05 Οκτωβρίου, 2011

Κατώτερος θάνατος



Στο σπίτι τού δολοφόνου μεγάλη είχανε γιορτή με πλούσια φαγητά, άφθονο κρασί. Είχε καταφέρει να ξεφύγει από το Θάνατο που πήγε να τον επισκεφτεί, για να τον πάρει μαζί του αφού του πει πως το  δίκαιο είναι να σε σκοτώνουν όταν έχεις αφαιρέσει μια ζωή. Ο θρασύδειλος έπεσε στου Θάνατου τα πόδια να κλαφτεί, πως έχει μικρά παιδιά να διηγηθεί και δεν είναι δίκιο, για μια κακή στιγμή, τόσο σκληρά να τιμωρηθεί.

Ο Θάνατος αφού γέλασε για τού άντρα αυτού τη δειλία, προσποιήθηκε πως πείστηκε από κείνη τη δικαιολογία. Κι όταν πια επακριβώς, σαν σκουλήκι, τον είχε εκτιμήσει, για να τελειώνει σκαρφίστηκε μιαν άλλη λύση. Όποιος άνθρωπος άνθρωπο σκοτώσει, δεν του αξίζει πλέον από το Θάνατο να σκοτωθεί -αυτό είναι προνόμιο τού ανθρώπου που έζησε καθαρά και έντιμα πάνω στη γη. Τον άφησε λοιπόν να ζήσει λέγοντάς του πως ο Θάνατος τέτοιους ανθρώπους δεν αναλαμβάνει.

Τον προειδοποίησε όμως να απολαύσει τη γιορτή πριν η δικαιοσύνη απονεμηθεί. Και το δίκιο, είπε ο Θάνατος, στην περίπτωση αυτή ήταν ο δολοφόνος από άνθρωπο να θανατωθεί. "Κατώτερος θάνατος σού πρέπει...", αρκέστηκε να τού πει.


04 Οκτωβρίου, 2011

Μια πολύ ανθρώπινη παρέα




Ο Φίλιππος κι ο Ματθαίος ήσαν δυο φίλοι που έμοιαζαν πολύ σε μερικά πράγματα. Σ' όλα τα υπόλοιπα διέφεραν, λες και ήταν ξένοι. Εξ αιτίας τής μακροχρόνιας και καθημερινής συναναστροφής τους -ξέρετε πώς είναι- ο τόνος τής φωνής τους, το λεξιλόγιό τους, το περιεχόμενο τών λεγομένων τους είχαν τελικά ταυτιστεί.

Μια τών ημερών ο Φίλιππος -για προσωπικούς λόγους- τίναξε τα μυαλά του στον αέρα κι έτσι έμεινε πίσω ο Ματθαίος στον οποίο αργότερα χάρισαν ένα γάτο που τον ονόμασε Φίλιππο, τιμής ένεκεν. Μαζί περνούσαν την ώρα τους βλέποντας τηλεόραση και συζητώντας περί ανέμων και υδάτων μια και ο γάτος δεν μιλούσε μεν αλλά οι κινήσεις τού σώματός του ήταν πολύ εύγλωττες. Παρ' όλα αυτά ο Ματθαίος μιλούσε πιο συχνά στο γάτο για "το Φίλιππο που δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει ποτέ..." και κατέληγαν να μιζεριάζουν συνέχεια.

Ο γάτος, παρεμπιπτόντως, είχε την ικανότητα να κάνει μερικές ανθρώπινες δουλειές. Τραβούσε μέχρι έξω τις σακούλες τών σκουπιδιών, καθάριζε με σάλιο τα χαλιά, έστρωνε τα κρεβάτια τραβώντας τα σεντόνια, έβαζε τα άπλυτα μέσα στο πλυντήριο το οποίο και έβαζε να λειτουργήσει. Πατώντας, μετά, το ανάλογο κουμπί άνοιγε τον κάδο κι έβγαζε ένα ένα τα ρούχα από μέσα. Κι άλλες δουλειές έκανε που είναι εύκολες αλλά οι άνθρωποι βαριούνται να τις κάνουν.

