06 Ιουλίου, 2012

Παλιό θεατρικό



Καθώς στρίβω, γυρνώντας σας την πλάτη
έχω έντονη την καχύποπτη αίσθηση
πως θέλει ο καθένας σας
να μού αρπάξει, να μού κλέψει κάτι

Κάντε δουλειά σας, κλέψτε φίλοι μου,
μερικές αρετές που έχω, λεηλατείστε
Αν όμως επιτρέπετε, παράκλησις θερμή
ένα ελάττωμά μου αγαπητό, που' χω εκ γενετής...
Αυτό μην το αγγίξτε

Από αυτό όλοι με αναγνωρίζουν
σαν τους απατεώνες με τούτο με φωνάζουν:
ο στραβοκάννης, ο καμπούρης, ο σαπιοκοιλιάς,
ο λιγομίλητος, ο τάδε, ο κανένας

Αρπάξτε λοιπόν μιαν αρετή, εύκολα θα τη βρείτε
Σαν τα παράσημα κι εγώ, στο πέτο μου τις έχω,
στερεωμένες με καρφιά, μού σκίζουνε το κρέας

Εμπρός, λοιπόν, τραβήξτε τες, κάντε μου τη χάρη
και γιατροσόφια βάλτε πολλά μη μείνει ουλή μεγάλη

05 Ιουλίου, 2012

Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά

Τα Μύρτα



Συστρεφόταν μες τον κολπίσκο η γλώσσα μου
"Έτσι πρέπει" είχες πει
"Μόνον αυτό...μέχρι να έρθει η ώρα
που η θάλασσά μου θα φουσκώσει
κι έτοιμη θα 'ναι να δεχτεί το ορμητικό σου κύμα"

Στις συστροφές της πάνω, η γλώσσα μου
έγραφε λέξεις, φράσεις κι έργα τού θεάτρου,
Ασκητικής πονήματα, προσμονής και πόθου
Εγκράτειας πραγματείες

Μα να που ήρθε η μέρα: Διακόρευση-Πρεμιέρα
με πρωταγωνιστή άλλον κι όχι εμένα
Αυτός με βία διαπέρασε, εξέσκισε τις λέξεις
Από αυτές, λίγες συλλαβές μείναν πάνω στα μύρτα
που έκτοτε κρέμονται πια, σαν την κλειστή αυλαία

04 Ιουλίου, 2012

Κανένα ξεκίνημα



Η αγάπη ήταν δυνατή για μια ολόκληρη ζωή
μα πιο δυνατός ήταν ο φόβος να χαθεί η αγάπη
για κείνον που αρνιόταν να αποκτήσει ένα φίλο
επειδή κάποτε κι' αυτόν θα τον αποχωριζόταν

Ένας πιστός σκύλος κάποτε στα πόδια σου πεθαίνει
η αγαπημένη ομορφιά μια μέρα σού γυρνά την πλάτη
το μακρύ ταξίδι που σχεδιάζεις κάποτε τελειώνει

Το τέλος αυτού τού ταξιδιού σαν σκέφτομαι
νιώθω σε μικρά κομμάτια μια λεπίδα να με κόβει,
τόσο μικρά που σε μια βαλίτσα όλα να χωράνε

Βαλίτσα αφημένη στο λιμάνι, εκεί να ξεμείνει
για κάποιον επιπλέον έλεγχο ή ...ξέρω γω άλλο τι
Κάποιος λόγος ας βρεθεί, να μην αρχίσει το ταξίδι!




01 Ιουλίου, 2012

Χέλλε

Σε μια διαδρομή 400 χλμ με το αυτοκίνητο, στην οποία σκεφτόμουν πολλά πράγματα και κυρίως την Χέλλε Τόρνινγκ Σμιτ, διεπίστωσα πως το να ταξιδεύεις σού δίνει εκείνη την υπέροχη αίσθηση του να σε προσπερνούν και του να προσπερνάς.

Μπορεί να πει κανείς πως και τα δυο δίνουν μια ξεχωριστή ευεργετική αίσθηση. Το να προσπερνάς σε γεμίζει ντοπαμίνη, σε κάνει να θες να επαναληφθεί αυτό, ξανά και ξανά. Το να σε προσπερνούν σού τροφοδοτεί όλα τα αρχέτυπα συναισθήματα αδικίας. Ακόμα και η δικαιότερη ήττα σε κάνει να σκεφτείς: "Κι άλλα πράγματα είναι δίκαιο να συμβούν αλλά δεν συμβαίνουν... Έπρεπε να ηττηθώ εγώ για θριαμβεύσει το Δίκαιο;;;". Και τότε, πάλι δυναμώνεις.

Πιο μετά -πάντα με την αίσθηση πως η Χέλλε με παρακολουθεί και μοιράζεται τις σκέψεις μου- συμπέρανα (χωρίς να μπορώ να το αποδείξω) πως, αν η διαδρομή είναι κούρσα, τότε πρέπει να διαλέξεις ένα άλογο όπου θα ποντάρεις όλα σου τα λεφτά. Κι επειδή εδώ μιλάμε για ΟΛΑ σου τα λεφτά, καλύτερα να καβαλήσεις εσύ ο ίδιος το άλογό σου. Να απορρίψεις την επιλογή τής συμμετοχής σου αλλάζοντας πολλά γαϊδουράκια, το ένα μετά το άλλο. Δεν το αναφέρουν πουθενά αλλά...ξέρω γω... είναι φανερό πως "εννοείται".

Στις 8.00 μμ, μέσα στην τηλε-ενημέρωση, ο πλούσιος Βορράς θα νιώσει ζεστή την ανάσα τού φτωχού πεινασμένου Νότου, μέσα σε μια ατμόσφαιρα Μονεταριστικού Ρομάντσου κι όλα θα θυμίσουν εφηβεία, όνειρα και τσεκούρια. Όνειρα κοινά για όλους: για μένα που ζεσταίνομαι κάτω από τον ήλιο τής Μεσογείου και για κείνην που φευγαλέα διαβάζει μια εφημερίδα, μέσα στο ψυχρό κλίμα τής Δανίας.