Απόγευμα, πολυκοσμία, σαν από ζώα κακοσμία στούς δρόμους της κωμόπολης. Νέες ιδέες, χάμω πεταμένες μέσα σε φύλλα εφημερίδων πλάι στα πόδια αγαλμάτων των μικρών πλατειών της επαρχίας. Προτομές ηρώων που πάνω τους στάζουν, χρωματιστά ρυάκια από τα σπρέυ των αγοριών, στέκονται θαρραλέες κι όμηρες τής μανίας της ανίας του δήμου και βάφονται κοκκινοκίτρινα. Των πτηνών τα περιττώματα στις τιμημένες τους στολές πέφτουν όλη μέρα.
Λένε πως τα αγάλματα, όταν ο κόσμος τη νύχτα κοιμάται, κάθονται όλα μαζι απόμερα και κλαίνε. Χωρίς το θάρρος τών μαχών τους αποσύρονται, λιποψυχούν, έτοιμα είναι ν' ατιμαστούν - λιποτάκτες και στο φως της μέρας να μην παλέψουνε ξανά. Την παράξενη σκοπιά να μη φυλάξουν ποτέ πιά άλλη μέρα.
Τόσα λένε για τ' αγάλματα... Πως δεν είναι μόνο μάρμαρα, πως έχουν και ψυχή. Πως κάπου-κάπου σκέφτονται ότι καλύτερη από τούτη τους άξιζε αιώνια μοίρα.
Όμως, σαν έρθει η μέρα κι ο ήλιος βγει ξανά, ευθύς ως οι καρέκλες τών καφενείων πάρουν τις θέσεις τους πλάι στα καθαρά μεταλλικά τραπέζια κι απάνω τους στηθούν οι πρώτες μάχες, με τών ζαριών τα πρώτα χοροπηδήματα πάνω στο τάβλι, τα αγάλματα θα βρούνε βιαστικά τις θέσεις τους, με τα κεφάλια τους πάλι ψηλά θα περιμένουν τον υπάλληλο τού Δήμου να τ' απαλλάξει από τις πιό μεγάλες στεναχώριες:
Εκείνες οι ιδέες οι καινούργιες που είναι χάμω, μέσα στα χιλιοπατημένα κομμάτια απ' τις φυλλάδες, εκείνες είναι που δε θέλουνε καθόλου, εκείνες τα στενοχωρούνε πιό πολύ.