22 Απριλίου, 2011

Πόσο θα κρατήσει;


Θα πρέπει η ομορφιά να είναι σαδιστή μηχανικού προϊόν. Ποιός άλλος θα την έκανε τόσο σπάνια, ελκυστική, εφήμερη, τόσο τρωτή στο χρόνο; Ποιός άλλος, ψέματα, θα σου υπόσχονταν πως αναλλοίωτη θα μείνει αν την χρησιμοποιείς σωστά;  Εκείνος που την έπλασε, είχε ένα σχέδιο σίγουρα. Σου την επαίνεσε προκλητικά όπως προκλητικά παινεύουν τα έργα τους εκείνοι που διατείνονται πως τα κατασκευάσματά τους θα αντέξουνε για πάντα. Μονάχα ένας σαδιστής θα σκάρωνε μια τόσο μεγάλη απάτη!

Αυτός ο ίδιος σαδιστής, μου φαίνεται, είναι εκείνος που αργότερα, όταν πια έχεις συνηθίσει στην ιδέα πως "πάει χάθηκε η ομορφιά" και την υπόλοιπη ζωή μέσα στη μετριότητα και στην ασχήμια θα περάσεις...τότε ξάφνου, έρχεται ύπουλα κοντά σου κι από τα χέρια του αρχίζει να σκορπά μυριάδες καινούργια όμορφα πράγματα, τα οποία έκθαμβος εσύ κοιτάς μα με πολύ μικρότερη πίστη απ' ό,τι πρώτα.

Έχει μέσα σου, βλέπεις, το σαράκι μπει:  Κι αυτή η δεύτερη ομορφιά, άραγε, πόσο θα κρατήσει;

21 Απριλίου, 2011

Γιν - Γιανγκ

Λένε πως οι κωμικοί τύποι είναι κατά βάθος, στην προσωπική τους ζωή, άτομα μελαγχολικά. Λένε πως οι αυστηροί είναι κατά βάθος καλοσυνάτοι άνθρωποι, καλύτεροι κι απ' τους "καλούς". Λένε πως οι ενάρετοι είναι πολλές φορές υποκριτές ενώ οι Ρωχάμηδες είναι, λέει, ψυχούλες..."Τι σού έκανε αυτός;...ξέρεις τι καλό ανθρωπάκι είναι αυτός που βλέπεις;"

Γενικά ο κόσμος θέλει συχνά -ποιός ξέρει από τι ανάγκη κινούμενος- να σε καταχωρεί σε διαφορετική κατηγορία από αυτήν στην οποία ανήκεις και εφευρίσκει χίλιες ανοησίες για να σε έχει στο μυαλό του όπως θέλει αυτός. Αρχίζουν λοιπόν τις δοξασίες "ο τρελός είναι πιο σοφός από τον υγειή, η ιερόδουλος πιο τίμια από την καλή νοικοκυρά, πουτάνα αλλά τίμια, ο σατράπης κατά βάθος είναι με την οικογένειά του ένας καλός άνθρωπος, ο αυστηρός καθηγητής αγαπά πολύ τα παιδιά, ο γυναικάς είναι κατά βάθος γκέη κ.λπ.". Ο παπάς δεν είναι πάντα κακός, υπάρχουν καλοί και κακοί. Οι γιατροί κι αυτοί το ίδιο. Υδραυλικοί επίσης υπάρχουν τίμιοι και άτιμοι. Αυτός που κάνει το χαζό κατά βάθος είναι έξυπνος. Και η λίστα δεν έχει τελειωμό.

Τι μπέρδεμα κι αυτό! Παιδεύομαι πολύ για να φτάσω στο συμπέρασμα πως υπάρχει, εκτός από το μαύρο, και το άσπρο. Έτσι, θυμώνω ακόμα πιό πολύ όταν μου λένε οι παντογνώστες: Ε, δεν υπάρχει μοναχά το Άσπρο και το Μαύρο...Οι σοφοί γνωρίζουν πως κι οι μικροί οι κύκλοι τού γιν γιανγκ κι αυτοί περιέχουν μικρότερα όμοια σχήματα στο εσωτερικό τους. Πολλά σχήματα, ατέλειωτα...μα άλλα χρώματα, όχι, δεν υπάρχουν.

