21 Απριλίου, 2022

Βραδιά με την Μ.

Παράξενη η δεξίωση, φίλοι μου, που με κάλεσαν να πάω εκείνο το βράδυ. Όλος ο κόσμος τη ντάμα μου κοιτούσε με θαυμασμό πολύ ενώ σ' εμένα σουφρώνανε όλοι τα μούτρα περιφρονητικά. Φορούσε εκείνη τη φούστα τη στενή και αιωρήσεις ξετσίπωτες έκανε με τους γοφούς της σάμπως ζητώντας γελαδάρη στιβαρό, από το βούνευρό του να χτυπηθεί. 

 Έριχνε το βλέμμα της τριγύρω, κερνώντας φαντασίες κάθε αρσενικό. Τ' άρωμά της ξεπηδούσε από το πρόστυχο μπούστο της, τρέλαινε τις κιθάρες κι εκείνες ανάβλυζαν τραγούδια που κι εμένα θα κάναν ποιητή. Μα αντί για σκέψεις ποιητή είχα στο σακάτη το νου μου στραγγαλισμού εργαλείο φτιαγμένο από χορδές κιθάρας mi, la, re, sol, si...

 Ό,τι είν' όμορφο πες το "κακό" κι ό,τι άσχημο είναι "πρόστυχο" πες το. Τρεις σιτεμένες δίπλα μου είχαν κιόλας από τη ζήλια τους ζαλιστεί και μια παρέα από άντρες σαν άξεστοι μεθύστακες τη φανταζόντουσαν σχεδόν γυμνή. Ο σερβιτόρος την είχε περίτεχνα ζωγραφίσει σ' έναν τοίχο με χρώμα άλικο, σαν παρμένο από αίμα γουρουνιού. Έπειτα μου 'παν πως ο άμοιρος ξετρελάθηκε απ' το έργο του κι έτσι έφτασε λίγο πιό ύστερα στο φονικό.

 Στο τέλος της νύχτας ούτε μια λέξη δεν είχε βγει από το μαβί στόμα της όπως συνήθως γίνεται όταν ξέρεις μόνο στίχους και όμορφα λόγια να λες. Συνέχισα να ψάχνω στο τραπέζι της συνάντησης πειστήρια όπως κάνουν οι άφρονες που ενθύμια κυνηγούν. Πρέπει να ρουφάμε την όμορφη στιγμή για να γεμίζει ο νους μας από ωραίες εικόνες όταν η στιγμή θα 'χει πιά χαθεί.

 Η κ.Μ. όπως τη φωνάζουν οι φίλοι της, όλοι κύριοι τού καλού τού κόσμου, καθόταν απέναντί μου ως το πρωί, χλωμή και σιωπηλή, πίσω απ' τα μακριά της κατάμαυρα μαλλιά. Αγέρωχη στην καρέκλα της είχε σφιχτά στερεωθεί με κιθάρας χορδές, τεντωμένες και κοφτερές. Από το λαιμό και τους καρπούς της στο πάτωμα έσταζε κόκκινο υγρό με χρώμα άλικο σαν απ' το αίμα του γουρουνιού.

 Έπειτα τρεις γυαλιστερές μαύρες κιθάρες ήρθαν κοντά μας μεσ' το ακριβό ρεστοράν και παίζαν πίσω από την κυρία Μ. μια μελωδία παλιά, της νιότης μου, νοσταλγική. Είχαν οι κιθάρες μόνο από μιά χορδή, τη μι καντίνι, και λίγα λόγια παθιασμένα συνοδεύαν, λόγια ρομάντζου, γλυκά γαλλικά.


30 Μαρτίου, 2022

Ορθώς έπραξες



Καλύτερα που πάλι δεν ετόλμησες

Πιο καλά που φοβήθηκες ξανά 

Σύρθηκες στο λαγούμι σου

Την σκαπούλαρες και σήμερα

Ναι, σαν δειλός. Σε είπαν χέστη και ευνούχο

Λίγο κουράγιο δεν έδειξες και "ορθώς έπραξες"

Αλίμονο!

Αγαλλίαση ένιωσες με την σκέψη πως είναι πολλοί εκείνοι 

που φοβήθηκαν κάποτε όπως εσύ
 
Σου δίνει θάρρος όταν βλέπεις κι άλλους να δειλιάζουν

Όταν φοβάσαι, το βάζεις στα πόδια με μάτια κλειστά
 
Χτυπά η καρδιά πιο γρήγορα, πιο δυνατά και νιώθεις ζωντανός
 
Στο κάτω κάτω έφταιγαν και οι πολλές σου γνώσεις

Εξ αιτίας τους κατάλαβες τι κίνδυνο διατρέχεις
 
Αντίξοες οι συνθήκες και ο άνεμος αντίθετος

Να κρύβεσαι, να αναβάλλεις, θα πει...νά είσαι σώφρων



20 Μαρτίου, 2022

Έκπληξη και απορία

 Άραγε οι πεθαμένοι μάς θυμούνται; Άραγε, αν μπορούσαν θα ξαναγύριζαν κοντα μας; Θα άφηναν τις φωλιές τους, τις στάχτες τους, τους υπόγειους χώρους που καταλαμβάνουν; Θα γίνονταν πηλός και πάλι ο ένας πίσω από τον άλλον, σαν τον πήλινο στρατό δίπλα στο Τείχος ;

