και σκέφτεται "μα αφού αυτός κατάφερε να περάσει τόσες δυσκολίες, πολέμους κ.λπ. κι ακόμα κινείται, πολιτεύεται, κυνηγάει γυναίκες, τότε σημαίνει πως είναι από μια σούπερ-ράτσα ή ότι οι Γερμανοί, στον πόλεμο, τούς βομβάρδισαν με βιταμίνες, με ορμόνες, ξέρω γω με τι... με αλόη!!!"

Π2: Μας έχουν πεταμένους...οι συντάξεις μας, τα φάρμακά μας, μαύρα χάλια, θα πεθάνουμε στο δρόμο, μέσα στο κρύο. Τόπο στα νιάτα, λέει ο άλλος...Ποια νιάτα; Αυτά με τα ντουφέκια; Κι εμείς στο δρόμο; Και οι κόποι μιας ζωής, τόσα χρόνια γλείψιμο εδώ, άλλα τόσα εκεί. Γλείψε...γλείψε...

Π1: Σταμάτα να κλαψουρίζεις. Έλα στα συγκαλά σου: Ποιος φοβάται μερικά παιδιά με όπλα; Κανείς. Για φαντάσου τι μπορούνε να καταφέρουν 10-12 γέροι...γέροι σαν εσένα, με βαρύ οπλισμό... Δεν θα ήταν και παράξενο...όπου σταθείτε κι όπου βρεθείτε λέτε για μπόμπες.

Π2: Πολύ περισσότερα, έχεις δίκιο, έχουμε περάσει από πολέμους εμείς και ξέρουμε πώς είναι να παίρνεις ζωές από τον εχτρό. Εμείς είμαστε ο κίνδυνος, εμείς δεν έχουμε ακόμα ούτε 40 χρόνια ζωής μπροστά μας...ούτε 35. Θα ζωστώ δυναμίτη ή ποντικοφάρμακο και θα πάω να πέσω μέσα στα φαγητά τους...

Π1: Κατάλαβες; Πρέπει να δείξουν πως τα φροντίζουν τα παιδιά, τους νέους ανθρώπους, αλλιώς αυτοί μπρος στην προοπτική να ζήσουν "έτσι" άλλα 40-50 χρόνια, θα φρικάρουν, θα τα διαλύσουν όλα. Ενώ τώρα λένε κι εκείνοι πως οι ριγμένοι είναι τα γεροντάκια...

Π2: Τα οποία όμως δεν μιλάνε. Παραδόξως δεν μιλάνε κι όταν μιλάνε παραπονιούνται πως οι συντάξεις δεν φτάνουν να δώσουν κάτι και στα παιδιά ή στα εγγόνια τους, λίγα ευρώ...Πονάω ρε, όταν έρχεται Λαμπρή και δεν έχω να τους πάρω ούτε ένα βεγγαλικό...

Π1: Αυτοί λοιπόν οι ξεμυαλισμένοι γέροι, σαν εσένα, που δίνουν στα εγγόνια τους χαρτζιλίκια, τα οποία θα ξοδευτούν σε υποπολυβόλα, χειροβομβίδες και μάγκνουμ ...αυτούς θες να εκπροσωπείς, ε; Κοίτα, θα σε καταγγείλω, ε; Μα, για δες...ύστερα λένε οι φασιστοψυχολόγοι πως φταίει ο μπαμπάς κι η μαμά. Ή η διαλυμένη οικογένεια...ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΟΛΟΙ....Ο παππούς φταίει, που έμεινε κολλημένος στα όπλα και τους σκοτωμούς, για την ελευθερία τής πατρίδας, τού βουνού, τού χωριού, τής γειτονιάς, τού κοτετσιού.

Π2: Εντάξει, ρε φίλε. Μην τα ξεχνάς...τρώμε κι εμείς ξύλο. Για τα εγγόνια μας...Σε κοιτάζει ο υπεύθυνος καταστολής τής πορείας στα μάτια και καταλαβαίνει τι παιδιά και τι εγγόνια έχεις βγάλει. Φαίνεται... αν έχεις μεταδώσει σε άλλους αυτό το κόλλημα με τα όπλα. Εσύ είσαι ο υπεύθυνος βασικά...εσύ είσαι και η διαλυμένη οικογένεια. 



19 Σεπτεμβρίου, 2021

Οδοί

Αισχύλου ή Θέσπιδος 43, όροφος 3ος (;), γραφείο 5.... 5, για αυτό είμαι σίγουρος, μόνο γι' αυτό. Ξεκινώντας προς τα εκεί τώρα, βλέπω πως βρέχει...ευτυχώς όχι δυνατά. Καλού κακού τηλεφωνώ πρώτα για να ρωτήσω "εκεί πώς είναι ο καιρός;" και ντρέπομαι να ομολογήσω πως ξέχασα την διεύθυνσή σου. Ίσως με πλάγιες ερωτήσεις, εκμαιεύσω μια επανάληψη της ακριβούς διευθύνσεως και δεν χαρακτηριστώ υπερβολικά αφηρημένος.

