14 Οκτωβρίου, 2009

Οι τροχιές του δίσκου




Είχαν ένα τεράστιο κήπο κάποτε οι γονείς του φίλου μου, του Γιώργου. Παράξενοι γονείς … Δεν έμοιαζε καθόλου σε κανέναν από τους δυο τους. Εκείνη την εποχή πάντως το συνηθέστερο ήταν να βρίσκουν όλοι χαρακτηριστικές ομοιότητες ανάμεσα σε γονείς και τέκνα.

Στα σαλόνια, στις συγκεντρώσεις των μεγάλων οι μεν άρρενες μιλούσαν για τα πολιτικά πράγματα και οι γυναίκες περιαυτολογούσαν μέσω των αρετών των παιδιών τους, ημών δηλαδή. Εκείνοι συζητούσαν για τον κόσμο ολόκληρο ενώ εμάς το μυαλό μας ήταν στο πώς θα βρούμε την ευκαιρία να βρεθούμε στο δικό μας κόσμο, τον κήπο.

Τα πέντε παιδιά, εμείς, εκεί έξω βγάζαμε όλα τα ρούχα μας κι αρχίζαμε εκείνο το πέταγμα του δίσκου που με τις απρόβλεπτες τροχιές του ξεγελούσε εύκολα τον επίδοξο διεκδικητή του.

Τότε τα γέλια ήταν δυνατά και χωρίς σταματημό. Το πιο ηχηρό γέλιο ήταν του Γιώργου, εκείνου που μας μάζευε στον κήπο του σχεδόν κάθε απόγευμα. Παίζαμε με καρδιά τότε και με ψυχή. Επόμενο λοιπόν ήταν, το πρώτο καλοκαίρι μετά τον αιφνίδιο χαμό των γονέων του, τα χαχανητά και τα ποδοβολητά στον κήπο να γίνουν πιο αραιά ,πιο υποτονικά και μεγαλίστικα τρόπον τινά. Το παιγνίδι σταματούσε κάθε τόσο για κάποιο λόγο λες και κάθε τρείς και λίγο κρατούσαμε… ενός λεπτού σιγή.

Επειδή εκ φύσεως ήμουν παιδί που διάλεγε να μπαίνει στο πετσί του χτυπημένου κι όχι του παρηγορητή του, η όρεξή μου για παιγνίδι είχε ουσιαστικά εκμηδενισθεί. Ένας απλός παρατηρητής είχα γίνει των περίεργων τροχιών που έκανε ο δίσκος: απογεύματα ολόκληρα δεν κατάφερνα να πιάσω στον αέρα ούτε μια φορά εκείνο το πλαστικό πιατάκι και τα κορίτσια της παρέας γελούσαν δυνατά.
Τα βράδια στο σπίτι μου πριν πέσω για ύπνο παρακαλούσα το Θεό να κάνει κάτι για να ξαναγυρίσουν τα πράγματα όπως πρώτα. Κοιτούσα την εικόνα πάνω από το κρεβάτι μου έντονα προσαρμόζοντας το βλέμμα μου έτσι ώστε να γίνει η προσευχή μου πιο… αποτελεσματική.

Η απογοήτευση, που εισέπραττα την επόμενη μέρα, σιγά-σιγά άρχισε να με φθείρει. Παραμελούσα το σχολείο και τις περισσότερες ώρες στο δωμάτιό μου τις περνούσα σκεπτόμενος τι θ’ απογίνει ο φίλος μου. Κάπου-κάπου άκουγα το κλάμα του μέσα στην ησυχία της νύχτας και στα όνειρά μου τον έβλεπα ρακένδυτο κι αποστεωμένο. Μόνο και παραμελημένο, αφημένο στον «σκληρό αυτό κόσμο όπου όλοι έχουμε ανάγκη κάποιον άλλον». Από το παράθυρό μου έβλεπα το δωμάτιό του. Δάκρυζα στο άκουσμα του “You ‘ll never walk alone” που έτυχε εκείνη την εποχή να πρωτοακούσω, στο ραδιόφωνο, από το μιούζικαλ "Carousel".