20 Απριλίου, 2011

Η Επιστολή τού Φίλου (R)


Η επιστολή που απρόσμενα έλαβα από το φίλο μου, ανάμεσα στα διάφορα ανούσια και εν πολλοίς συγκεχυμένα, ασύνδετα αποσπάσματα, μου εξιστορούσε τα εξής :
                                                                  

Πάτησε πρώτα εδώ:

"…Μου είχε κάνει μεγάλη έκπληξη το τηλεφώνημα εκείνο με το οποίο έπαιρνα ...θερμά συλλυπητήρια για τον πρόσφατο "χαμό" του πατέρα μου. Αυτό όχι γι άλλο λόγο αλλά επειδή ο "θανών" βρισκόταν στο καθιστικό τού διαμερίσματός μας και μουρμούραγε για το πως καταντήσαμε, για το χάλι της ζωής σήμερα και τα υπόλοιπα θέματα που αγγίζουν κάθε γέρο και γριά.

Αυτό ξανάγινε τις επόμενες τρεις ημέρες κι εξόργισε το γέρο μου τον οποίο είχα ενημερώσει -για να γελάσουμε-  γύρω από τα ανόητα τηλεφωνήματα που έκανε αυτός ο μακρινός συγγενής από το νησί, όπως συστήθηκε. Τόσο πολύ είχε θυμώσει ο πατέρας μου που, στη βδομάδα πάνω, πήρε το πλοίο και πήγε στο νησί να κάνει την παρουσία του αισθητή. Μας τηλεφώνησε κιόλας λέγοντας ότι το σαχλό αστείο είχε λήξει καθώς δεν είχε αφήσει σπίτι για σπίτι που να μην το επισκεφτεί επί τούτου. Ανακοίνωσε επίσης ότι θα μείνει εκεί γιατί ήταν καλύτερα, η ζωή στην πόλη είναι χάλια, ξαναβρήκε τους φίλους του και μπλα μπλα μπλα...

Είχαν περάσει δυο χρόνια ή τρία και να' σου ο γέρος  στο τηλέφωνο ευτυχής και ξανανιωμένος να μας λέει πόσο καλά περνάει στο νησάκι του και τι χαζομάρα που είναι να κάθεσαι στην πόλη. Μίλησε και στη γυναίκα του: ”Μάζεψέ τα να' ρθεις κι εσύ εδώ…Δεν μπορώ  έτσι που είμαι μόνος εδώ πέρα…”. Αυτή δεν ήθελε να ακούσει τίποτα. Καλά καθόταν εκεί που ήταν. “Άντε παράτα μας”, του λέει.

Έκτοτε δεν ξανάχαμε νέα απ’ αυτόν. Σκέφτηκα μήπως θύμωσε από την άρνηση της γριάς και γι αυτό δεν απαντούσε ούτε στο τηλέφωνο. Μέχρι το γιο μου έβαλα να τον πάρει…τι στο καλό! Στο εγγόνι του θα μιλήσει…Τίποτα, αμετάπιστος ήταν.

Πέρασε κάμποσος καιρός ώσπου πήρα ένα τηλεφώνημα, από εκείνο το μακρινό συγγενή πάλι, που θεώρησε υποχρέωσή του να με συλλυπηθεί ακόμα μια φορά. Αυτή τη φορά τα συλλυπητήρια αφορούσαν τη μητέρα μου. "Μα τι λες άνθρωπέ μου; Ποια πέθανε; Στην κουζίνα κάθεται και βρίζει στο χαζοκούτι αυτόν που παράτησε τη γυναίκα του για να πάρει το μοντέλο…"

Κλείνοντας το τηλέφωνο, ανάμεσα στις άλλες σκέψεις, πέρασε από το μυαλό μου και η σκέψη ότι ήταν εκείνος ο τρελόγερος ο πατέρας μου που έβγαζε το θυμό του κάνοντας φάρσες βραδιάτικα. Αυτή ακριβώς η σκέψη ήταν που εξόργισε τη μάνα μου τόσο που τη μεθεπόμενη μέρα πήρε το καράβι και πήγε να “πιάσει από το σβέρκο τον παλιόγερο που τη γρουσουζεύει με τα ηλίθια αστεία του, μια ζωή”.

