29 Απριλίου, 2011

Ο Μελένιος




Είναι καιρός τώρα που δεν νιώθω πιά άνετα ακόμη κι όταν βρίσκομαι ανάμεσα στους τοίχους τού σπιτιού μου. Ακόμα κι όταν έχω όλα τα φώτα αναμμένα, τα παράθυρα κλειστά και τα ρολά κατεβασμένα, κάτι δεν πάει καλά με μένα, τα νεύρα μου είναι τεντωμένα. Όλοι οι φίλοι μού το είπαν, το κατάλαβε κι ο γιός μου, ανησύχησε κι η μάνα μου. Είδηση δεν είχα πάρει μέχρι που μού το είπαν εν χορώ όλοι οι άλλοι:

"Αυτός ο Μελένιος σού 'χει σπάσει τα νεύρα, θα σε τρελάνει!"

Ο Μελένιος, ο δανδής, έχει άσκοπα φιλιά σκορπίσει όπου πατείς. Κύριο Μαλακάση αν τονε πεις, σίγουρα θα παρεξηγηθείς σαν τον Καρυωτάκη που ο άμοιρος γενικολογούσε για ποιητές τής δικής του εποχής. Γαλαντόμος και μελίρρητος αυτός, στα λόγια του ήθελε να είναι γλυκύς ώστε κι εσύ, ο μελαγχολών ειλικρινής, μπροστά του να υποκλιθείς. Να υποκλιθείς, να υποκριθείς πως της ψυχής σου τις λεπτές χορδές δονούν τα ποιήματά του.

"Τους στίχους μου χλευάζεις;" θα σου πει κι εσύ τότε, άντε να δικαιολογηθείς πως στην τύχη ένα όνομα διάλεξες για να διαμαρτυρηθείς, ενάντια στην ωραιοποίηση τής ζωής. "Ήταν ένας τρόπος του λέγειν..." θα τού πεις, το έκανες για να εναντιωθείς στο ποίημα που θέλει τη ζωή πάντα ανθισμένη ενώ εσύ σε λίγο θα 'χεις μαραθεί.

Κακεντρεχής, ζηλόφθονος θα χαρακτηρισθείς, αόμματος μπροστά στις εξαίσιες εικόνες τής ζωής, ανίκανος ακόμα να συμμεριστείς το μεγαλείο τής πλάσης στην οποία ζεις. Αχ, Καρυωτάκη, εκείνο το όνομα, τι ήθελες να το πεις;

Εγώ μια φορά, ποιητές, "Μαλακάση" κανέναν δε θα πω -μπορεί κι άλλος "Ούτος εκείνος" να ξαναγεννηθεί για να μας πείσει πιεστικά πως είναι όμορφη "όλη η ζωή". "Μελένιο" θα ονομάζω κάθε τέτοιο ποιητή ώστε κανείς ξανά μην κακοκαρδιστεί.

Εν τούτοις, τον κόσμο μου, τον κάνει πιο ψεύτικο κι αντιπαθή αυτός που δεν θελεί τα φύλλα μαραμένα να τα δει να τού πέφτουν πάνω στην άδεια κεφαλή. Μόνο το μονόκλ του βάζει και πάλι γράφει για τ' ανθισμένο πάντα γιασεμί.

27 Απριλίου, 2011

Μπράβο!










Το προσφορότερο μέρος για να κρύψεις φθόνο ή/και ψέμα, είναι ένας έπαινος.

26 Απριλίου, 2011

24 Απριλίου, 2011

Βράδια και σκιές



Το ζεστό απόγευμα ανοίγει τα λεπτεπίλεπτα, σαν αιθέριας πεταλούδας, γιγάντια φτερά του με την ίδια νωχελικότητα που οι σκιές ξαπλώνουν μετά τα μεσημέρια πάνω στις αχανείς παραλίες. Είναι κοντά το βράδυ, βλέπεις το σώμα τού βραδιού φτιαγμένο από μυριάδες μικροσκοπικούς δρομείς που σε κοιτούν κατάματα και βαδίζουν προς εσένα. Όσο πιο πολύ πέφτει ο ήλιος τόσο πιο κοντά σου πλησιάζουν, αψηφώντας την αίσθηση που έχεις πως βραδιάζει σήμερα νωρίς. Δεν σου μένει παρά να τρέξεις μέχρι να βρεθείς με την κυρτή σου ράχη στριμωγμένη στον τραχύ τοίχο. Η καλύτερη λύση είναι το σκύψιμο τού κεφαλιού μέχρι να φτάσει ανάμεσα στα γόνατά σου. Άσε ύστερα το σώμα σου να πέσει στο έδαφος, τα σύνορα είναι τόπος ανάπαυσης. Έφτασες στον προορισμό σου, τέλειωσε ο κατατρεγμός. Πιο πέρα, συμπλέγματα λέξεων και χρωμάτων σχηματίζουν παραδείσους όπου δεν υπάρχουν βράδια ούτε σκιές ξοπίσω σου να τρέχουν. Μέσα στην τόση τη χλιδή, τι θα σού κοστίσει να αποχωριστείς ακόμα και τον ήλιο;

Poesia - Riccardo Cocciante