Στην πραγματικότητα, με το πέρασμα του χρόνου, ο φίλος μου δεν ήταν πια και τόσο πολύ απελπισμένος. Υπήρχαν φορές που μ’ έπαιρνε τηλέφωνο κι έμοιαζε να θέλει να μου αποσπάσει την προσοχή με τα «νέα» του. Έφερνε την κιθάρα του κοντά στο ακουστικό κι έπαιζε κάποιο κομμάτι που είχε τελειοποιήσει με τη σκληρή μελέτη που έκανε κοντά στο θείο του ο οποίος τον είχε αναλάβει με σκοπό να μην του λείψει τίποτα.

«Έχεις καταντήσει να στενοχωριέσαι περισσότερο εσύ παρά αυτός ο ίδιος» μου έλεγαν οι άλλοι -είχαμε πια μπει για τα καλά στην εφηβεία- ξεχωρίζοντας καθένας μας τη στενοχώρια τη δική του από τις στενοχώριες των άλλων. Οι αγκαλιές είχαν παραχωρήσει τη θέση τους στις θερμές χειραψίες.

Ο καιρός είχε περάσει κι όλοι κάναμε τα σχέδιά μας για το μέλλον. Νομικές, ιατρικές, στρατός… Τυπικά έκανα κι εγώ σχέδια (απλά συμφωνώντας με τις επιθυμίες του πατέρα μου) κι έκανα φιλότιμες προσπάθειες να είμαι μελετηρός για να έχω την ησυχία μου. Οι γέροι ησυχάζουν όταν έχουν μελετηρά παιδιά.

Τα επόμενα χρόνια πέρασαν πολύ γρήγορα σε σχέση με εκείνη την αιωνιότητα των πρώτων χρόνων και μάλλον αυτό είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο. Σπούδασα, μπήκα στην αγορά εργασίας, έκανα οικογένεια. Απέκτησα και τρία παιδιά. Από τα λεγόμενα καλά παιδιά. Με πραγματικές θυσίες, οικονομικές και ηθικές και βάζοντας αρκετό νερό στο κρασί μου απέκτησα κι εγώ ένα σπίτι με ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο κήπο. Στον κήπο αυτό έμαθα τα παιδιά μου να παίζουν με τους φίλους τους το παιγνίδι με το δίσκο. Υπάρχει και χώρος εκεί για να κάθομαι σημειώνοντας σε σκορπισμένα χαρτιά ό,τι μου έρχεται στο κεφάλι.

Τους φίλους μου τους έχασα σχεδόν όλους. Αν πω τους ξέχασα θα είμαι πιο ακριβής. Θα φανεί παράξενο αν σας πω ότι, καμιά φορά, θυμάμαι εκείνον, το Γιώργο, όταν τα παιδιά παίζουν με το δίσκο τους και κάποια άτσαλη βολή φέρνει το δίσκο κοντά στα πόδια μου; Τότε τα παιδιά τρέχουν κοντά μου, ρωτώντας ποιανού το χατίρι έκανε ο δίσκος.

Πιστέψτε με, πάντα ανάμεσα σ’ αυτά τα παιδιά υπάρχει ένα που κλαίει. Το κρατάω για λίγο στην αγκαλιά μου, για να το ξεκουράσω δήθεν. Η αλήθεια είναι πως, ανάμεσα στους λυγμούς του και τους δυνατούς χτύπους της καρδιάς του, εγώ ταξιδεύω πίσω σ’ εκείνα τα χρόνια, τότε που κάθε απώλεια στοίχιζε το ίδιο. Στοίχιζε τα πάντα!

Ναι, σ’ αυτόν τον κόσμο τελικά, όλοι χρειαζόμαστε κάποιον. Έστω και για μια μόνο φορά. Κάποιον που να μας προφυλάξει ακόμα κι από ένα ασήμαντο πόνο.Χωρίς ψέματα όμως, ούτε ανόητες ελπίδες. Κάπως αλλιώς, ίσως με ένα τραγουδάκι:

"When you walk through a storm … you ‘ll never walk alone"
Όταν σε μια μπόρα βρεθείς,να ξέρεις,ποτέ δεν θα πορευτείς μόνος.