Τα τελευταία νέα που έμαθα από τη μάνα μου ήταν πως βρήκε τον άντρα της, κατάλαβε την παρεξήγηση και συμφώνησαν ότι καλύτερα είναι εκεί κι είναι χαζός όποιος ζει στην πόλη. Είχαν βρει “παλιούς φίλους και συγγενείς καθώς και τους γονείς τους  κι όλα είχαν γίνει πια όπως πρώτα όμορφα και γαλήνια, απίστευτα ήσυχα και μακριά από όλα αυτά που μας δημιουργούν πόνο και θλίψη, βάσανα κι έγνοιες. Όλα μουσική και συντροφιά αληθινών φίλων.” Στο τέλος της συνομιλίας μας ,με ένα έντονο αλλά και στοργικό ύφος, πρόσθεσε : ”Κοίτα παιδί μου ,πρέπει κι εσύ να 'ρθεις εδώ. Δεν μπορούμε έτσι που είμαστε μόνοι. Μάζεψέ τα κι έλα…”

Φάνηκαν τόσο παράξενα όλα αυτά! Κάτι στο ύφος της μάνας μου “δεν μου πήγαινε”. Τι ήταν όλα αυτά τα παράξενα… αφού ήξερε ότι δεν μπορώ να τα παρατήσω όλα εδώ! Έχω μια δουλειά, ένα παιδί, τις παρέες μου. Τόσο ανήσυχος, όμως, ένιωθα που στο τέλος ήταν αδύνατον να μην αρχίσω να φτιάχνω μια βαλίτσα και την μεθεπόμενη μέρα να ετοιμάζομαι για το λιμάνι να πάρω κι εγώ το πλοίο να πάω να δω τι γίνεται στο νησί.

Φεύγοντας χαιρέτησα το γιο μου, κοντοστάθηκα δύο λεπτά στην πόρτα κι αφού γύρισα πίσω να του πω πάλι  “Έλα, γεια σου τώρα”, πρόσθεσα χαμηλόφωνα κοιτώντας τον στα μάτια: “Κι αν κάποτε σε πάρω τηλέφωνο -σε παρακαλώ!- μην απαντήσεις, μη μου μιλήσεις ούτε για λίγο…” . 

                                                     ..................
Μετά από μερικές αράδες, ο φίλος μου έβαζε τέλος στην επιστολή του, αφού πρώτα αναλώθηκε σε σκόρπιες νύξεις που αφορούσαν σε  ελάσσονα ζητήματα κυρίως οικονομικής φύσεως .

18 Απριλίου, 2011

Κίμων Καλέμις ή κάπως έτσι




"Ο καλλιτέχνης είναι κάποιος που πολύ συχνά ανήκει στις ονομαζόμενες Μεθοριακές Προσωπικότητες". Έτσι άνοιξε το λογίδριό της μια εξέχουσα κυρία σε μια συγκέντρωση, από αυτές που γίνονταν μεταπολεμικά από τους Χιώτες ιδιοκτήτες τού Δρομοκαϊτείου με σκοπό την αύξηση τών εσόδων τού Ψυχιατρείου. Ήταν πολύ πετυχημένη η παρατήρησή της ή μάλλον η επιλογή τής ατάκας. Είχε μελετήσει το αντικείμενο.

Τότε, αλλά στην ουσία και σήμερα, σαν Μεθοριακή Προσωπικότητα σε αδρές γραμμές εννοείται η προσωπικότητα που μέσα της θα βρεις στοιχεία υγειούς σκέψης αλλά και ψύχωσης (τρέλας, απλοϊκά). Η προσωπικότητα που ζει στο "όριο" μεταξύ τού πραγματικού και τού ιδιωτικού - φανταστικού κόσμου, ονομάστηκε έτσι και όπως είπα η ορολογία παρέμεινε αν και η γενική τάση είναι οι λέξεις να αντικαθίστανται από άλλες, λιγότερο "κοφτερές".