Θα καταδέχονταν να μείνουν λίγο μαζί μας και να καθίσουν δίπλα μας βλέποντας τηλεόραση, ακούγοντας παλιές κασσέττες μαζί μας; Μουσική και φωτογραφίες κάτω από τα παλιά αμπαζούρ... Ίσως να υπήρχε η πιθανότητα να νοικιάσουν το διπλανό σε μας διαμέρισμα κάνοντας θόρυβο με την μετακόμισή τους, ενοχλώντας τις νύχτες μας με τα σκυλιά τους που δεν ησυχάζουν και ξύνουν τους τοίχους με τα στρογγυλά τους νύχια.

Κάποιες φορές εκείνοι οι αστείοι ήχοι που έβγαιναν από τα έντερα τών γέρων ανθρώπων που τώρα δεν υπάρχουν πιά, μου φαίνονται αλλόκοτοι όταν τους θυμάμαι κάτω από ορισμένες συνθήκες και μού έρχεται να σκάσω στα γέλια όταν βάζω τα γυαλιά μου  και παρατηρώ την σοβαροφάνεια στα πρόσωπα τών ασπρόμαυρων φωτογραφιών. Ηχητική υπόκρουση: τα φύσα των.

Γεράματα θα πει έκπληξη. Έκπληξη και απορία: "πώς έγινα έτσι, πώς άλλαξε ο κόσμος...Εκείνο δεν θα το δω, το άλλο δεν μπορώ ούτε καν να το φανταστώ". Γεράματα δεν σημαίνει αδυναμιά και ανημπόρια, ακράτεια και πάνες...Πριν από αυτά, πίσω από αυτά έρχεται αυτή η έκπληξη, η απορία.




11 Μαρτίου, 2022

Το Πανιδίν

 Θυμάμαι πολύ λίγα, θυμάμαι... πιο πολύ θυμάμαι πως όλοι εδώ και πέντε μέρες ή πέντε χρόνια μού λένε πως πια τίποτα δε θυμάμαι.

Κι όμως θυμάμαι κάτι που 'γινε πριν λίγα χρόνια -δεν πρέπει να 'ναι πάρα πάνω, ε;- ήμουν μια κοπέλα δώδεκα χρόνων  όταν γνώρισα τον μπαμπά μας, ένα όμορφο μελαχρινό αγοράκι που με κουνούσε ενώ καθόμουνα στον κήπο ντροπαλή πάνω στην μικρή την κούνια. Προφήτης Ηλίας. 

Τον γκρέμισαν μετά τον κήπο. Δεν θυμάμαι ποιός. Όλο εκείνο το μέρος έπεσε, άνοιξαν μια τρύπα στη γη κάτι μικρά ανθρωπάκια... σαν παιδάκια, κάνουνε ζημιές και τώρα, όπως κάνανε και τότε. Κάνει μαζί τους κι ο μπαμπάς μας ζημιές, χι χι. Για τον κήπο τότε δεν μπορώ πολλά να θυμηθώ, είμαι χαρούμενη όμως γιατί χτες ξαναζωντάνεψε στα μάτια μου εκείνος ο κήπος. Κάτσανε κάμποση ώρα όσοι γύρισαν, που είχαν φύγει για Γερμανία, Αυστραλία, Αμερική.

Στην ταράτσα στον Προφήτη Ηλία  μαζευόμαστε και από τότε πιά δεν θυμόμαστε  καμία έγνοια ή δυστυχία. Κάθε βράδυ έρχεται κάποιος από τα παλιά και δίνει το παρόν. Περνάει, κάθεται λίγο και ύστερα φεύγει. Λέει "Στο πανιδείν". Σημαίνει αυτό πως πάει σε ένα μέρος που το λένε Πανιδίν. Και όλοι το ίδιο λένε. Στο πανιδίν, στο πανιδίν. Μα τόσο ωραίο μέρος είναι; Μήπως πάνε εκεί και από δω περνάνε για μια βόλτα μοναχά;

Απόψε λέει θα 'ρθει κι ο μπαμπάς μας, εκείνο τ' όμορφο αγόρι το μελαχρινό...Να το ρωτήσουμε πού πήγε...πού πήγαν όλοι και αλητεύουν.