Παιδική ηλικία




Σπίτι μακριά από τ' άλλα σπίτια
εκεί περνούσαν οι μέρες
παράθυρο ορθάνοιχτο απ' τον αέρα
οι κουρτίνες γκρίζες σημαίες

Κοιτούσα το χωριό που σκούριαζε
καθώς έπεφτε ο ήλιος
κόσμος ολόκληρος το δωμάτιο
παλιά παιγνίδια και χειροτεχνίες

Με το πρόσωπο μες τις παλάμες
ψιθύριζα τις προσευχές μου
οι τραχειές φωνές των βοσκών
σκόρπιζαν τις λίγες γραμμές μου

Όταν η ώρα περνούσε, οι καμπάνες
σήμαιναν το θάνατο της κάθε μιας μέρας
έφτανε η ώρα να στήσω τ' αυτί μου
ανασαίνει τάχα ακόμα ο πατέρας;

Ελευθέρωνα έπειτα την ψυχή μου
την άκουγα να φεύγει μονάχη
με ένα θρόισμα μακρόσυρτο
σπουργιτιών πέταγμα μέσα στα στάχια

13 Οκτωβρίου, 2009

Ανταρσίες των λέξεων

Οι παράγραφοί μου πέφτουν θύματα ανταρσίας
από τις ίδιες τους τις προτάσεις.
Οι προτάσεις μου πέφτουν θύματα ανταρσίας
από τις ίδιες τους τις λέξεις
Οι λέξεις μου πέφτουν θύματα ανταρσίας
από τα ίδια τους τα γράμματα.
Στο τέλος τα γράμματα
από ιδιοτελείς λόγους κινούμενα
σχηματίζουν δικές τους λέξεις
φράσεις και προτάσεις.
Τώρα νέες κουβέντες παράξενες, αυστηρές
έρχονται για να με κρινουν.
Γίνονται εκείνες οι πρώτοι μου κριτές.
Εγώ ήδη μίλησα
Eίναι η σειρά τους
Κι εγώ είμαι ο στόχος τους.

Raramente



Quando mi capitava di ricordarti
Piccolo Alessandro, piccolissimo
Mi chiedevo sempre dove trovarti
E ti ho cercato, sempre in vano
Ma che fine avrai fatto?
Ti ho cercato -bambino- per tutt' Italia
Ed altrove,
Negli asili, nelle scuole
Mentre imparavi a parlare
Daccapo un altra lingua strana
«Brutta parlata di gente rozza »
Neanche li' ti trovai
Dalla scuola media, all' universita'
Lunghe distanze, autobus insonnolito
Pensieri tristi, filosofia studente
Storie di inutili, false rivoluzioni
Niente ...non ti trovai. Niente...
Sulle montagne di medicina precoce
Sparivi continuamente, notti salvagenti
In mattinate militari, sull' attenti
Lacrimoso sotto un inno estraneo
Neanche li ti trovai.
Nei carceri e le amicizie bandite
Notti in ostaggio pronto a morire
Fango di droga, polizia e medicine
Compassione, schifo, ambiguita'
Niente notizie di te.
Ti cercai -padre ormai- col carrozzino
Biciclette, lunghe partite di pallone
Denti che spuntano in freddo alfabeto
Ansioso padre "cosa fara mio figlio?"
Giardini vuoti...non ti trovai.
Il tuo riposo,
Quel letto vuoto, notti bianche
Divani vecchi, cenere e birra
Dove hai passato le notti famose
Che ti piaceva raccontare?
Non ti ho piu' visto da allora
Cosi', poi ti ho dimenticato
E ti penso ormai molto raramente
Ora non m'importa ormai piu' niente
Piu' nessuno. Tu neanche
Mio piccolissimo Alessandro
Piccolo, piccolo, sempre piu piccolo
Ed ora che ti ho dimenticato, sai
Pare piu' facile ritrovarti

Hotel ROYAL




Από το πλατύ και ψηλό μπαλκόνι του δωματίου της στο Hotel ROYAL, ανήσυχη και χλωμή κοιτούσε μακριά τον ορίζοντα μέχρι που τα στρογγυλά της μάτια συνάντησαν εκείνο τον ήλιο τον κατακόκκινο, στο απογευματινό του πλησίασμα προς τη θάλασσα...μια θάλασσα τόσο γαλήνια.