Η Μ.Π. έχει, σαν κύρια γνωρίσματα, την αστάθεια στη διάθεση που μοιάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στις δύο ακραίες θέσεις τού εκκρεμούς, την εύκολη μετάβαση από την λατρεία στο μίσος, την τάση προς εξάρτηση συνοδευόμενη από το φόβο τής απώλειας τού προσώπου στο οποίο προσκολλιέται καθώς και η εξάρτηση από ουσίες. Πιο χαρακτηριστική είναι η ιδιόμορφη στενοχώρια που "ανεξήγητα" κυριεύει αυτούς τους ανθρώπους. Ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν να εξηγήσουν γιατί η διάθεσή τους είναι μαύρη κι ούτε χρειάζεται πολύ για να αλλάξει αιφνίδια. Η spleen τού Μπωντλαίρ λ.χ. εκφράζεται όπως ακριβώς η κατάθλιψη τής Μ.Π.

Μπροστά σ' αυτή τη διάθεση θα γίνουν προσπάθειες για "αυτοσχέδιες θεραπείες":  Αλκοόλ, κατάχρηση ουσιών ή και συναισθημάτων (κι αυτά σε μεθούν). Βρίσκουμε λοιπόν πάλι τον Μπωντλαίρ που λέει εκείνο το περίφημο, επιτακτικό "Μεθάτε...με κρασί, με αγάπη. Πρέπει συνέχεια να είμαστε μεθυσμένοι". Στην Συλλογή spleen πάλι κάπου περιγράφει πώς με το όπιο ο ίδιος φρικτός κόσμος γίνεται παραδεισένιος.

Ξαναγυρνώντας στη Μ.Π. θα πούμε πως η ίδια η ζωή θα κρίνει προς τα πού θα πέσει αυτός ο ακροβάτης. Στην τρέλα ή στην απλά πληγωμένη ψυχική υγιεία; Η υπερβολική εμπλοκή με ουσίες, η ανέχεια, τα σοκ τής ζωής θα τον στείλουν προς την ψύχωση, όπου το σύστημα θα τον μετατρέψει σ' ένα νεκρό στοιχείο, ένα ακόμα ζόμπι που είναι από τη φύση του "αυτοκαταστροφικό". Ούτε ο υπόλοιπος κόσμος, εδώ που τα λέμε, συμπαθεί αυτούς τους τύπους που "δεν έχουν τίποτα...ξύλο θέλουν, όλα τα έχουν και δεν ξέρουν τι τους λείπει".

Τραβάει μακριά το κείμενο και θα ξεχάσουμε να πούμε πως οι άνθρωποι αυτοί, τις εποχές που συνωστίζονταν στα Ιδρύματα, εξέπλησσαν πολλούς με τα σημειώματά τους στα οποία μπορούσες να βρεις υπέροχους στίχους ή με τις "πρωτότυπες" ζωγραφιές τους. Στα ιδρύματα αυτοί οι άνθρωποι είχαν, νομίζω, μια πιο ανθρωπιστική προσέγγιση: συμφιλιώνονταν με το θεράποντα (ο οποίος τότε ήξερε να διακρίνει μια αλληγορία από ένα παραλήρημα, ένα συμβολισμό από μια παραίσθηση) και συνάμα έπαιρνε από αυτόν την ενθάρρυνση να συνεχίσει να "φαντάζεται". Να φτιάχνει από την αρρώστια του, όχι πάντα αριστουργήματα βέβαια, αλλά τα στηρίγματα που θα τον κρατήσουν όρθιο στο μακρύ του δρόμο, ως λίγο τρελό-λίγο ποιητή. Για να πεθάνει έτσι, ώστε όλοι εμείς οι ξερωόλες να αναρωτιόμαστε: "Μα ποιητής ήταν αυτός ή μουρλοκομείο;"
    
Μέσα σ' ένα τέτοιο περιβάλλον θυμάμαι ακόμα τ' όνομα εκείνου που με πλησίασε και μού έβαλε στο χέρι ένα σημείωμα που έγραφε:

Ο Θεός
στη μέση τής κάθε νυκτός
περί τας 3 η ώρα ακουμπά απαλά
το δάχτυλό του
στης Ακροπόλεως το βράχο,
σπρώχνει με ευγένεια τη γη
κι αυτή γυρίζει

ΚΙΜΩΝ ΚΑΛΕΜΙΣ