28 Απριλίου, 2013

Μαμά



Κοιτάζω ψηλά στον ουρανό, νιώθω πως κάποιος από κει με βλέπει. Μια μαμά είναι κει από νωρίς το πρωί αλλά κάθε τόσο κρύβεται, χρειάζεται τον καθρέφτη της όλο και πιο συχνά. Ξαναχτίζει έτσι μια μέτρια ομορφιά, γεμάτη φροντίδες και σκοτούρες. Ποτέ δεν καταφέρνει να λάμψει. Καμιά φορά πέφτει από κει πάνω, κρύβει τις ρυτίδες της βουτώντας στη θάλασσα, βρέχοντας τα μαλλιά της. Έτσι, την συναντώ στην ακτή το απόγευμα - παλιόγρια, μαυροντυμένη, τυλιγμένη μες στα φύκια.

26 Απριλίου, 2013

Τέτοιο πλήθος



"Τέτοιο πλήθος είστε που αν σας βεβαιώσω ότι δεν έχω απογόνους, θα αρχίσετε όλοι, καθένας μέσα του, να πιστεύει πως τάχα είναι κείνος ο μόνος απόγονός μου. Κι αν πάλι σας δείξω στοργή, σαν να ήσασταν όλοι παιδιά μου, τότε καθένας μέσα του θα πιστέψει ότι είναι το παιδί μου το πιο αγαπημένο.

Πίσω από τη μωρία σας, κακία δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο ψεύτρες και ξιπασμένες μάνες που δεν ήθελαν άλλο, παρά μόνο να βαυκαλίζονται πως έφεραν στον κόσμο τον ένα, κάποιον Ένα, τον μοναδικό, ανάμεσα σε ίσους."

24 Απριλίου, 2013

Και αυτόν να φοβάστε...



Το στενό κόκκινο χαλί που προθυμοποιήθηκαν να στρώσουν κατά την άφιξή του, είχε αξία συμβολική. Άνθρωπος για τον οποίο αίμα πολύ είχε χυθεί και κείνος μέσα στο αίμα είχε περπατήσει προκειμένου να γνωρίζουν όλοι με ποιον έχουν να κάνουν και τι καταβολές έχει. Τα υποδήματά του όποιος κοίταζε υποκλινόμενος, έβλεπε τη διαδρομή του.

Ναι μεν κατασταλαγμένος τώρα πιά, έσφιγγε ολονών τών παρατεταγμένων τα χέρια, αλλά η σπουδαιότερη συμφωνία που θα μπορούσες να συνάψεις μαζί του ήταν εκείνη που γίνεται ανάμεσα σε έναν ισχυρό κι ένα έρμαιο αδύναμο. Σε κάποιον που είτε θα σου επιτεθεί είτε θα σου πετάξει ένα κοκαλάκι, λίγη βεβαιότητα για ειρηνική συμβίωση.

Αυτό ήταν όλο...Οι πόλεμοι που είχε κάνει σε ανύποπτο χρόνο, τα αναίτια μακελειά και η σκληρότητα απέναντι στους ανυπεράσπιστους, δεν ήταν μια διασκέδαση γι' αυτόν. Πάρεργο και ψυχοφθόρο, ενάντιο στις αρχές του ήταν οπωσδήποτε. Ήξερε όμως καλά πως έπρεπε μέρα με τη μέρα, με κάτι απάνθρωπο να χτίζει μια εικόνα. Για να βαδίζει στα κόκκινα χαλιά των υποδοχών αλλά μακριά, πολύ μακριά, από τα χνώτα των συμμάχων.