19 Ιανουαρίου, 2016

Jazz



Ένα μουσικό κομμάτι παιγμένο ανορθόδοξα, sui generis ή και παράφωνα, πολλοί το αποκαλούν "jazz". Αλλά ας μην περιοριστούμε μόνο στη μουσική. Ας δούμε όλη τη ζωή σαν μουσική, όπου τα πράγματα "παίζονται" πάντα στον ίδιο το σκοπό πάνω στον οποίο, προφανώς, μερικοί από μας επιμένουν ν' αυτοσχεδιάζουν:

Jazz λοιπόν, στην πιο αδρή μορφή της, είναι η καλημέρα που λες σε κάποιον που δε γουστάρεις και η καληνύχτα που δεν μπορείς να πεις σε κάποιον που γουστάρεις.

Είναι η ζαλάδα και η βαρεμάρα που προκαλείς μιλώντας σε κάποιον που σε θεωρεί μίζερο και κολλημένο -κι έτσι χαμένο από χέρι- ενώ αυτός έχει... κερδίσει στη ζωή.

Είναι η ζεστή βροχή πάνω στο κοντομάνικο πουκάμισό σου όταν απ' την κουφόβραση έχεις απηυδίσει και χαίρεσαι που γίνεσαι μούσκεμα. Το ίδιο είναι η γόπα που ρίχνεις στο άδειο μπουκάλι της μπίρας κάτω στο πάτωμα.
 
Είναι να περπατάς μέσα στη νύχτα και βλέποντας πόσο λίγη αστυνόμευση υπάρχει, να συμπεραίνεις ότι είναι πανεύκολη δουλειά μιά ληστεία, ένας εμπρησμός ή μιά ένοπλη επανάσταση.

Είναι απ' το απόγευμα ως τα μεσάνυχτα να τη βγάζεις ανάμεσα στο παράθυρο και την κουρτίνα, ανάμεσα στη μεγαλομανία και την αυτολύπηση, τη μοναξιά και τους φίλους που δεν λένε πιά τίποτα καινούργιο.

Είναι ο φυλακόβιος αράπης που δεν του έδωσες τίποτα και όμως σου λέει:"nobody here gives a shit, man... but I see it in your eyes-you do give a shit!"

Jazz είναι η ελεγχόμενη ψύχωση που κουβαλάς. Σου δίνει ευφράδεια, λέξεις κομμένες στην παραλήγουσα...έτσι κι αλλιώς η λήγουσα -ωχ μωρέ- εννοείται. Κι όταν οι λέξεις έχουν ειπωθεί πολλές φορές δεν τις ξαναλές και τότε κάνεις το scat: bah-ba-ba-ba-du-zad-ba-baah, σαν τον Louis Armstrong.

Είναι να μετράς την ηλικία σου σε περιστροφές γύρω από τον ήλιο και σε "μπλέ" φεγγάρια με τις φευγαλέες αντανακλάσεις σε ποταμίσια χλιαρά νερά. Στις όχθες κάποιοι αυτοσχεδιάζουν: Μία μπάντα μουσικών φτιαγμένη από κόκκινη σερπαντίνα που ο αέρας διαλύει σιγά-σιγά, μετά το τέλος του πανηγυριού στην κεντρική πλατεία.

Ω! Παρασύρθηκα. Μιλώντας μόνος μου ξέχασα εσένα...
Κι εσύ που τώρα πάλι θα ρωτήσεις "Μα τι στο καλό είναι πιά αυτή η μουσική;" κι εγώ που έτοιμος είμαι να αρχίσω από την αρχή τα παραδείγματα που δε θα σε οδηγήσουν πουθενά, πίστεψέ με, κι εμείς είμαστε jazz.










08 Ιανουαρίου, 2016

Ξεχωριστοί άνθρωποι


Risultati immagini per asperger

A,ναι... Οι ξεχωριστοί, οι διακεκριμένοι, οι «εκλεκτοί άνθρωποι»… Πολύ καιρό τους συναναστράφηκα κι άλλο τόσο καιρό τους κοίταξα περίεργος από μακριά. Τους παρατηρούσα στις συνήθειές τους να συναντιούνται, να συμβιούν, να συντάσσονται προς μάχην σαν ειδικά τάγματα, καμικάζι αυτοκτονίας, ομάδα ράγκμπι και μετά να διασπείρονται στον κόσμο και τη ζωή:φωτισμένοι απόστολοι Ασσασίνοι.

Είχαν μέσα στις βαθιές τους τσέπες, ανά πάσα στιγμή ταυτότητες αστυνομικές, ελευθέρας λεωφορείου, επιστημονικών συλλόγων ακόμα και τη μεταφυσική ταυτότητα της νεκρικής σιωπής που βίωναν.