Βρέχει εκεί, στο ...εεε, στο γραφείο 5; Όχι; Ωραία, ξεκινώ. Περπατώντας σκέφτομαι, μεταξύ άλλων, πάλι ότι σχεδον όλα καθυστερούν σ' εμένα. Έτσι, αυτό που θα έπρεπε να ζω τώρα, θα το ζήσω σε 7 ή 8 χρόνια. Και φυσικά ό,τι αισθάνομαι και ζω σήμερα είναι κάτι που έπρεπε να συμβεί εδώ και 5 ή 7 χρόνια, Ήταν όλη η ζωή μου έτσι, μόνο που νόμιζα πως συνέβαιναν διάφορα περιστατικά, ασύνδετα μεταξύ τους, ετεροχρονισμένα. Όχι, πρόκειται για μια...χρονική καθυστέρηση. Γκροτέσκο και γκραν γκινιόλ...

Νάτο! Θυμήθηκα...Αισχύλου ήταν και όχι Θέσπιδος. Θα ήταν λάθος να ξεκινούσα για εκεί. Αστάθεια στο βήμα, καρδιοχτύπι, βουητό με ειδοποιούν ότι έχασα το δρόμο μου αλλά δε θέλησα να αντιληφθώ το λάθος μου. Ο μνημονικός κανόνας Θέσπις, Αισχύλος, Σοφοκλής με μπέρδεψε. Να σε πάρω πάλι τηλέφωνο...εεε στο κάτω-κάτω μπορεί να είμαι αφηρημένος.

- Ναι , πες μου πάλι την οδο, σε παρακαλώ. Μπερδεύτηκα με το αρχαίο θέατρο. Είσαι στην οδό Αισχύλου ή Θέσπιδος. Χα, μπερδεύτηκα λίγο.

- Μα όχι, μα είσαι χάλια...Σοφοκλέους είπα, 23, στον 3ο. Γραφείο 11.



29 Αυγούστου, 2021

Δαχτυλίδι

 Την Κυριακή το κεφάλι ακουμπάει στα βράχια 

 Το νερό γλείφει τα βράχια 

  Γλείφει και γλύφει

   Τα καβούρια κατοικούν εκεί

  

  Την Κυριακή χάθηκε το χρυσό δαχτυλίδι

   Βυθίστηκε χτυπώντας στις πέτρες

   Θάφτηκε μεσ΄την άμμο 

   Και ακούστηκε ο θόρυβός του


 Τραγουδώντας και μασουλώντας

 Πέρασε ολόκληρη η μέρα

 Παρακαλώντας τη θάλασσα

 Έκείνη έστειλε δυο-τρεις σταγόνες



12 Αυγούστου, 2021

Η ερημιά

 Η ερημιά στις λειτουργίες τού νού μου θα έρθει και τα προμηνύματά της θα αφορούν εσένα. Εσένα, πρώτο από όλα τα πρόσωπα, δεν θα θυμάμαι ότι σε γνώρισα, δεν θα θυμάμαι πώς είναι το όνομά σου και έπειτα δεν θα θυμάμαι ούτε άλλες λεπτομέρειες μικρές και μεγάλες. Θα μπορούσα να σε αποκαλέσω γλυκύ επισκέπτη που δεν φανερώνει αν μόλις ήρθε ή πάλι αν ετοιμάζεται να φύγει. Αγνοώντας την παρουσία σου η σκέψη μου θα δημιουργήσει πάνω στην εικόνα σου, την πάντοτε γαλήνια, μια παραίσθηση θορυβώδη και χρωματιστή...Θα ήσουν ένας μικρός σκύλος που πολεμάει να κρατηθεί όρθιος περπατώντας σε ένα ξύλινο δάπεδο στρωμένο μπάλες τού μπιλιάρδου. Μιλώντας στην παρουσία σου σαν να μιλώ σε κάποιον που πρώτη φορά ξαναβλέπω ύστερα από είκοσι χρόνια, ακούω φωνές νύχτας τού Αυγούστου και μοιάζουν με απαντήσεις σε αυτά που αργότερα ίσως αναρωτηθώ. Ίδιες λέξεις επαναλαμβάνονται. Μεθάω και δηλητηριάζομαι την ίδια ώρα από απλές κουβέντες. Ο εκκωφαντικός θόρυβος που κάνουν οι μπάλες στο πάτωμα κορυφώνεται καθώς σπρωχνονται από μια σειρά από πόρτες. Η μια μετά την άλλη ανοιγοκλείνουν. Ο σκύλος δεν φαίνεται πιά. Οι μπάλες ησυχάζουν και μαζί σταματά και ο θόρυβος.



Στον Cesare Pavese