Εντελώς ξαφνικά αντιλήφθηκε τη διακριτική παρουσία εκατοντάδων μακρουλών, σκοτεινών και κοφτερών σύννεφων που, μέσα στο μυαλό της, αποκάλυψαν τη συνομωσία και της έγινε εμφανές αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Την ίδια στιγμή τα αρώματα των λουλουδιών γύρω της εξαφανίστηκαν μεμιάς. 'Oλα τα χρώματα αυτού του κόσμου άφησαν τις θέσεις τους και τα πάντα μεταμορφώθηκαν σ' ένα κλάμα βαθιά μέσα στο στήθος της.

Άκουσε τον ψίθυρο μιας γριούλας την οποία εκείνη παρ' όλα αυτά δεν έβλεπε πουθενά. Κι όμως μπορούσε ν' ακούσει καθαρά τα λόγια της:
"Να! Τη χλιαρή ώρα που εμείς ξένοιαστοι θα καλωσορίζουμε την ανατέλλουσα σελήνη, απ' αυτόν τον μυρωδάτο ουρανό της ανοιξιάτικης βραδιάς θα πέσει μια ασταμάτητη βροχή από αίμα. Θα γίνει ακριβώς τη στιγμή που αυτά τα σύννεφα-ξίφη θα αποφασίσουν την απότομη κι αιφνιδιαστική επίθεσή τους εναντίον του νυσταγμένου και αποκαμωμένου ήλιου."

Ένιωσε ένα μεγάλο φοβο. Θελησε να ξεφύγει...μετά έσφιξε τα χέρια της δυνατά πάνω στα κάγκελα με τέτοια δύναμη που θα αρκούσε να σώσει παραπάνω από μια φορά αυτόν τον κόσμο -κι ίσως ακόμη κι έναν άλλον σαν αυτόν- από τις αμαρτίες του, τον πόνο του, την απέραντη μοναξιά του...

Τι θλιβερό πράγμα είναι οι σκέψεις που γίνονται, οι ίδιες κι οι ίδιες, χιλιάδες φορές! Και πόσο αβάσταχτα στενάχωρο να είσαι μόνος ή με παρέα, έχοντας στην ψυχή την αίσθηση μιας ακαθόριστης απώλειας ή μιας αμαρτίας χωρίς να καταλαβαίνεις ούτε από που προέρχεται αυτό ούτε πού σε πηγαίνει. Να ρωτιέσαι αν το φταίξιμο ήταν δικό σου...μετά να ξαναρωτιέσαι ξανά και ξανά. Κι ύστερα πάλι απ' την αρχή!

Ανασηκώνοντας λίγο τα πόδια της από τα πλακάκια του μπαλκονιού, σπρώχτηκε προς τα εμπρός, ακουμπώντας την κοιλιά της πάνω στα κάγκελα, τη μήτρα της για την ακρίβεια. Μήτρα-άδειο σπίτι, ούτε μια μικρή ζωούλα δεν είχε κατοικήσει εκεί μέσα. Τίποτα δεν θα είχε ν' αφήσει σ' αυτόν τον κόσμο που τόσα περιμένει από μας!

Μετά από λίγο, αργά-αργά, οι ευωδιές και τα χρώματα άρχισαν να επιστρέφουν στις θέσεις τους. Με μεγάλη καθυστέρηση, καθώς φαίνεται, γιατί όλα αυτά δεν είχαν πια σημασία για κείνη, κανένα πια ενδιαφέρον. Και το μπαλκόνι κενό ήταν.

Ξέσφιξε τα χέρια της δειλά-δειλά από τα κάγκελα και τ' άφησε όλα, χαρές και λύπες, πάνω σ' εκείνο το κενό μπαλκόνι βουτώντας σ' ένα άλλο κενό, πιο φιλικό και πιο φιλόξενο γι' αυτήν.
.... .... .... .... ....


(Αυτή είναι μια ιστορία που μου διηγήθηκε μια παράξενη γριούλα, ένα ανοιξιάτικο βράδυ, στο μέρος του συμβάντος, με κάθε λεπτομέρεια. Όμως, αν αφήνει θλίψη στον αναγνώστη, τότε αυτός θα μπορούσε να υποκριθεί πως τη διάβασε -σαν είδηση- σε κάποια παλιοφυλλάδα που ξέχασε να πετάξει στα σκουπίδια).