Αν η τύχη το ’φερνε πάλι,σε νύχτες ψυχιατρείου, φώναζαν τις «ειδήσεις» τους κρεμασμένοι στ’ ανατολικά παράθυρα των θαλάμων τους, ώρες πριν χαράξει, έχοντας σοβαρές αμφιβολίες για τον ερχομό του πρωινού. Πάντα αμφιλεγόμενοι φιλόσοφοι, μπουρλέσκ χιουμορίστες και ποιητές της δράσης, απαντούσαν στην ερώτηση «πότε έζησες;» με τη φράση «πολύ καιρό πριν πεθάνω».'Αρα κατείχαν τη φιλοσοφική μακαριότητα και παρ' όλα ταύτα «έσπαγαν» στην πράξη.

Περνούσαν ώρες πολλές σε στοές,σκοτεινές αίθουσες και πρόχειρα εντευκτήρια, χωρίς να έχει σημασία το τι κάνουν, συζητώντας ή σιωπώντας με κατά βάθος μια και μόνον έννοια: το χρόνο που χάθηκε, χαρίστηκε, εξαγοράστηκε.

Σε κάθε ένα ξεχωριστό κρεβάτι ονειρεύτηκαν και έκαναν έρωτα από μια μόνο φορά εκσπερματώνοντας αρωματικά όνειρα σε φοβισμένα αιδοία τοποθετημένα σε γυναικολογική θέση- τρελές αλκοολικές συνουσίες.

Έπαιξαν ποδόσφαιρο κάτω από τη βροχή, εκτίοντας μερικές νύχτες προαυλίων φυλακής,με το μαγνητόφωνο του αυτοκινήτου στη διαπασών «la fleure que tu m’ avais jettee», γιορτάζοντας έτσι τη συνάντηση των «φίλων που είχαν παχύνει πολύ!».

Επέλεξαν από μόνοι τους, εντελώς ανεπηρέαστοι, τη μοίρα εκείνων που μεθούν με τ’ αρώματα των ανθρώπων, κρυμμένοι στα σκοτάδια των γιορτών και του καθημερινού μόχθου.Κάθιδροι και ξαναμμένοι ορμούσαν σ’ όποιον περνούσε δίπλα τους και του ρουφούσαν το άρωμα- βαμπίρ της όσφρησης. Κρυμμένοι στα σκοτάδια γυρνούσαν σπίτι κλαίγοντας, απαρηγόρητα ερωτευμένοι.

Άλλοτε τους πήρε το μάτι μου φευγαλέα, αδέξιους ριφιφί διαρρήκτες στα μουσεία της Αφής, της Όπερας, της Τρέλας και των Αρωμάτων, να καταδιώκονται όλη νύχτα από ξεφωνημένους μπάτσους τραβεστί.Το όλο εγχείρημα κατέληγε σε rave party και το πρωί όλα πάλι απ'την αρχή.

Προς το τέλος της ζωής τους ξάπλωσαν στην παραλία, πρωινό του Οκτωβρίου,με μακριά γενειάδα , έχωσαν τα χέρια τους αποφασιστικά μέσα στην άμμο και έκαναν μια θερμή χειραψία με το Χειμώνα που ερχόταν. Χειραψία-συμφωνία και οι πρώτοι νότιοι άνεμοι πήραν το υπόλοιπο της ζωής τους και το χτύπησαν βίαια πάνω σ’ αγάλματα του Βορρά, φτιαγμένα από πάγο.


31 Δεκεμβρίου, 2015

Γιατρικά








17 Σεπτεμβρίου: Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδος.( Εορτολόγιο )

Risultati immagini per medicinale

Η νεαρή φίλη μου ήταν σαφής στην εξιστόρηση των γεγονότων όπως ακριβώς τα μεταφέρω:

Ο γάμος της πήγαινε καλά αν παραλείπαμε ένα πρόβλημά της πού, εκείνη την εποχή στην οποία αναφερόμαστε, επηρέασε τις ερωτικές σχέσεις του ζευγαριού. Κατ’ επέκταση και την εν γένει ζωή τους βέβαια. Δούλευε σκληρά η άμοιρη κι "έσκαγαν" τα χέρια της. Πονούσαν και πια δεν αισθανόταν τίποτα. Αργότερα χειροτέρεψε. Αγκάλιαζε τον άντρα της και πονούσε! Πονούσε τόσο πολύ που σταμάτησε πια κάποτε να τον θέλει. Δημιουργήθηκε τέτοιο θέμα που οι φίλες της τη συμβούλεψαν να πάει στο γέρο σοφό του χωριού, να πει το πρόβλημά της. Πολλές φορές αυτός τούς είχε δώσει τη λύση, έλεγαν οι ντόπιες…