Ο γάτος, όπως κι ο προκάτοχός του, νύσταζε συνήθως πιο νωρίς από τον Ματθαίο και πήγαινε για ύπνο, αφήνοντας το φίλο του μόνο. Άλλα βράδια πάλι έβγαινε έξω κι όταν γύριζε στο σπίτι λέγανε οι δυο τους καμμιά κουβέντα κι ύστερα...άντε καληνύχτα. Ένα βράδυ όλα άλλαξαν: ο Φίλιππος δε γύρισε μόνος του, έφερε μαζί του και μια θηλυκή γάτα την οποία αφού σύστησε στο φίλο του, την πήγε στο δωμάτιό του όπου και πέρασαν τη νύχτα μαζί.

Ο Ματθαίος στενοχωρήθηκε όταν είδε πως αυτό το βιολί συνεχιζόταν κι είχε πια καθιερωθεί. Έπιασε το Φίλιππο και τού είπε πως καλά θα έκανε να μην βάζει ανάμεσά τους την γατούλα διότι οι δουλειές τού σπιτιού μένουν πίσω κι αναγκάζεται τις πιο πολλές να τις κάνει αυτός, πράγμα άδικο. Ο γάτος τού είπε να μη στενοχωριέται γιατί ήδη η μικρή γατούλα ήταν πρόθυμη να κάνει κι αυτή δουλειές, όπως να σκουπίζει σέρνοντας την ηλεκτρική σκούπα, να ξεσκονίζει τα έπιπλα, να βάζει τα ρούχα πάνω στα καλοριφέρ για να στεγνώσουν...κι άλλα...κι άλλα ώστε να μένει περισσότερος χρόνος για να κάνουν παρέα και να αστειεύονται οι τρεις τους, να περνούν ευχάριστα.

Η υπόσχεση τού γάτου δε συγκίνησε το Ματθαίο ο οποίος, μετά από άλλες τρεις τέσσερις σκληρές παρατηρήσεις, πέταξε έξω το ζευγάρι τών γατιών. Μα τι θα τού πρόσφερε αυτό το ντουέττο που τα έκανε όλα κι ύστερα "το έριχνε" στα παιχνίδια και τα αστεία; Κουβέντα δε γινόταν για το μακαρίτη και δάκρυ δεν έπεφτε πια στο σπίτι.

Η ιστοριούλα αυτή (κάπως έτσι τέλειωναν κάποτε τα παιδικά βιβλιαράκια τής προσχολικής ηλικίας) μάς διδάσκει πως ορισμένοι άνθρωποι έχουν έμφυτη στο χαρακτήρα τους τη μιζέρια κι ακόμα και τη συντροφιά τη θέλουν για να μοιρολογούν όλοι μαζί παρέα, όχι για να χαρούν αλλά για να καταθλίψουν και τους άλλους.

01 Οκτωβρίου, 2011

Πράσινα μανίκια



Νέα γυναίκα -βιτρώ σε πρασινωπό τζάμι- η λαίδη Greensleeves. Εδικαιούτο να φαντάζεται πως από μακριά ήταν η θωριά της μοναδική και σπάνια, πιο λαμπερή κι από το Βασιλιά, αφού αυτός τής έγραψε και τής αφιέρωσε τραγούδι.

Άννα, νεαρά μου Lady Greensleaves, τι όμορφο φόρεμα φοράς! Πώς με το πλούσιο φόντο πίσω σου ταιριάζει αυτό το χρώμα! Είσαι εσύ που κάνεις όμορφο τον καθρέφτη που κάθεσαι μπροστά του, έτσι όπως από την ύπαρξή σου, το μόνο που ανθίζει έξω από τα ρούχα είναι το πρόσωπό σου. Και χέρια μα και πόδια...ολούθε τα σκεπάζει το ύφασμα το ακριβό.

Μα άσχημος ήταν ο άρχοντας. Σκέψη για να τον διώξει ευγενικά εκείνη κάνει μα δεν το πετυχαίνει:

Βασιλιά μου, με τιμάς με όλα τούτα που μου μου λες. Πολύ με κολακεύεις...Μάθε, όμως, πως το όνομά μου είναι Greensleeves και αυτό το όμορφο φόρεμα, με τα μακριά πράσινα μανίκια, δεν το φορώ από κοκετταρία. Δυο χέρια κακάσχημα, σαν πόδια ζώου σχεδόν, πασχίζω για να κρύψω.