Έτσι κι έγινε. Αυτός έσκυψε πάνω στο πρόβλημα και πρότεινε τη λύση: μια κρέμα θα έβαζε η νεαρή κάθε απόγευμα και μέχρι το επόμενο πρωί όλα θα ήταν -παροδικά- εντάξει. Αποδείχτηκε σοφός ο γέρος γιατί όλα πήγαιναν καλά. Το σεξ κρατούσε όλη τη νύχτα και γινόταν κάθε νύχτα!
Για πόσο όμως θα κρατούσε αυτό;- αναρωτιόταν ο γαμπρός. Η κούραση ήταν μεγάλη κι άρχισε να εξαντλείται. Μοιράστηκε το πρόβλημα με τους φίλους του οι οποίοι τον παρέπεμψαν αμέσως να συμβουλευτεί -κι αυτός- το γέρο σοφό.
Τους φίλους τούς άκουγε και πήγε να εκθέσει το θέμα. Ο γεράκος πρότεινε τη λύση και την εφαρμογή της λεπτομερώς. Έπρεπε ο νέος κάθε νύχτα να αλείφει τα ακροδάχτυλα της γυναίκας του, όταν αυτή κοιμόταν, με μιαν άλλη κρέμα ώστε η μία να αντιστρέφει τη δράση της άλλης.

Τον πρώτο καιρό φάνηκε ότι η κατάσταση εξισορροπούσε. Ανέκτησε δυνάμεις το παλικάρι, άλλαξε όψη και τα παράπονα της γυναίκας ότι τα νύχια της είναι χάλια όλοι τα θεώρησαν σαχλές ιδιοτροπίες. Μεγάλωναν, λέει, πάρα πολύ γρήγορα κι ήταν γερασμένα και βρώμικα, σαν του ζώου.  Το παρατήρησαν όμως και οι άλλοι μετά. Όλοι. Δεν μπορούσε πια να κρύβεται ο γαμπρός κι εξομολογήθηκε όλα τα περί κρέμας που έκανε καθώς και το λόγο που τα έκανε. Φυσικά σταμάτησε τις κρυφές επαλείψεις αμέσως χωρίς όμως αποτέλεσμα… Πάλι οι φίλοι έδωσαν τη λύση στο νέο αδιέξοδο:
- Να πάτε στο γέρο σοφό κι οι δυο…   - Α μπράβο. Κάτι θα βρει να μας δώσει αυτός!

Αυτός, όταν άκουσε την καινούργια τους δυστυχία, εκνευρίστηκε από το πόσο εύκολο το ‘χαν να βρίσκει εκείνος συνέχεια κρέμες κι άλλα τέτοια που του ζητούσαν…
Σηκώθηκε από την καρέκλα του και τους έδιωξε όλους ,κακήν κακώς, λέγοντάς τους:

«Άνθρωποι, να ξέρετε πως εγώ ποτέ δεν είπα πως δίνω γιατρικά ούτε πως όλοι οι καημοί σας  είναι αρρώστιες. Κι εξ άλλου απ όλες τις αρρώστιες οι πιο μικρές μόνο γίνονται καλά.
Πηγαίνετε λοιπόν . Δεν  μπορώ πια ούτε καν να σας γυρίσω πίσω εκεί που ήσασταν πριν με γνωρίσετε.Τώρα πια με γνωρίσατε κι η ζωή σας θα’ ναι σκληρή. Θα χρειάζεστε συνέχεια ένα γέρο σοφό για να τον συμβουλεύεστε. Τέτοια κακή συνήθεια αποκτήσατε!»

Λες και τους καταράστηκε…Από τότε άσπρη μέρα δεν είδαν. Κι από τις τρεις κόρες που με χίλια βάσανα μέσα στα επόμενα χρόνια απόκτησε το ζευγάρι, κοντά τους έμεινε μόνο η κουτσή, η Σοφία. Η Πίστη έφυγε σε ξένη χώρα και την Ελπίδα τους την πήρε ο γέρος ισοβίως για παραδουλεύτρα σαν αμοιβή για τις υπηρεσίες του . Μια κουτσή Σοφία και μια… λειψή σοφία τους έμεινε  μετά από όλο εκείνο το περιστατικό…Έτσι τουλάχιστον μου διηγήθηκε τα γεγονότα η ίδια η αγαπητή μου φίλη και λόγο για να δυσπιστώ δεν έχω.

28 Δεκεμβρίου, 2015

Αποδράσεις






Risultati immagini per turismo balneareRisultati immagini per turismo balneare


Αυτά τα πανάκριβα χάπια που του είχε πριν τρεις ώρες συστήσει ο ψυχίατρος και που με τόση λαχτάρα στην αρχή είχε αγοράσει από το φαρμακείο, τώρα τα έβλεπε και σκεφτόταν: «Μα αυτή είναι η σωτηρία μου; Θα μου διώξουν αυτά  τη στενοχώρια; Δε θέλω πια να σκέφτομαι αυτά που πέρασα, να γίνομαι μίζερος, να με αποφεύγουν οι φίλοι μου. Θέλω να σκεφτώ μια καλή μέρα, χωρίς στενοχώριες, μόνο ευχαρίστηση. Να τι χρειάζομαι ...κάτι ευχάριστο.»

Η έκφραση "κάτι ευχάριστο" ήταν πολύ αόριστη. «Διακοπές, ίσως. Γιατί να πρέπει, όμως, ντε και καλά να σηκωθώ να φύγω από δω, από  την πόλη μου; Ή γιατί πρέπει πάλι φέτος να τη βγάλω εδώ με τις μπίρες  και τα τσιγάρα;». Έπιασε στα χέρια του ένα φυλλάδιο που του πάσαραν βιαστικά στο δρόμο. Γεμάτο φωτογραφίες ήταν. Α! Η λέξη-κλειδί : ΑΠΟΔΡΑΣΕΙΣ!

Άρχισε να ξεφυλλίζει αργά-αργά αυτό το φυλλάδιο με τις «αποδράσεις» στην Πάρο, τη Νάξο, τη Σαντορίνη, με τις ηλιοκαμένες καλλονές, τις πολύχρωμες μπάλες και τα φωταγωγημένα μπαρ με τα πυροτεχνήματα. Δέκα  μέρες οχτακόσια ΕΥΡΏ με ημιδιατροφή. Τα ναύλα σας πληρωμένα (τα δικά σας και των δαιμόνων που κουβαλάτε ο καθένας σας).

 «Ε! Κι αυτοί οι δαίμονές μου, που τελειωμό δεν έχουν! Άφησα μερικούς στη Ρώμη, κάτι άλλους κάπου στη Νάπολη. Επίσης και στη Νίκαια πρόπερσι και στο Παρίσι, την «πόλη του φωτός», ξεφορτώθηκα στο Σηκουάνα αρκετούς μπας και πνιγούνε και γλιτώσω από δαύτους. Έλα όμως που τους περισσότερους τους είδα μπροστά μου, μόλις γύρισα φρέσκος-φρέσκος από την καλοκαιρινή μου άδεια!»

«Πω- πω! Ναύπλιο, Σάμος, Λήμνος. Ωραία, τα γύρισα αυτά. Πάλι όταν επέστρεψα, οι αναθεματισμένοι δαίμονες πάλι με κάνανε μαρτυρικά να περάσω.»
(Ασυναίσθητα στη μια παλάμη κρατούσε ένα ροζ χάπι και στη δεξιά παλάμη το ορθάνοιχτο φυλλάδιο.)
Κάποια στιγμή, ίσως από τη ζέστη, τα μάτια του άρχισαν να κλείνουν σιγά-σιγά και το χέρι του έπεσε πάνω στα ψίχουλα που είχαν απομείνει από το μεσημεριανό του τοστ.
Περνώντας οι ώρες, χωρίς να το καταλαβαίνει, άρχισε να κόβει σε χαρτάκια το φυλλάδιο- φτιάχνοντας χωνάκια- και να αδειάζει τα χαπάκια στο τραπέζι μπροστά του μοιράζοντάς τα σε ισομερείς ποσότητες.

Είχε πια νυχτώσει, ξέχασε από πού είχε αρχίσει όλη αυτή η προεργασία και συνέχισε γεμίζοντας με χάπια τα καλοφτιαγμένα χωνάκια μέχρι που όλα ήταν πια στη θέση τους.
Μάλιστα παράχωσε μαζί με τα χάπια και κάτι απομεινάρια του τοστ ( ή τα απομεινάρια της ημέρας του;)

Α! απόψε δεν θα την «έβγαζε» με μπίρες  και με τσιγάρα…Θα ονειρευόταν!
Έλεγε πως θα έβρισκε μιαν άκρη με αυτό που του πάσαραν πάλι σήμερα: χάπια και φωτογραφίες. Για μια μεγάλη καλοκαιρινή απόδραση… Ανόητος που ήταν !